Ο πληθωρισμός ροκανίζει τα κέρδη και τα έσοδα
shutterstock
shutterstock
Αμερικανικές τράπεζες

Ο πληθωρισμός ροκανίζει τα κέρδη και τα έσοδα

Η Παρασκευή που μας πέρασε πρόσφερε μεγάλες συγκινήσεις στους επενδυτές, καθώς το αμερικανικό χρηματιστήριο σημείωσε μία αξιόλογη πτώση μία ακριβώς ημέρα μετά την εντυπωσιακή ανάκαμψη των τιμών των μετοχών. Οι περισσότερες μετοχές σημείωσαν μεγάλη πτώση, ειδικά αυτές που έχουν σχέση με την τεχνολογία και όσες ασχολούνται με την εξόρυξη μετάλλων. Ένας κλάδος όμως κράτησε πολύ καλά παρά το γενικότερο αρνητικό κλίμα: αυτός των τραπεζών.

Η ανθεκτική συμπεριφορά των μετοχών των περισσότερων τραπεζών έχει άμεση σχέση με το γεγονός πως τρεις από τις μεγαλύτερες εμπορικές τράπεζες της χώρας ανακοίνωσαν την Παρασκευή τα οικονομικά τους αποτελέσματα. Η JPMorgan Chase (JPM NYSE), η Wells Fargo (WFC NYSE), η Citigroup (C NYSE) ήταν οι τρεις τράπεζες που στην ουσία ξεκίνησαν την διαδικασία της ανακοίνωσης των οικονομικών αποτελεσμάτων του εννεαμήνου του 2022 για τις εταιρείες που είναι εισηγμένες στα αμερικανικά χρηματιστήρια. Πριν από μερικά χρόνια, τα μάτια των επενδυτών θα ήταν στραμμένα πάνω στις 3 τράπεζες και η διάθεση των αγορών θα διαμορφωνόταν με βάση τις επιδόσεις τους.

Τα πράγματα όμως έχουν αλλάξει, όπως φαίνεται και από το γεγονός πως οι μετοχές των τραπεζών κινήθηκαν ανοδικά ενώ οι χρηματιστηριακοί δείκτες σημείωσαν σημαντική πτώση. Οι επενδυτές ενδιαφέρονται περισσότερο για τις επιδόσεις άλλων χρηματιστηριακών κλάδων, ειδικά όσων έχουν σχέση με την τεχνολογία. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως η πορεία των τραπεζών θα πρέπει να μας αφήνει αδιάφορους. Μέσα από την πορεία των εργασιών τους και την εξέλιξη των εσόδων και της κερδοφορίας τους μπορούμε πάντα να βγάλουμε χρήσιμα, και μερικές φορές πολύτιμα, συμπεράσματα για την πορεία της οικονομίας. 

Στα πλαίσια αυτά, αξίζει να ρίξουμε μία ματιά στο τι μάθαμε την Παρασκευή από τις τρεις αμερικανικές τράπεζες και τις διοικήσεις τους. Το βασικό μήνυμα είναι το εξής: η άνοδος των επιτοκίων σαν αποτέλεσμα του ανθεκτικού πληθωρισμού και των συνεχών αυξήσεων των επιτοκίων αναφοράς από την Fed έχει δώσει σημαντική ώθηση στα έσοδα των τραπεζών, αλλά η κερδοφορία τους πλήττεται από την κακή κατάσταση στις χρηματιστηριακές αγορές οι οποίες δεν χαίρονται καθόλου από τις υψηλές επιδόσεις του πληθωρισμού και τα ανοδικά επιτόκια.

Οι μεγάλες εμπορικές τράπεζες είδαν τα έσοδά τους από την παραδοσιακή τους δραστηριότητα να αυξάνονται σημαντικά λόγω της ανόδου των επιτοκίων. Τα επιτόκια δανεισμού έχουν αυξηθεί περισσότερο από τα επιτόκια καταθέσεων, μεγαλώνοντας το καθαρό επιτοκιακό έσοδο (ΝΙΙ net interest income) των τραπεζών. Στην περίπτωση μάλιστα της JPMorgan Chase, το καθαρό επιτοκιακό έσοδο για το τρίτο τρίμηνο του 2022 ήταν το μεγαλύτερο στην ιστορία της τράπεζας. Η συγκεκριμένη εξέλιξη βοήθησε και τις τρεις εμπορικές τράπεζες να ξεπεράσουν τις εκτιμήσεις των αναλυτών και να μετριάσουν την επίδραση άλλων αρνητικών παραγόντων.

