Σήμερα πρωτοτυπώ. Γράφω δυο κείμενα, με ακριβώς αντίθετη επιχειρηματολογία μεταξύ τους, για το ίδιο θέμα. Για την Βενεζουέλα, τον Μαδούρο, τον Τραμπ και την στάση Μητσοτάκη. Εσείς διαλέξτε όποιο απ’ τα δυο θέλετε, όποιο σας πάει, όποιο σας αρέσει, όποιο σας εκφράζει.
Το κάνω, διότι κάποιος φίλος την γνώμη του οποίου εκτιμώ, μου είπε «καλά, δεν ντράπηκε ο Μητσοτάκης να πει ότι δεν είναι η στιγμή να μιλήσουμε για νομιμότητα;». Κι ύστερα από λίγο, άλλος άνθρωπος την κρίση του οποίου επίσης σέβομαι, μου είπε «τι θέλουν δηλαδή οι αντιστασιακοί του πληκτρολογίου, να τα βάλει αυτοκτονικά ο Μητσοτάκης με τον Τραμπ, και μάλιστα για μια χώρα δέκα χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά μας;».
Όπερ κι εγώ, αποφάσισα να σας δώσω σήμερα δυο version. Και να διαλέξετε εσείς την δική σας. Όχι, δεν πρόκειται γα επίδειξη συγγραφικής δεξιοτεχνίας, πρόκειται για απλή ομολογία αμηχανίας.
Version 1. Όταν το διεθνές δίκαιο γίνεται επιλεκτικό
Η υπόθεση Μαδούρο δεν αφορά τη Βενεζουέλα. Ούτε καν τον ίδιο τον Μαδούρο. Αφορά κάτι πολύ πιο απλό και πολύ πιο επικίνδυνο. Το αν το διεθνές δίκαιο ισχύει για όλους ή μόνο για όσους δεν έχουν αεροπλανοφόρα.
Η αντίδραση του Κυριάκου Μητσοτάκη στη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο από τις ΗΠΑ ήταν τόσο προσεκτική, που κατέληξε αποστειρωμένη και φοβική. Δεν είχε λέξη για τη νομιμότητα της πράξης. Ούτε αναφορά στην παραβίαση κρατικής κυριαρχίας. Μόνο μια ευχή για «νέα ελπίδα» στη Βενεζουέλα και την φράση-κλειδί: «δεν είναι η στιγμή να σχολιάσουμε τη νομιμότητα».
Δηλαδή, πότε ακριβώς είναι η στιγμή; Γιατί αν δεν σχολιάσεις την ώρα που η διεθνής νομιμότητα καταπατάται, τότε πότε; Όταν καταλαγιάσει ο θόρυβος; Όταν αλλάξει ο ένοικος του Λευκού Οίκου; Ή μόνο όταν ο παραβάτης δεν είναι σύμμαχος;
Η Ελλάδα έχει επενδύσει πολιτικά, διπλωματικά και ηθικά στο διεθνές δίκαιο. Το επικαλείται στο Αιγαίο, στην Ανατολική Μεσόγειο, στην Κύπρο. Και σωστά. Όμως το διεθνές δίκαιο δεν είναι à la carte. Δεν μπορεί να ισχύει όταν το παραβιάζει η Τουρκία, αλλά να μπαίνει σε παρένθεση όταν το παραβιάζει ο Ντόναλντ Τραμπ.
Εδώ ακριβώς γεννιέται η κριτική περί «ντροπιαστικής» ή «ραγιαδίστικης» στάσης. Όχι επειδή η Ελλάδα έπρεπε να καταγγείλει τις ΗΠΑ με υψωμένη γροθιά και επιθετική ρητορική, αλλά επειδή όφειλε να πει το αυτονόητο. Ότι η μονομερής σύλληψη αρχηγού κράτους σε ξένο έδαφος χωρίς διεθνή εντολή, παραβιάζει βασικές αρχές του διεθνούς δικαίου. Τελεία.
Το επιχείρημα του ρεαλισμού είναι γνωστό. Οι ΗΠΑ είναι στρατηγικός σύμμαχος, η συγκυρία δύσκολη, η γεωπολιτική ασταθής, ο Τραμπ απρόβλεπτος. Όλα σωστά. Όμως ο ρεαλισμός δεν απαιτεί σιωπή. Απαιτεί διατύπωση αρχών χωρίς θεατρινισμούς. Μια ψύχραιμη, θεσμική αναφορά στη νομιμότητα δεν θα έβλαπτε τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις. Θα ενίσχυε, αντιθέτως, τη θεσμική σοβαρότητα της χώρας.
Διότι αν αποδεχτούμε ότι οι ισχυροί μπορούν να παρακάμπτουν το διεθνές δίκαιο όταν «ο σκοπός είναι καλός», τότε ανοίγουμε μια πόρτα που βγάζει κατ’ ευθείαν στον κήπο μας. Και τότε, κανείς δεν θα συγκινηθεί από τις ελληνικές επικλήσεις στη νομιμότητα.
