Ο πόλεμος ομολόγων και νομισμάτων μόλις ξεκίνησε
Shutterstock
Shutterstock

Ο πόλεμος ομολόγων και νομισμάτων μόλις ξεκίνησε

Ποιος θα επικρατήσει στο πιο σύνθετο γεωπολιτικό και οικονομικό μπρα-ντε-φερ των τελευταίων δεκαετιών; Οι Ηνωμένες Πολιτείες του Ντόναλντ Τραμπ, των δασμών και του αποδυναμωμένου δολαρίου, η Κίνα των μεγάλων προσδοκιών αλλά και των μεγάλων προβλημάτων ή η Ευρώπη που μέχρι στιγμής δείχνει να υπολείπεται των άλλων δύο και να χρειάζεται ένα θαύμα για να γίνει ανταγωνιστική; 

Η μεγάλη αυτή κόντρα αποτυπώνεται και στα χρηματιστήρια, με τη Wall Street να αποτελεί τη μεγάλη σταθερά και την πιο δημοφιλή αγορά, την κινεζική αγορά να παρουσιάζει ευκαιρίες αλλά να βρίσκεται ακόμα πολύ πίσω και τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια να παίζουν τον ρόλο του αουτσάιντερ αλλά και μία πολύ καλή εναλλακτική σε μία περίοδο που η Ευρώπη πρέπει να ξοδέψει. 

Στο επίκεντρο της διαμάχης βρίσκονται φυσικά οι ΗΠΑ γιατί οι πολιτικές του Τραμπ φέρνουν μεγάλες ανατροπές. Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει αποφασίσει να… ζήσει με ένα πιο αποδυναμωμένο δολάριο, έτσι ώστε να βοηθήσει τις αμερικανικές βιομηχανίες (καθιστώντας πιο ελκυστικές τις εξαγωγές), να περιορίσει το εμπορικό έλλειμμα, ιδιαίτερα έναντι της Κίνας, να μειώσει το κόστος εξυπηρέτησης του υψηλού ομοσπονδιακού χρέους και φυσικά να στηρίξει, μέσω των χαμηλότερων επιτοκίων, τις επενδύσεις και κατ’ επέκταση τις χρηματαγορές. 

Παράλληλα, ο Τραμπ έχει κατηγορήσει ευθέως άλλες χώρες ότι υποτιμούν τεχνητά τα δικά τους νομίσματα και εκμεταλλεύονται το ισχυρό δολάριο. Γι’ αυτό το λόγο ασκεί ασφυκτική πίεση στην Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ να χαμηλώσει τα επιτόκια και για τον ίδιο λόγο επέλεξε τον Κέβιν Γουόρς, να αντικαταστήσει τον Τζερόμ Πάουελ τον ερχόμενο Μάιο. 

Την ίδια ώρα, ωστόσο, η Ουάσιγκτον δεν επιθυμεί την ανεξέλεγκτη αποδυνάμωση του δολαρίου γιατί το «greenback» αποτελεί, εκτός από παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα και βασικό «εργαλείο» γεωπολιτικής ισχύος. 

Στο μεταξύ, η είδηση μέσα στην εβδομάδα, ότι το Πεκίνο ζητάει από τις κινεζικές τράπεζες να περιορίσουν την έκθεσή τους σε αμερικανικά κρατικά ομόλογα, επαναφέρει στο προσκήνιο την πιθανότητα η Κίνα να χρησιμοποιήσει ως οικονομικό όπλο κατά των ΗΠΑ τα τεράστια αποθέματα σε αμερικανικούς τίτλους. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, βρίσκονται σε κινεζικά χέρια (People’s Bank of China, κρατικοί φορείς, τράπεζες) κρατικά και εταιρικά αμερικανικά ομόλογα ύψους 900 δισ. δολαρίων. 

