Με μεγάλο sell-off απειλούν οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι
Shutterstock
Shutterstock

Με μεγάλο sell-off απειλούν οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι

Σε ιστορικά υψηλά επέστρεψε η Wall Street αυτή την εβδομάδα, ξεκινώντας με… το δεξί ένα έτος που οι αναλυτές πιστεύουν ότι θα χαρακτηριστεί από μεγάλη γεωπολιτική αβεβαιότητα, με τις διεθνείς εντάσεις να παίρνουν τη θέση τους μεταξύ των κορυφαίων κινδύνων για τις αγορές. 

Το 2025 χαρακτηρίστηκε από ορισμένα πολύ σημαντικά επεισόδια, με επίκεντρο κυρίως τη Μέση Ανατολή, ωστόσο το 2026 οι προβολείς στρέφονται σε μία σειρά δυνητικών πηγών έντασης, οι οποίες έχουν τη δυναμική να προκαλέσουν τσουνάμι αβεβαιότητας παγκοσμίως και αναμένεται να καθορίσουν την τάση. Από τη Βενεζουέλα και τη σύλληψη του Μαδούρο, μέχρι τον υβριδικό πόλεμο ΝΑΤΟ-Ρωσίας και από τις εξελίξεις στο Ιράν, μέχρι την πιθανότητα εισβολής της Κίνας στην Ταϊβάν. 

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι οδεύουμε σε ένα κατακερματισμένο περιβάλλον που ορίζεται από τον ανταγωνισμό ΗΠΑ-Κίνας, τους νέους κανόνες του παιχνιδιού σε εμπόριο και τεχνολογία, τις συγκρούσεις για την ενέργεια και τις σπάνιες γαίες, καθώς και άλλους πολύτιμους πόρους όπως το νερό. Στο ίδιο πλαίσιο αναμένεται να υπάρξουν γεγονότα και σε πιο περιφερειακές «σφαίρες επιρροής», που όμως μπορούν υπό προϋποθέσεις να εκτινάξουν την αβεβαιότητα και να αλλάξουν το επενδυτικό σκηνικό. 

Σύμφωνα με την Eurasia Group, η επικείμενη σύγκρουση ΗΠΑ-Κίνας σε διάφορους τομείς δεν συνιστά προς το παρόν έναν δεύτερο Ψυχρό Πόλεμο, με την ανερχόμενη Κίνα να αναδιαμορφώνει το παγκόσμιο σύστημα κατά το δοκούν και τους Αμερικανούς και τους συμμάχους τους, να αντιστέκονται. Την ίδια ώρα, οι εντάσεις μεταξύ ΗΠΑ-Ρωσίας απειλούν αρκετά συχνά να ξεφύγουν από κάθε έλεγχο, παρά τον πόλεμο που μαίνεται στην Ευρώπη, αποτέλεσμα των μακροχρόνιων παραπόνων του Πούτιν για την κυριαρχία των ΗΠΑ. 

Τι σημαίνουν όμως όλα αυτά για τις αγορές; Έχουμε επανειλημμένα αναφέρει ότι οι αγορές δεν φοβούνται τόσο τις αρνητικές ειδήσεις, όσο τις ειδήσεις που δεν μπορούν να αποτιμήσουν. Ανησυχούν δηλαδή περισσότερο για εξελίξεις που αλλάζουν άρδην τις προσδοκίες για την ανάπτυξη, τα εταιρικά κέρδη και τις ροές των επενδυτικών κεφαλαίων. 

Οι απειλές της Κίνας προς την Ταϊβάν, για παράδειγμα, δεν επηρεάζουν ιδιαίτερα τις αγορές όσο παραμένουν απειλές, όμως αν η Κίνα κάνει κίνηση, ο αντίκτυπος θα είναι εκκωφαντικός και το παγκόσμιο sell-off τρομακτικό. Αρκεί να σκεφτούμε τις επιπτώσεις μίας τέτοιας εξέλιξης στις μετοχές της τεχνολογίας που οδηγούν το χρηματιστηριακό ράλι της τελευταίας τριετίας και το ντόμινο που θα μπορούσε να ακολουθήσει. 