Ποιοι ήταν αυτοί οι αρνητικοί παράγοντες; Η μείωση των εσόδων από τις δραστηριότητες της επενδυτικής τραπεζικής, από την διαπραγμάτευση μετοχών και ομολόγων του δικού τους χαρτοφυλακίου και η αύξηση των προβλέψεων για μελλοντικές απώλειες από πιθανή αδυναμία των πελατών τους να αποπληρώσουν τα δάνεια που τους έχουν χορηγήσει οι τράπεζες. Παρά την πολύ καλή πορεία των επιτοκιακών εσόδων, η κερδοφορία των τραπεζών ήταν σημαντικά μειωμένη από την αντίστοιχη περσινή περίοδο. Αυτό οφείλεται στις αυξημένες προβλέψεις που προαναφέραμε και στο γεγονός πως οι δραστηριότητες επενδυτικής τραπεζικής έχουν υψηλότερα περιθώρια κέρδους από αυτές της παραδοσιακής τραπεζικής, οπότε η μείωση των εσόδων έφερε και σημαντική μείωση κερδών.

Τελικά, η κερδοφορία της JPMorgan μειώθηκε κατά 17%, της Wells Fargo κατά 31% και της Citigroup κατά 25% αλλά αυτό δεν στενοχώρησε πολύ τους επενδυτές οι οποίοι περίμεναν χειρότερες επιδόσεις και έτσι εξηγείται η άνοδος των μετοχών και των τριών τραπεζών, άνοδος που θα ήταν πολύ μεγαλύτερη αν το γενικότερο κλίμα ήταν καλύτερο στα χρηματιστήρια. Η JPM ανέβηκε κατά 1,66%, η WFC κατά 1,86% και η C κατά 0,65% ενώ στην αρχή της συνεδρίασης η άνοδος τους ήταν αρκετά ισχυρότερη (η JPM είχε ανεβεί κοντά στο 5%).

Από την άλλη μεριά, η μεγάλη επενδυτική τράπεζα Morgan Stanley (MS NYSE), η οποία ανακοίνωσε και αυτή τα αποτελέσματά της, είδε την μετοχή της να πέφτει κατά 5%, καθώς τα κέρδη της μειώθηκαν κατά 30%, περισσότερο και από όσο περίμεναν οι αναλυτές. Η εξήγηση για την διαφορετική συμπεριφορά της από αυτή των τριών εμπορικών τραπεζών είναι μάλλον απλή. Οι επιδόσεις εξαρτώνται κυρίως από την πορεία των αγορών μετοχών και ομολόγων και από την διάθεση των επενδυτών και των επιχειρήσεων για μεγάλες επιχειρηματικές συμφωνίες όπως εξαγορές και συγχωνεύσεις και την προθυμία των επενδυτών να στηρίξουν την εισαγωγή νέων εταιρειών στα χρηματιστήρια.

Με τα χρηματιστήρια πτωτικά, η διάθεση για κάθε είδους συμφωνίες είναι πολύ μειωμένη ενώ, σε αντίθεση με τις εμπορικές τράπεζες, δεν ωφελείται από την άνοδο των επιτοκίων αφού δεν έχει σημαντικές δραστηριότητες χορήγησης δανείων και αποδοχής καταθέσεων. 

Αυτή είναι σε γενικές γραμμές η εικόνα από τις ανακοινώσεις των οικονομικών αποτελεσμάτων της Παρασκευής για τις αμερικανικές τράπεζες. Καλό όμως είναι να δούμε και πως περιέγραψαν την κατάσταση οι επικεφαλής τους, καθώς και τι βλέπουν για το μέλλον.

Αν εξαιρέσουμε τις – προφανείς – δυσκολίες των χρηματιστηριακών αγορών, οι διοικήσεις των τραπεζών ανέφεραν πως ακόμα δεν βλέπουν σημαντικά προβλήματα στην εξυπηρέτηση των δανείων από τους πελάτες τους, εταιρικούς και ιδιώτες, και πως οι καταναλωτές εξακολουθούν να ξοδεύουν χρήματα κρατώντας την οικονομία μακριά από την ύφεση. Ανέφεραν επίσης πως δεν διακρίνουν ακόμα ουσιώδη διαφοροποίηση στην καταναλωτική συμπεριφορά των πελατών τους, εννοώντας πως δεν έχουν αυξήσει τις δαπάνες για είδη πρώτης ανάγκης εις βάρος των δαπανών για τα υπόλοιπα προϊόντα.