Το διεθνές δίκαιο ή είναι καθολικό ή δεν είναι τίποτα. Και η Ελλάδα, αν θέλει να το επικαλείται πειστικά, οφείλει να το υπερασπίζεται ακόμα κι όταν αυτό δεν είναι βολικό.
Version 2. Δεν είναι όλοι για να κάνουν τον μάγκα
Ακούω τις τελευταίες μέρες ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης, έπρεπε να «καταγγείλει» τις ΗΠΑ για την υπόθεση Μαδούρο. Ότι ήταν φοβικός. Ότι δεν στάθηκε στο ύψος του διεθνούς δικαίου. Ωραία όλα αυτά, αλλά ας κατέβουμε λίγο από τα θεωρεία και ας πατήσουμε στο έδαφος.
Η Ελλάδα δεν είναι υπερδύναμη. Δεν είναι ούτε Κίνα, ούτε Ρωσία, ούτε καν Γαλλία. Είναι μια μικρή χώρα σε μια δύσκολη γειτονιά, με ανοιχτά μέτωπα και μόνιμες απειλές. Και σε αυτή τη γειτονιά, οι συμμαχίες δεν είναι φιλολογικό θέμα, είναι θέμα ασφάλειας.
Ο Ντόναλντ Τραμπ έκανε αυτό που κάνει πάντα. Έδρασε μονομερώς, με το δικό του δόγμα ισχύος. Εξάλλου, ο Νικολάς Μαδούρο δεν ήταν κανένα υπόδειγμα δημοκρατίας, για να μην κοροϊδευόμαστε. Μέσα σε αυτό το σκηνικό, τι ακριβώς έπρεπε να κάνει ο Έλληνας πρωθυπουργός; Να βγει και να κουνήσει το δάχτυλο στις ΗΠΑ; Και μετά τι; Να του πούμε και «ντροπή σου»; Εντάξει, κι ύστερα; Θα του κάναμε μήπως τα μούτρα κρέας ή θα προκαλούσαμε αναιτίως την οργή του;
Αυτά τα κάνουν όσοι δεν έχουν να χάσουν τίποτα. Ή όσοι θέλουν απλώς να γράψουν μια δήλωση για το εσωτερικό ακροατήριο, ξέροντας ότι δεν θα φθάσει ποτέ στ’ αυτιά του Τραμπ.
Η στάση Μητσοτάκη ήταν προσεκτική. Χαμηλοί τόνοι, καμία θεατρική καταγγελία, καμία δήλωση που να μας μπλέκει χωρίς λόγο. Γιατί πολύ απλά, η Ελλάδα δεν κερδίζει απολύτως τίποτα από μια σύγκρουση αρχών με την Ουάσιγκτον για τη Βενεζουέλα. Αντιθέτως, έχει να χάσει πολλά, από την αμερικάνικη στήριξη στα ελληνοτουρκικά, στα ενεργειακά, μέχρι την ευρύτερη γεωπολιτική της ασφάλεια.
Κάποιοι λένε, «μα το διεθνές δίκαιο». Σύμφωνοι. Αλλά το διεθνές δίκαιο δεν το υπερασπίζεσαι με δηλώσεις εντυπώσεων. Το υπερασπίζεσαι όταν έχεις συμμάχους, σταθερότητα, ισχύ και αξιοπιστία. Αλλά και όταν έχεις την ευφυΐα και την ευελιξία να μην μπλέκεις σε άσκοπους καυγάδες. Και αυτά δεν τα πετυχαίνεις κάνοντας τον επαναστάτη του καναπέ.
Ο Μητσοτάκης δεν είπε ότι η πράξη ήταν νόμιμη. Απλώς δεν μπήκε στο γήπεδο. Καμιά φορά, το πιο έξυπνο πράγμα που μπορεί να κάνει μια χώρα είναι να μην μιλήσει για ό,τι δεν την αφορά άμεσα.
Στο καφενείο, τα πράγματα λέγονται απλά. Δεν πας στην παρακάτω γειτονιά να κάνεις τον νταή, όταν έχεις ανοιχτό μέτωπο δίπλα σου. Δεν τα βάζεις με τον ισχυρό, μόνο και μόνο για να αισθανθείς ηθικά ανώτερος. Και σίγουρα δεν ρισκάρεις τα δικά σου συμφέροντα για να αποδείξεις σε τρίτους ότι είσαι «καθαρός».
Η εξωτερική πολιτική δεν είναι Facebook. Είναι σκάκι. Και στο σκάκι, δεν κερδίζει όποιος φωνάζει πιο δυνατά, αλλά όποιος κρατήσει τον βασιλιά του όρθιο στο τέλος.
