Η πιο ενδιαφέρουσα είδηση των προηγούμενων ημερών από τις διεθνείς αγορές πιθανότατα ήταν η έξοδος της αμερικανικής Alphabet, μητρικής εταιρείας της Google, στις αγορές. Η μεγάλη τεχνολογική εταιρεία ζήτησε από τους διεθνείς επενδυτές να την δανείσουν και αυτοί ανταποκρίθηκαν άμεσα και με μεγάλη προθυμία.
Στο πρώτο στάδιο του δανεισμού, το οποίο απευθύνθηκε σε Αμερικανούς επενδυτές την Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου, η εταιρεία δανείστηκε 20 δισεκατομμύρια σε δολάρια ΗΠΑ.
Πρόκειται για την μεγαλύτερη έκδοση στην ιστορία της εταιρείας και ξεπέρασε κατά πολύ την αρχική εκτίμηση για 15 δισεκατομμύρια ενώ η ζήτηση από τους επενδυτές έφθασε τα 100 δισεκατομμύρια. Στο δεύτερο στάδιο, μία μέρα αργότερα, η εταιρεία ταξίδεψε στην Ευρώπη για να δανειστεί σε λίρες Αγγλίας και φράγκα Ελβετίας.
Τα ομόλογα σε λίρες ήταν αξίας περίπου 5,5 δισεκατομμυρίων λιρών (περίπου 7,5 δις δολάρια) και αποτελούν την μεγαλύτερη στην ιστορία εταιρική έκδοση ομολόγων στο νόμισμα του Ηνωμένου Βασιλείου. Μέσα σε αυτή την έκδοση περιλαμβάνεται και μία υποέκδοση διάρκειας 100 ετών, ύψους 1 δισεκατομμυρίου λιρών, η οποία έγινε κυριολεκτικά ανάρπαστη.
Μεγάλη ήταν η ζήτηση και για την έκδοση σε ελβετικό φράγκο, η οποία ξεπέρασε σε αξία τα 2,75 δις φράγκα (περίπου 3,6 δις δολάρια). Όπως ανέφεραν τα σχετικά ρεπορτάζ του διεθνούς οικονομικού Τύπου, αυτός ο δανεισμός έχει άμεση σχέση με το επενδυτικό πρόγραμμα της επιχείρησης για την ανάπτυξη του τομέα Τεχνητής Νοημοσύνης, το οποίο προβλέπεται να φτάσει τα 185 δισεκατομμύρια δολάρια μόνο για το 2026, δηλαδή το διπλάσιο από πέρυσι.
Για τις τέσσερις πολύ μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες (Alphabet, Meta, Microsoft, Amazon) οι συνολικές επενδυτικές δαπάνες, κυρίως στον τομέα της Τεχνητής Νοημοσύνης, αναμένεται να κυμανθούν κοντά στα 650 δισεκατομμύρια δολάρια, και ένα σημαντικό μέρος αυτών αναμένεται να χρηματοδοτηθεί από τις αγορές ομολόγων.
Δεν είναι όμως μόνο αυτές οι 4 που αναζητούν χρηματοδότηση από τις διεθνείς αγορές με την μορφή ομολόγων. Λίγες μέρες νωρίτερα, στις 2 Φεβρουαρίου, η μεγάλη τεχνολογική εταιρεία Oracle δανείστηκε, για τον ίδιο σκοπό, 25 δισεκατομμύρια δολάρια. Παρά το γεγονός πως η οικονομική ισχύς της Oracle είναι σαφώς υποδεέστερη αυτής των 4 κολοσσών που προαναφέραμε και τα ομόλογά της δεν θεωρούνται τόσο ασφαλή, η ζήτηση ήταν και εδώ τεράστια, καθώς οι εντολές των υποψήφιων επενδυτών έφθασαν τα 129 δισεκατομμύρια δολάρια.