Κοιτάζοντας προς το μέλλον εκτίμησαν πως η κατάσταση μπορεί να αρχίσει να χειροτερεύει σε έξη με εννέα μήνες από τώρα, εκτιμώντας πως τότε θα αρχίσουν να εξαντλούνται τα διαθέσιμα χρήματα για πολλούς καταναλωτές, κάτι που μπορεί να οδηγήσει στην αύξηση των προβλημάτων εξυπηρέτησης των δανείων που αυτή την στιγμή είναι σχεδόν αμελητέα για τις μεγάλες τράπεζες.

Αν πρέπει να βρούμε ένα μήνυμα των διοικήσεων προς τους επενδυτές αυτό είναι το εξής: τα πράγματα αυτή την στιγμή πάνε πολύ καλά για τις τράπεζές μας, η κεφαλαιακή μας επάρκεια είναι πολύ υψηλή και μας επιτρέπει να μην ανησυχούμε πολύ για το μέλλον όμως δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την σημαντική χειροτέρευση της κατάστασης της οικονομίας σε μερικούς μήνες από τώρα. Για το τελευταίο θα σταθούμε σε λίγα από αυτά που είπε ο γνωστότερος διευθύνων σύμβουλος τράπεζας, ο Τζέιμι Ντάιμον της JPMorgan.

Ο Ντάιμον επανέλαβε πως η ύφεση της αμερικανικής οικονομίας είναι μάλλον αναπόφευκτη δεδομένων των αυξήσεων των επιτοκίων, του υψηλού πληθωρισμού και των σημαντικών διεθνών προβλημάτων όπως ο πόλεμος στην Ουκρανία. Τόνισε πως η τράπεζά του βρίσκεται σε πολύ καλή κατάσταση αλλά παραμένει – και θα παραμείνει – σε εγρήγορση γιατί οι άνεμοι της οικονομίας δεν είναι ούριοι αλλά μετωπικοί. 

Είναι φανερό πως οι διοικήσεις των τραπεζών νοιώθουν πολύ άνετα με την σημερινή κατάσταση αλλά αναγνωρίζουν πως τα πράγματα μπορεί να γίνουν αρκετά χειρότερα για την οικονομία και τους πελάτες τους μέσα στους επόμενους εννέα μήνες. Οι ίδιοι δηλώνουν πως οι εταιρείες τους είναι έτοιμες να αντιμετωπίσουν αυτή την χειροτέρευση χωρίς να υποστούν σημαντικές απώλειες.

Αν λάβουμε υπόψη μας την πολύ αυστηρή εποπτεία που ασκεί η αμερικανική κεντρική τράπεζα πάνω τους και τους πολύ υψηλούς δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας τους, θα πρέπει να συμφωνήσουμε μαζί τους. Καλό είναι όμως να κρατήσουμε και κάποιες επιφυλάξεις και να μην ενθουσιαστούμε από την θετική αντίδραση των μετοχών τους. Ο ίδιος ο Ντάιμον εκτίμησε προ ημερών πως το αμερικανικό χρηματιστήριο θα μπορούσε να υποχωρήσει κατά 20% από τα σημερινά επίπεδα στην περίπτωση που η οικονομία των ΗΠΑ όντως θα διολισθήσει σε κατάσταση ύφεσης.

Αν έχει δίκιο, είναι προφανές πως οι μετοχές των τραπεζών δεν θα μπορέσουν να διαφοροποιηθούν σημαντικά. Αυτό όμως που πραγματικά μπορεί να αλλάξει τα πράγματα και να φέρει τις τράπεζες και τις διοικήσεις τους σε δύσκολη θέση θα είναι κάτι που αυτή την στιγμή βρίσκεται έξω από τις προβλέψεις των διοικήσεων και των αναλυτών.

Κάτι ας πούμε σαν μία κρίση στην αγορά ομολόγων, μία κρίση παρόμοια αλλά μεγαλύτερου μεγέθους από αυτήν που εξελίχθηκε (υποθέτουμε πως αντιμετωπίστηκε επιτυχώς) τις τελευταίες εβδομάδες στην αγορά ομολόγων του Ηνωμένου Βασιλείου. Προφανώς, δεν προβλέπουμε κάτι τέτοιο και φυσικά δεν θέλουμε να το δούμε να γίνεται. Απλώς μας πέρασε από το μυαλό……