Όταν διαβάζουμε αναλύσεις για την Τεχνητή Νοημοσύνη (ΑΙ), η κατάληξη είναι σχεδόν η ίδια. Όλες καταλήγουν στο ίδιο ερώτημα. Θα μπορέσουν οι εταιρείες ανάπτυξης της Τεχνητής Νοημοσύνης να εμφανίσουν κέρδη και να αποπληρώσουν τις τεράστιες επενδύσεις τους, που μόνο μέσα στο 2025 έχουν ξεπεράσει τα $700 δισ.
Προς το παρόν υπάρχει ένας κρυφός νικητής, ο οποίος δεν είναι ορατός στους φανατικούς της τεχνολογίας. Και αυτός ο προσωρινός νικητής είναι το αμερικανικό τραπεζικό σύστημα. Η ΑΙ δεν είναι πια μόνο ένας τεχνολογικός θρίαμβος. Έχει μετατραπεί εξ ανάγκης σε μια μηχανή κερδοφορίας για τις μεγάλες τράπεζες της Wall Street. Αφού οι τεχνολογικοί «κολοσσοί» δανείζονται δισεκατομμύρια δολαρίων για να χτίσουν data centers, για να αγοράσουν chips, για να εκπαιδεύσουν μοντέλα και για να επενδύσoυν σε μονάδες παραγωγής της ενέργειας που απαιτείται για τη λειτουργία των data centers.
Έτσι οι τράπεζες στέκονται στη μέση του τραπεζιού. Εισπράττουν προμήθειες από τις χρηματοδοτήσεις, από τις ομολογιακές εκδόσεις, από τις συμβουλευτικές υπηρεσίες που προσφέρουν σχετικά με τις εξαγορές και συγχωνεύσεις ανάμεσα στις εταιρείες και φυσικά εισπράττουν από τις χρηματιστηριακές συναλλαγές στον πιο «καυτό» κλάδο της Wall Street.
Όπως προαναφέρθηκε οι συνολικές δαπάνες των εταιρειών ΑΙ ξεπέρασαν το 2025 τα $700 δισ. Το μέγεθος αυτό δεν είναι μια εικασία, ούτε υπόθεση, ούτε εκτίμηση. Είναι μια πραγματική ροή κεφαλαίων, που άφησε ένα ισχυρό και κερδοφόρο αποτύπωμα στις τράπεζες πριν μετατραπεί σε νέα data centers, σε παραγγελίες GPUs, σε ενεργειακές μονάδες υποστήριξης, σε δίκτυα οπτικών ινών και σε δαπανηρότατες μεταγραφές υψηλόβαθμων στελεχών με σημαντική εμπειρία.
Για παράδειγμα η Morgan Stanley ανακοίνωσε μέσα στο τέταρτο τρίμηνο του 2025 (Q4 ’25) έσοδα από το underwriting των δανείων και των ομολόγων ύψους $785 εκατ. Καταγράφοντας αύξηση της τάξης του 93% σε σχέση με τo αντίστοιχο τρίμηνο του 2024. Είναι η μεγαλύτερη αύξηση σε ολοκληρη την Wall Street. Και ασφαλώς το αποτέλεσμα δεν είναι τυχαίο, αφού η τράπεζα διαχειρίστηκε επενδύσεις και συμφωνίες δεκάδων δισ. με μεγαλύτερη αυτή της Meta (Facebook) στο Hyperion Data Center στη Λουιζιάνα.
Η Goldman Sachs είδε τα έσοδα της από χρηματιστηριακές συναλλαγές, δηλαδή από το «trading», να φτάνουν σε επίπεδα ρεκόρ. Η Bank of America κατέγραψε αύξηση 10% στα χρηματιστηριακά της έσοδα μέσα στο 2025, σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Αφού φέτος οι μετοχές τεχνολογίας, εμφάνισαν σημαντική μεταβλητότητα, προκαλώντας υπερβολικές συναλλαγές καθαρά κερδοσκοπικού χαρακτήρα.
Μα καλά οι τράπεζες που από τη φύση τους είναι συντηρητικές δεν φοβούνται την λέξη που ελάχιστοι τολμούν να ψιθυρίσουν, δηλαδή την λέξη «φούσκα».