Καθώς οι επενδυτικές δαπάνες στον τομέα της Τεχνητής Νοημοσύνης και τις υποδομές για τα data centers και το cloud computing, αναμένεται να ξεπεράσουν συνολικά ανά τον κόσμο τα 3 τρισεκατομμύρια δολάρια μέχρι το 2029, δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία πως η έντονη δραστηριότητα στις αγορές ομολόγων δεν πρόκειται να κοπάσει σύντομα.
Δεν είναι όμως μόνο αυτές οι εκδόσεις που αντλούν μεγάλα χρηματικά ποσά από τους επενδυτές των πιστωτικών αγορών, που είναι κυρίως πολύ ευκατάστατοι ιδιώτες, ασφαλιστικές εταιρείες, συνταξιοδοτικά ταμεία και αμοιβαία κεφάλαια σταθερού εισοδήματος.
Όλη η παγκόσμια αγορά ομολόγων κινείται αυτή την περίοδο με ρυθμούς ρεκόρ. Σύμφωνα με άρθρο του Bloomberg από την 2η Φεβρουαρίου, το ποσό που άντλησαν οι ομολογιακές εκδόσεις κάθε είδους στην παγκόσμια αγορά από την αρχή του χρόνου μέχρι εκείνη την ημέρα ήταν το μεγαλύτερο στην ιστορία για αυτή την περίοδο.
Για την ακρίβεια, σύμφωνα με τα διαθέσιμα δημοσιοποιημένα στοιχεία, το ύψος των εκδόσεων έφθασε το 1 τρισεκατομμύριο δολάρια την ημέρα που η Oracle δανείστηκε τα 25 δισ. Το ίδιο ποσό είχε μαζευτεί πέρυσι την 11η Φεβρουαρίου και την 7η Φεβρουαρίου το 2024. Δηλαδή, η παγκόσμια αγορά ομολόγων κινείται φέτος με ρυθμούς ρεκόρ.
Μέσα στο άρθρο είδαμε πως το 40% και πλέον αυτού του ποσού κατευθύνθηκε σε εκδόσεις κρατικών δανειακών τίτλων και το 35% περίπου σε εκδόσεις χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, κυρίως τραπεζών.
Όπως επισήμαναν οι συντάκτες του άρθρου, το επόμενο διάστημα αναμένεται να αυξηθεί κατά πολύ η δραστηριότητα των τεχνολογικών εταιρειών, καθώς δεν επιτρεπόταν να προχωρήσουν σε ομολογιακές εκδόσεις μερικές εβδομάδες πριν την ανακοίνωση των οικονομικών τους αποτελεσμάτων.
Η έκδοση «μαμούθ» της Alphabet μάλλον επιβεβαιώνει την εκτίμηση των συντακτών και δείχνει πως οι ρυθμοί της παγκόσμιας αγοράς ομολόγων είναι πολύ πιθανόν να αυξηθούν ακόμα περισσότερο.
Τι θα γίνει όμως αν όντως έχουμε ακόμα περισσότερες εκδόσεις στις παγκόσμιες αγορές ομολόγων; Υπάρχει κίνδυνος να εξαντληθεί σταδιακά η ζήτηση καθώς η προσφορά από τις νέες εκδόσεις θα αυξάνεται;. Η απάντηση στο ερώτημα είναι καταφατική.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ο τομέας της τεχνολογίας δεν είναι ο μόνος που έχει αυξημένες χρηματοδοτικές ανάγκες λόγω υψηλών επενδυτικών δαπανών.
Το ίδιο συμβαίνει και σε πολλούς άλλους τομείς, όπως ο αμυντικός, ο κατασκευαστικός, ο τομέας της ναυτιλίας, η βιομηχανία ενέργειας κ.α. Η ζήτηση λοιπόν για δανειακά κεφάλαια μέσω των ομολογιακών αγορών είναι βέβαιο πως θα αυξηθεί σημαντικά τα επόμενα χρόνια από την μεριά του ιδιωτικού τομέα.
