Η συνάντηση κορυφής Ελλάδας - Τουρκίας την Τετάρτη, χωρίς να σηματοδοτήσει κάποια σοβαρή εξέλιξη στο μείζον θέμα της οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ, δημιουργεί ένα νέο περιβάλλον για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, ενταγμένες στο ευρύτερο πλαίσιο των τεκτονικών αλλαγών που συνοδεύουν τη δεύτερη θητεία Τραμπ.
Το σαφές μήνυμα που θέλησαν να στείλουν με κάθε τρόπο οι Κυρ. Μητσοτάκης και Τ. Ερντογάν ήταν ότι οι δύο χώρες προσπαθούν και μπορούν, να επιτύχουν μια λειτουργική και αποδοτική σχέση, κυρίως σε θέματα λεγόμενης «χαμηλής πολιτικής», χωρίς ωστόσο να έχουν καταφέρει να οδηγήσουν σε εξομάλυνση των σχέσεων, καθώς οι διαφορές στον πυρήνα των προβλημάτων παραμένουν αγεφύρωτες. Θέλουν, έτσι, να εκπέμψουν ένα θετικό μήνυμα από μια περιοχή η οποία διαχρονικά αποτελεί παραγωγό προβλημάτων και συγκρούσεων, σε μια στιγμή κατά την οποία ο Ν. Τραμπ παρεμβαίνει δυναμικά για να επιλύει προβλήματα που προκύπτουν, με τον δικό του τρόπο και βάσει των δικών του συμφερόντων.
Είναι προφανές ότι όχι μόνο η Ελλάδα, η οποία στηρίζει τις θέσεις της για την αντιμετώπιση των προβλημάτων στο Δίκαιο της Θάλασσας και στις διεθνείς συνθήκες και τη νομιμότητα, δεν θα επιθυμούσε την εμπλοκή της «προσωπικής διπλωματίας» του Αμερικανού προέδρου στα ζητήματα του Αιγαίου, αλλά ούτε και ο Τ. Ερντογάν, παρά τα θερμά λόγια που ακούει συχνά από τον Αμερικανό πρόεδρο, έχει εμπιστοσύνη στο πρόσωπό του ώστε, ως Τουρκία, να του αναθέσει εν λευκώ τη διαχείριση, μέσω μεσολάβησης, κρίσιμων για τη χώρα ζητημάτων.
Η Τουρκία ως στρατηγική προτεραιότητα έχει θέσει την ανάληψη ενός κεντρικού περιφερειακού ρόλου, προβολής της ήπιας αλλά και σκληρής ισχύος σε μια γεωγραφία από την κεντρική Ασία και τον Καύκασο μέχρι τη Μέση Ανατολή την Ανατολική Μεσόγειο και το Κέρας της Αφρικής. Τα ελληνοτουρκικά δεν είναι στις προτεραιότητές της όμως αυτό δεν πρέπει να οδηγεί σε παρερμηνείες για τις προθέσεις της Τουρκίας εάν θεωρήσει ότι πλήττονται τα συμφέροντά της.
Επίσης η Τουρκία βλέπει πλέον ως τον ισχυρότερο και πιο επικίνδυνο ανταγωνιστή της σε αυτόν τον αγώνα απόκτησης περιφερειακής ισχύος το Ισραήλ το οποίο επίσης βρίσκει μπροστά της στις προσπάθειες για αποκατάσταση και αναβάθμιση των αμερικανο- τουρκικών σχέσεων με πρώτο σημείο αιχμής το θέμα των F- 35.
Έτσι η συνάντηση Μητσοτάκη - Ερντογάν είχε εκ των πραγμάτων ένα συγκεκριμένο πλαίσιο σε ότι αφορά τη διεθνή συγκυρία. Ο προσανατολισμός της Τουρκίας πάντως και πάλι προς την Ευρώπη για λόγους και στρατηγικούς αλλά και κοινωνικούς οικονομικούς επαναφέρει στην ελληνική εργαλειοθήκη το χαρτί των ευρωτουρκικών σχέσεων.