Προς το παρόν η ανησυχία για την εμφάνιση φούσκας, ηττάται κατά κράτος από τον αυτοτροφοδοτούμενο μηχανισμό παραγωγής κερδών από την πλευρά των τραπεζών και υπεραξιών από την πλευρά των επενδυτών. Οι τεχνολογικές εταιρείες δανείζονται για να χτίσουν νέα data centers. Τα data centers παράγουν υπηρεσίες cloud και αναπτύσσουν νέα AI μοντέλα. Οι υπηρεσίες αυτές με τη σειρά τους πωλούνται ξανά σε άλλες τεχνολογικές εταιρείες ή σε επιχειρήσεις που θέλουν να χρησιμοποιήσουν AI για να γίνουν πιο παραγωγικές. Τα έσοδα αυξάνονται. Οι προσδοκίες εξακοντίζονται. Οι μετοχές ανεβαίνουν. Οι τράπεζες βλέπουν υψηλότερους όγκους συναλλαγών και ειπράττουν υψηλότερες προμήθειες.
Οι ίδιες οι τράπεζες δανείζουν ξανά, για τα επόμενα data centers. Οπότε δημιουργείται υψηλότερο χρέος, μεγαλύτερες δαπάνες, υψηλότερα έσοδα, αυξημένες τιμές μετοχών, περισσότερες συναλλαγές και μεγαλύτερα κέρδη για τις τράπεζες. Και αυτός ο τέλειος κύκλος παραγωγής κερδών και υπεραξιών συνεχίζεται, ξανά και ξανά. Χωρίς κανείς να θέλει να χαλάσει το «πάρτι».
Είναι ένας τέλειος κύκλος, ένα τέλειο πάρτι. Κι όσο κρατήσει. Προς το παρόν κρατάει γιατί οι συνθήκες είναι χαλαρές. Τα επιτόκια υποχωρούν, η αγορά διαθέτει μια τεράστια ρευστότητα που διψάει για αποδόσεις και αγνοεί το ρίσκο, ο Λευκός Οίκος προωθεί την απορρύθμιση των αγορών και οι επενδυτές βλέπουν μπροστά τους μια πιθανή έκρηξη $3 τρισεκατομμυρίων σε IPOs, δηλαδή δημοσίων εγγραφών και εισόδου νέων εταιρειών στη Wall Street, μέσα στο 2026. Εταιρειών όπως είναι η SpaceX, η OpenAI και η xAI που έχουν εκφράσει τη βούληση τους να διαβούν την επίσημη πύλη των χρηματιστηριακών αγορών. Όταν λοιπόν, τα κεφάλαια ρέουν τόσο εύκολα, κανείς δεν θέλει να είναι ο πρώτος που θα πει «προσοχή, μπορεί να και είναι φούσκα». Ειδικά οι τράπεζες που έχουν κάτω από την ομπρέλα της διαχείρισης τους, δεκάδες funds με εκατοντάδες δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Οι χρηματιστηριακοί αναλυτές και οι διοικήσεις των τραπεζών κατά τη διάρκεια των ανακοινώσεων των αποτελεσμάτων του Q4 την περασμένη εβδομάδα, εκτίμησαν ότι το 2026 μπορεί να δούμε ότι και το 2025. Και ίσως ακόμα πιο εντυπωσιακό. Το οικοσύστημα των ΑΙ εταιρειών παραμένει στην αιχμή του ενδιαφέροντος. Το ίδιο και οι μετοχές τους. Οπότε οι τράπεζες θα συνεχίζουν να εισπράττουν προμήθειες από κάθε πτυχή των δραστηριοτήτων τους στην επενδυτική τραπεζική.
Τι θα γίνει όμως αν οι κεφαλαιακές δαπάνες δεν αποδώσουν τα αναμενόμενα; Τι θα γίνει εάν η ζήτηση για εφαρμογές ΑΙ δεν είναι τόσο μεγάλη, όσο προβλέπουν τα τερατώδη data centers και οι τεράστιες υποδομές; Τι θα γίνει αν οι εταιρείες αρχίζουν να μειώνουν τις δαπάνες τους σε ΑΙ; Μήπως τότε τα δάνεια από πηγή κερδοφορίας μετατραπούν σε παγίδα χρέους; Μήπως τότε πραγματικά οι τράπεζες βρεθούν μπροστά σε μια φούσκα που τροφοδοτήθηκε τόσο από το φθηνό και «ανεύθυνο» χρήμα, όσο και από υπεραισιόδοξες προβλέψεις και προσδοκίες;
Διότι αν είναι φούσκα και σκάσει τότε δεν θα σκάσει μόνο η Silicon Valley. Θα σκάσει και η Wall Street που την χρηματοδότησε. Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που ακόμα και όσοι πιστεύουν ότι είμαστε μπροστά σε φούσκα, εκτιμούν ότι κανείς δεν θα την αφήσει να σκάσει διότι θα «καταρρεύσει το σύμπαν». Διότι όταν καταρρέουν οι τράπεζες συμβαίνει αυτό που λένε οι αγγλοσάξονες: «end of story».