Κάτι αντίστοιχο όμως βρίσκεται σε εξέλιξη και στον κρατικό τομέα. Όπως επισήμανε την 10η Φεβρουαρίου σε άρθρο του ο Jamie McGeever του Reuters, όσοι αγοράζουν ομόλογα πρέπει να είναι προσεκτικοί καθώς η δημοσιονομική χειροτέρευση είναι παρούσα παντού.
Ο McGeever παρατήρησε πως παρά το γεγονός πως δεν υπάρχει καμία χρηματοοικονομική κρίση ή κάποιο γεγονός όπως η πανδημία, οι δανειακές ανάγκες του κρατικού τομέα ανά τον κόσμο έχουν αυξηθεί πάρα πολύ, την στιγμή μάλιστα που η οικονομία δείχνει να αναπτύσσεται παντού.
Ο ίδιος αποδίδει την αύξηση των κρατικών δαπανών στις γεωπολιτικές εξελίξεις και την ανάγκη των κρατών να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες, να θωρακιστούν ενεργειακά και να βοηθήσουν τον ιδιωτικό τομέα να ανταποκριθεί στις καλπάζουσες τεχνολογικές εξελίξεις, καθώς και στην αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής που ταλαιπωρεί τους πολίτες.
Βλέπουμε λοιπόν πως έχουμε μία ταυτόχρονη και μάλλον όχι συγκυριακή αύξηση των δανειακών αναγκών του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα σχεδόν σε όλες τις περιοχές του κόσμου.
Όπως επισημαίνει ο McGeever και είναι προφανές και από ό,τι προαναφέραμε, αυτή την στιγμή η ζήτηση είναι πολύ υγιής και η προσφορά απορροφάται πολύ εύκολα, όπως φαίνεται και από το εντυπωσιακό ύψος των εντολών στις νέες εκδόσεις. Όμως αυτό δεν είναι σίγουρο πως θα κρατήσει επ’ άπειρον.
Όσο ανεβαίνει το ύψος των νέων εκδόσεων τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες να αρχίσει να μειώνεται η ζήτηση και οι λιγότεροι αγοραστές να απαιτούν υψηλότερα επιτόκια, ιδίως αν τα επιτόκια δανεισμού του δημοσίου τομέα αρχίσουν να αυξάνονται μαζί με τα δημοσιονομικά ελλείμματα.
Το τελευταίο δεν είναι καθόλου απίθανο να συμβεί καθώς αυτή την στιγμή ασκείται, για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες, σαφώς επεκτατική δημοσιονομική πολιτική στις ΗΠΑ , την Ευρωπαϊκή Ένωση και (σύντομα) την Ιαπωνία. Ο κίνδυνος λοιπόν για τους επενδυτές που απορροφούν εύκολα την προσφορά και δανείζουν πρόθυμα τα κράτη και τις επιχειρήσεις με μάλλον χαμηλά επιτόκια είναι ξεκάθαρος: έτσι όπως εξελίσσονται τα πράγματα δεν μπορεί να αποκλειστεί μία ουσιαστική άνοδος των επιτοκίων. Σε μία τέτοια περίπτωση κανείς δεν θα είναι πολύ χαρούμενος.
Οι επενδυτές γιατί θα δουν τα ομόλογα που κατέχουν να χάνουν μέρος της αξίας τους, οι επιχειρήσεις γιατί θα δανείζονται πιο ακριβά με αρνητικές επιπτώσεις στην κερδοφορία τους και ενδεχομένως και στην βιωσιμότητά τους και τα κράτη γιατί θα δουν τα ελλείμματά τους να διογκώνονται ακόμα περισσότερο.
Δεν ισχυριζόμαστε πως αυτό το ενδεχόμενο αποτελεί βεβαιότητα, απλώς λέμε πως είναι υπαρκτό και πρέπει όλοι μας να το λάβουμε σοβαρά υπόψη μας. Ας μην ξεχνάμε πως όλα τα ρεκόρ στις αγορές συνοδεύονται από τους κινδύνους τους.