Τι θα γινόταν, λοιπόν, αν όντως η Κίνα προχωρούσε σε μαζική πώληση των αμερικανικών ομολόγων που έχει στην κατοχή της; Αρχικά, η μαζική πώληση θα οδηγούσε σε πτώση τις τιμές των ομολόγων και σε άνοδο τις αποδόσεις τους, γεγονός που θα καθιστούμε πολύ πιο δύσκολη και δαπανηρή την εξυπηρέτηση του αμερικανικού χρέους. Σε δεύτερο χρόνο θα πίεζε ανοδικά το κόστος δανεισμού για αμερικανικά νοικοκυριά και επιχειρήσεις, απειλώντας με σοβαρή επιβράδυνση ή ακόμα και με ύφεση την αμερικανική οικονομία και τέλος θα επέφερε πλήγμα στο δολάριο.

Όμως μία τέτοια απόφαση έχει και τα αρνητικά της και μάλιστα πολλά. Θα προκαλούσε απώλειες στην πλευρά του «εχθρού» αλλά και στο δικό της στρατόπεδο. Γι’ αυτό οι κινήσεις του Πεκίνου είναι προσεκτικές. Η μαζική πώληση αμερικανικών τίτλων θα αύξανε τα κινεζικά επιτόκια, θα έδινε ώθηση στο γουάν και κάπως έτσι οι κινεζικές εξαγωγές θα κινδύνευαν με δραματική πτώση και η κινεζική οικονομία με τέλμα. 

Σημειώνεται ότι η Κίνα αποτελεί πρωτίστως ένα βιομηχανικό κόμβο και μία οικονομία στηριγμένη σε πολύ μεγάλο βαθμό στις εξαγωγές. Στοιχεία των αμερικανικών αρχών δείχνουν ότι η Κίνα «τρέχει» μεγάλα εμπορικά πλεονάσματα με τις ΗΠΑ από το 1985, που συνεπάγεται ότι πουλάει περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες στην Αμερική απ’ ότι αγοράζει.

Η Κίνα, λοιπόν, έχει ανάγκη το αποδυναμωμένο γουάν ενώ η People’s Bank of China διαθέτει περίπου 3,36 τρισ. δολάρια σε συναλλαγματικά αποθέματα, με τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα να είναι η πιο ασφαλής επένδυση για τα χρήματα αυτά. Επομένως, όσο θα τρέχει μεγάλα εμπορικά πλεονάσματα με τις ΗΠΑ, τόσο θα την συμφέρει να «μαζεύει» δολάρια και να τα επενδύει σε αμερικανικούς τίτλους. Έτσι, στηρίζονται και οι αμερικανικές αγορές κινεζικών προϊόντων. 

Επομένως, η σημερινή σνυνθήκη αποτελεί μία «win-win» κατάσταση για τις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου. Η Κίνα απολαμβάνει μία τεράστια αγορά για να διοχετεύει τα προϊόντα της και η Αμερική ωφελείται από τις τιμές των κινεζικών προϊόντων. Τώρα, μένει να δούμε πως θα εξελιχθούν οι γεωπολιτικές ισορροπίες και μέχρι που σκοπεύει να φτάσει ο Τραμπ στο να ανατρέχει τα καθιερωμένα. Διότι πέρα από τις όποιες πολιτικές αντιπαραθέσεις τους και τα αντικρουόμενα συμφέροντα σε τρίτες περιοχές, όπως π.χ. στη Μέση Ανατολή, ΗΠΑ και Κίνα παραμένουν εκούσια εγκλωβισμένες σε μία κατάσταση από την οποία ωφελούνται και οι δύο. 

Αν βάλουμε και την Ευρώπη στην εξίσωση, η οποία βλέπει το ευρώ να ενισχύεται σημαντικά τον τελευταίο χρόνο (περισσότερα εδώ), τότε οι όροι του παιχνιδιού γίνονται ακόμα πιο περίπλοκοι. Το ισχυρό ευρώ μειώνει την ανταγωνιστικότητα και ταυτόχρονα πιέζει καθοδικά τον εισαγόμενο πληθωρισμό, όπως της ενέργειας και των πρώτων υλών. Περιορίζει ταυτόχρονα τις εξαγωγές (πχ η Γερμανία εξαρτάται από αυτές) και παράλληλα τη δυναμική ανάπτυξης όλη της Ένωσης, περιορίζοντας και τον θετικό αντίκτυπο από την αύξηση των δαπανών για άμυνα και υποδομές.