Είναι ίσως ο κορυφαίος γεωπολιτικός κίνδυνος για το 2026, καθώς θεωρείται συστημικός, από τη στιγμή που η Ταϊβάν είναι κρίσιμη για την παγκόσμια παραγωγή των chips που χρησιμοποιούνται στην Τεχνητή Νοημοσύνη. Ενδεχόμενη σύγκρουση θα μπορούσε να φέρει την εμπλοκή των ΗΠΑ και να οδηγήσει στη διατάραξη του παγκόσμιου εμπορίου. Ακόμα και οι λεκτικές απειλές αρκούν για να αυξηθεί επικίνδυνα η αβεβαιότητα. 

Όσα ισχύουν για την περίπτωση Κίνας-Ταϊβάν, ισχύουν περίπου και για τις υπόλοιπες εστίες αβεβαιότητας, με διαφορετικούς κάθε φορά κλάδους που πλήττονται άμεσα από πιθανή αναταραχή. Σε γενικές γραμμές, πάντως, όσο αυξάνεται η αβεβαιότητα, τόσο οι επενδυτές εγκαταλείπουν τις αναδυόμενες αγορές και risk assets όπως τα crypto και οι μετοχές και στρέφονται στον χρυσό και σε άλλα ασφαλή καταφύγια. 

Οι συγκλίνουσες εκτιμήσεις των αναλυτών αναφέρουν ότι οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι προκαλούν sell-off στη Wall Street και τον S&P 500 που κυμαίνεται μεταξύ 5%-35%, ανάλογα με την έκταση και τη σημασία του επεισοδίου: 

  • Μία σοβαρή γεωπολιτική κρίση, χωρίς όμως παγκόσμια κλιμάκωση προκαλεί συνήθως πτώση 5%-15% και η ανάκαμψη διαρκεί από τρεις έως εννέα μήνες
  • Μία πολεμική σύγκρουση με οικονομικές επιπτώσεις (κυρώσεις κλπ) που μπορεί να επηρεάσει τα εταιρικά κέρδη ή τα επιτόκια, φέρνει πτώση 15%-25% και η ανάκαμψη καθυστερεί
  • Μία γεωπολιτική κρίση συστημικού χαρακτήρα προκαλεί συνήθως sell-off που φτάνει στο 35% και η επιστροφή των μετοχών μπορεί να πάρει πάνω από ένα χρόνο ή και πολύ περισσότερο.

Μεσοπρόθεσμα, ωστόσο, οι αγορές έχουν αποδείξει ότι προσαρμόζονται γρήγορα στους γεωπολιτικούς κινδύνους και ανακάμπτουν σχετικά γρήγορα, ιδιαίτερα στην περίπτωση που δεν υπάρχει ουσιαστική κλιμάκωση.

Παρά τις γεωπολιτικές ανησυχίες, υπάρχει και μία πηγή αβεβαιότητας που ενδεχομένως αποδειχθεί η σημαντικότερη για τα χρηματιστήρια και τους επενδυτές. Η πιο παρεμβατική οικονομικά αμερικανική διακυβέρνηση από την εποχή του New Deal, σύμφωνα με την Eurasia, θα επιλέξει νικητές και ηττημένους σε μια κλίμακα που δεν έχουμε ξαναδεί στη σύγχρονη ιστορία των ΗΠΑ. 

Οι επιχειρήσεις που θα ευθυγραμμίζονται με την ατζέντα Τραμπ θα απολαμβάνουν καλύτερη μεταχείριση από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, σε περιπτώσεις όπως εξαγορές και συγχωνεύσεις, ρυθμιστικές εγκρίσεις, εξαιρέσεις από δασμούς κλπ. Ήδη, η Eurasia επισημαίνει ότι μεγάλο ποσοστό του αμερικανικού επιχειρηματικού κόσμου έχει προσαρμοστεί στους νέους κανόνες του παιχνιδιού.