Κίνδυνος για το δίχτυ ασφαλείας της Wall Street
Shutterstock
Shutterstock

Κίνδυνος για το δίχτυ ασφαλείας της Wall Street

Ένας από τους βασικούς λόγους της διατήρησης των τιμών της Wall Street σε υψηλά επίπεδα και της ταχύτατης επανάκαμψής τους έπειτα από κάθε βύθιση, είναι οι επαναγορές μετοχών των ίδιων των εισηγμένων εταιρειών. Έτσι τα προγράμματα «stock buyback», ενεργοποιούνται με μεγαλύτερη ένταση σε κάθε υποχώρηση της αγοράς, με αποτέλεσμα να γινόμαστε μάρτυρες της κλασσικής μεθόδου «buy the dip», δηλαδή της αγοράς μετοχών σε κάθε πτώση.

Οι εταιρείες προβαίνουν σε αγορές των δικών τους μετοχών μέσα από το χρηματιστήριο, είτε για να στηρίξουν τις τιμές των μετοχών όποτε αυτές πιέζονται πτωτικά, είτε γιατί δεν έχουν κάποια καλύτερη επενδυτική εναλλακτική επιλογή για τα ταμειακά τους διαθέσιμα. Όπως και να έχει, οι επαναγορές μετοχών δίνουν αξία στην περιουσία των ίδιων των μετόχων της εταιρείας, παρ’ όλο που πολλές φορές καθυστερούν κρίσιμα επενδυτικά σχέδια.

Σήμερα, όμως, οι μεγάλες επτά τεχνολογικές εταιρείες, γνωστές και ως «Magnificent 7», δηλαδή η Apple, η Amazon, η Alphabet, η Meta, η Microsoft, η Nvidia και η Tesla, ίσως θα πρέπει να αναζητήσουν μια διαφορετική ισορροπία στη χρήση των ταμειακών τους διαθεσίμων. Καθώς δεν είναι λίγοι οι χρηματιστηριακοί αναλυτές οι οποίοι εκτιμούν ότι τα τεράστια κόστη των κεφαλαιουχικών δαπανών (AI capex) θα στερήσουν από τις εταιρείες τη δυνατότητα επαναγοράς μετοχών, κάτι που θα αποδυναμώσει τις τιμές τους, τις αποτιμήσεις τους και τα βραχυχρόνια οφέλη των επενδυτών.

Κατά τη διάρκεια του τελευταίου τριμήνου (Q4) του 2025 οι συνολικές επαναγορές μετοχών υποχώρησαν στα $12,6 δισ. που είναι το χαμηλότερο επίπεδο από το 2018. Διότι οι εταιρείες έστρεψαν τα ταμειακά τους διαθέσιμα στην ανάπτυξη. Η υποχώρηση αυτή δεν είναι μια προσωρινή τακτική επιλογή. Δείχνει να είναι μια αναγκαστική στρατηγική στροφή. Αφού οι κεφαλαιουχικές δαπάνες (capex) έχουν γίνει πλέον η πρώτη και βασική προτεραιότητα. Στο νέο δόγμα της Silicon Valley, κάθε δολάριο που επιστρέφεται σε έναν μέτοχο, θεωρείται ότι είναι ένα δολάριο που αφαιρείται από την αγορά ενός τσιπ ή από την κατασκευή ενός data center. Δηλαδή, από την κούρσα της ανάπτυξης.

Έτσι οι εκτιμήσεις για το 2026 δείχνουν ότι οι εταιρείες θα ξοδέψουν συνολικά πάνω από $200–250 δισ. σε data centers, σε GPUs, σε servers και σε υποδομές. Η Microsoft θα δαπανήσει περίπου $55 δισ. με $60 δισ., η Amazon από $60δισ. έως $65 δισ., η Alphabet /Google από $50δισ. έως $55 δισ., η Meta από $40 δισ. έως $45 δισ., η Nvidia από $10 δισ. έως $15 δισ., η Apple $10 δισ. με $15 δισ., το ίδιο και η Tesla.

Οι προβλεπόμενες κεφαλαιουχικές  δαπάνες του 2026 είναι διπλάσιες από το 2024 και τριπλάσιες από το 2023. Και η αλήθεια είναι ότι τα κεφάλαια που εισφέρονται ως CapEx, είναι κεφάλαια που ούτε αποδίδουν σύντομα και ούτε «επιστρέφουν» άμεσα στους μετόχους. Σε αντίθεση με τις επαναγορές μετοχών, που αποτυπώνονται σχεδόν άμεσα στις οθόνες των χρηματιστηριακών τιμών. 