Μετά την συζήτηση που έγινε και στην κατ ιδίαν συνάντηση αλλά και με τη δημόσια παράθεση των διαφορετικών θέσεων των δυο πλευρών με αφορμή το ελληνικό βέτο στο πρόγραμμα SAFE, όπου ο πρόεδρος Ερντογάν τόνισε πόσο σημαντικό και προς το συμφέρον όλων, είναι η συμμετοχή στις αμυντικές πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και τον πρωθυπουργό να εξηγεί ότι τώρα είναι η στιγμή για την άρση όλων των απειλών ουσιαστικών και τυπικών η τουρκική πλευρά πλέον δεν έχει αμφιβολίες ότι το βέτο αυτό ήρθε για να μείνει.
Όπως επίσης η αναβάθμιση της Τελωνειακής Ένωσης την οποία διακαώς επιδιώκει η Τουρκία δεν θα μπορεί να προχωρήσει όταν εκτός των άλλων παραμένει το εμπόδιο του κυπριακού και της μη αναγνώρισης της κυπριακής δημοκρατίας από την Τουρκία. Καθώς βεβαίως η πίεση από αρκετές ευρωπαϊκές δυνάμεις που ήδη έχουν αναπτύξει σε διμερές επίπεδο τις αμυντικές εξοπλιστικές σχέσεις με την Τουρκία θα μεγαλώνει ώστε αυτή η συνεργασία να λάβει και θεσμική μορφή στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης η Αθήνα οφείλει να επανεξετάσει το πλαίσιο αυτό και να διαμορφώσει την στρατηγική της ώστε να επιδιώξει να μη δοθεί λευκή επιταγή στην Τουρκία αλλά να συνδεθεί αυτή η προσέγγιση της με την Ευρωπαϊκή Ένωση με την εκπλήρωση συγκεκριμένων δεσμεύσεων και υποχρεώσεων που έχει αναλάβει. Και πρωτίστως βεβαίως δεν μπορεί να είναι, παρά η απόσυρση ευθέων απειλών κατά της κυριαρχίας της Ελλάδας αλλά και της Κύπρου.
Η θετική εικόνα που εξέπεμψαν οι δυο ηγέτες στη συνάντησή τους δεν πρέπει βεβαίως να παρερμηνευθεί καθώς η δέσμευση για διαχείριση των όποιων εντάσεων ώστε να μην εξελίσσονται σε κρίσεις δεν σημαίνει ότι δεν θα υπάρξουν δύσκολες στιγμές το επόμενο διάστημα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις καθώς ο πυρήνας της διαφοράς που φέρνει συχνά απέναντι τις δυο χώρες παραμένει αναλλοίωτος.
Τρία χρόνια σχεδόν μετά την Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βίλνιους όπου οι δυο ηγέτες έθεσαν τις βάσεις για αυτή τη νέα περίοδο επαναπροσέγγισης με αποκορύφωμα την Διακήρυξη των Αθηνών και αφού επέλεξαν να εγκαταλείψουν τη διαδικασία των διερευνητικών επαφών προκρίνοντας της απευθείας εμπιστευτικές συνομιλίες των δυο υπουργών εξωτερικών για το θέμα της οριοθέτησης δεν έχει υπάρξει ουδεμία πρόοδος καθώς προϋποθέτει την υποχώρηση της μιας η της άλλης πλευράς.
Όπως διαπιστώθηκε και στην Άγκυρα, οι δυο χώρες είναι αμετακίνητες στις θέσεις τους με την Ελλάδα να επιμένει στην ύπαρξη μιας μόνο διαφοράς της οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ και την Τουρκία επιμένει επίσης στην αντιμετώπιση των αλληλένδετων προβλημάτων του Αιγαίου.
Η Διακήρυξη των Αθηνών παρά το γεγονός ότι επαναβεβαιώθηκε στο 6ο ΑΣΣ τυγχάνει διαφορετικής ερμηνείας από την Τουρκία η οποία εκλαμβάνει ως παραβίαση της αναφοράς σε «αποφυγή προκλητικών ενεργειών» ως δέσμευση της Ελλάδας για αποχή από την άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων της με τα οποία δεν συναινεί η Τουρκία.
Η ανανέωση των «ήρεμων νερών» δίνει έναν ασφαλή ορίζοντα στην ελληνική κυβέρνηση καθώς διανύουμε πρακτικά και εκλογική χρονιά, όμως το ίδιο σημαντικό είναι να συνεχίσει την άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας διαψεύδοντας τις επικρίσεις οτι ο «κατευνασμός» της Τουρκίας γίνεται με δυσανάλογο κόστος…