Μπορούν στα ταμειακά διαθέσιμα και στις ταμειακές ροές των εταιρειών να χωρέσουν και οι capex και τα buy backs; Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Goldman Sachs, οι εισροές στα ταμεία των «Magnificent 7», θα κυμαίνονται ανάμεσα στα $500 δισ. - $600 δισ. Σημαντικά ποσά, που έχουν σαν αποτέλεσμα τη διατήρηση των προγραμμάτων επαναγοράς μετοχών.

Όσον αφορά κάθε μετοχή ξεχωριστά, οι επενδυτικοί οίκοι υπολογίζουν ότι η Apple, θα αυξήσει το πρόγραμμα επαναγοράς στα $110 δισ., η Alphabet θα το αυξήσει στα $70 δισ., η Microsoft θα το διατηρήσει σταθερό στα $40 δισ., η Meta σταθερό στα $40 δισ., η Nvidia θα προχωρήσει σε νέες επαναγορές $30 δισ., ενώ μειωμένες θα είναι οι επαναγορές στις μετοχές της  Amazon και της Tesla, που επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους στις κεφαλαιουχικές δαπάνες. Η JPMorgan πάντως εκτιμά ότι τα προγράμματα επαναγορών θα εμφανίσουν μια συνολική πτώση της τάξης του 15%.

Ωστόσο, το πραγματικό και ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι το εάν θα βρεθούν οι αναγκαίοι πόροι τόσο για την ανάπτυξη, όσο και για τη «στήριξη» της αξίας των μετόχων. Αλλά το εάν οι κεφαλαιουχικές δαπάνες και οι επενδύσεις θα οδηγήσουν σε αποδόσεις, σε ταμειακές εισροές και σε κερδοφορία. Δηλαδή εάν θα υπάρχει ένα ρεαλιστικό ROI (return on investment), που θα πιστοποιεί ότι οι εξοντωτικές δαπάνες στην Τεχνητή Νοημοσύνη αποδίδουν, επιτρέποντας με αυτόν τον τρόπο στις εταιρείες να επαναγοράζουν τις μετοχές τους.

Διότι σε περίπτωση που δεν τα καταφέρουν τότε θα γεννηθούν χρέη, θα υπάρξει αδυναμία στήριξης των μετοχών και θα απαιτηθούν νέες επενδύσεις, αφού η ταχύτητα απαξίωσης των ψηφιακών υποδομών αυξάνεται με το πέρασμα του χρόνου. Και αυτό το σενάριο οι επενδυτικοί οίκοι το αντιμετωπίζουν από τη θετική πλευρά του. Θεωρούν ότι οι μετοχές θα στηριχθούν από την ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης και όχι μόνο από τις επαναγορές μετοχών. Ότι οι αποτιμήσεις των εταιρειών θα δικαιολογηθούν από την αύξηση των μεγεθών, με παράδειγμα  την άνοδο των εσόδων της Azure κατά +60% και της Google Cloud κατά +50%. Οπότε και  οι δικαιολογημένες αυξημένες προσδοκίες  θα τους προσδώσουν άλλο ένα ανοδικό περιθώριο της τάξης του 10% με 15% από τις τρέχουσες τιμές. 

Κλείνοντας, ας έχουμε στο μυαλό μας ότι έχει αυξηθεί σε επικίνδυνο βαθμό τους τελευταίους μήνες το ύψος  των CDSs (credit default swaps), δηλαδή των επασφάλιστρων κινδύνου, γνωστών σε εμάς από την περιπέτεια των ομολόγων του ελληνικού δημοσίου, πάνω στις ομολογιακές εκδόσεις των ψηφιακών εταιρειών της Wall Street. H αξία των CDSs έχει αυξηθεί κατά 400% μέσα στο τελευταίο 12μηνο. Τα CDSs στην Oracle ανέρχονται στα $6 δισ., στην Amazon στο $1,7 δισ., στην Alphabet στα $895 εκατ., στη Meta στα $687 εκατ., στη Microsoft τα $521 εκατ. και στη Nvidia στα $220 εκατ. Η άνοδος αυτή σημαίνει, ότι οι εταιρείες θα αναγκαστούν με ίδια κεφάλαια την ανάπτυξη τους. Διότι η αύξηση των CDSs θα οδηγήσει σε άνοδο των επιτοκίων που θα απαιτούν οι επενδυτές για να δανειοδοτούν τα capex της Τεχνητής Νοημοσύνης.