Με το πετρέλαιο να καλπάζει προς τα 100 δολάρια το βαρέλι, τις παγκόσμιες μετοχές να διορθώνουν κατά 2% και τον χρυσό να χάνει τα αρχικά του κέρδη, ολοκληρώθηκε για τις αγορές η πρώτη εβδομάδα του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Οι επόμενες ημέρες είναι βαρύνουσας σημασίας για την έκβαση του πολέμου, με τη Moody’s να προβλέπει ότι ο πόλεμος θα διαρκέσει 4-6 εβδομάδες.
Παράλληλα, ωστόσο, αυξάνονται οι ανησυχίες για την πιθανότητα μίας παρατεταμένης και γενικευμένης σύρραξης που θα βυθίσει οικονομία και παγκόσμιες αγορές σε κρίση διαρκείας. Και αυτό γιατί συνήθως οι πόλεμοι δεν εξελίσσονται βάσει του καλύτερου δυνατού σεναρίου. Σε αυτό το περιβάλλον υπάρχουν «ευνοημένα» assets, στα λεγόμενα war trades, αλλά και επενδύσεις που διανύουν περίοδο κρίσης εξαιτίας του γεωπολιτικού σοκ.
Την περασμένη Τρίτη 3 Μαρτίου, ημέρα κατά την οποία το Ιράν ανακοίνωσε ότι έκλεισε τα Στενά του Ορμούζ, μόλις 8 πλοία εντοπίστηκαν να διασχίζουν το κρισιμότερο θαλάσσιο πέρασμα για την παγκόσμια αγορά πετρελαίου και φυσικού αερίου. Σύμφωνα με το αρμόδιο τμήμα της JPMorgan για την αγορά ενέργειας και εμπορευμάτων, ο συνολικός αριθμός των πλοίων που περνούν υπό φυσιολογικές συνθήκες από την περιοχή είναι 138, που συνεπάγεται μείωση της κίνησης κατά 94%.
Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της εβδομάδας, την ώρα που τουλάχιστον έξι πλοία έχουν δεχθεί επίθεση και εκατοντάδες τάνκερ παραμένουν εγκλωβισμένα στον Περσικό Κόλπο.
Αδυνατώντας να περάσουν το πετρέλαιο από τα Στενά του Ορμούζ, οι χώρες του Κόλπου αποθηκεύουν την παραγωγή τους σε τάνκερ. Σύμφωνα με την JPMorgan, περίπου 76 εκατ. βαρέλια έχουν συσσωρευτεί, από τα οποία σχεδόν 46 εκατ. βαρέλια έχουν αποθηκευτεί σε τάνκερ, 22 εκατ. βαρέλια σε διυλιστήρια και 8 εκατ. βαρέλια σε άλλες εγκαταστάσεις αποθήκευσης. Αν παραμείνουν κλειστά τα Στενά του Ορμούζ για πολύ ακόμα, τότε οι χώρες του Κόλπου και κυρίως η Σαουδική Αραβία, θα αναγκαστούν να διακόψουν την παραγωγή καθώς θα έχουν ξεμείνει από χώρους αποθήκευσης.
Όσο συνεχίζεται ο πόλεμος, τόσο θα βαθαίνει η κρίση στην ενέργεια και στην παγκόσμια ναυσιπλοΐα και οι τιμές του πετρελαίου θα οδεύουν προς τα 100 δολάρια ή και θα τα ξεπεράσουν, απειλώντας με παγκόσμια οικονομική επιβράδυνση και χρηματιστηριακή κρίση.
Το πετρέλαιο, λοιπόν, είναι το πιο ευνοημένο asset του πολέμου έχοντας ήδη σπάσει… δύο φράγματα, αρχικά τα 80 δολάρια και την Παρασκευή το ορόσημο των 90 δολαρίων.
Πρόκειται για μία από τις καλύτερες εβδομάδες στην ιστορία για το πετρέλαιο, με το Brent να ενισχύεται άνω του 28% και το αργό τύπου WTI να σημειώνει κέρδη 35,6%. Ήταν η μεγαλύτερη εβδομαδιαία άνοδος για το Brent από τον Απρίλιο του 2020 και η καλύτερη επίδοση για το αργό WTI που έχει καταγραφεί στα χρονικά (από το 1983 που συλλέγονται στοιχεία). Στις συναλλαγές της Παρασκευής, μάλιστα, η τιμή του Brent εξερράγη κατά 8% στα 93 δολάρια, ενώ το αργό WTI σκαρφάλωσε μέσα σε μία ημέρα από τα 81 στα 90 δολάρια.
Το δολάριο έχει δεχθεί και αυτό σημαντική ώθηση. Ο δείκτης δολαρίου ενισχύεται κατά 1,31% με την ισοτιμία ευρώ/δολαρίου να υποχωρεί έως και κάτω από τα 1,16 δολάρια, όταν πριν τον πόλεμο διαμορφωνόταν πάνω από τα 1,18 δολάρια. Το αμερικανικό νόμισμα θα συνεχίσει να ενισχύεται όσο αυξάνονται οι τιμές του πετρελαίου και όσο παραμένει σε πολύ υψηλά επίπεδα ο γεωπολιτικός κίνδυνος.
Οι κλάδοι της Wall Street που ξεχώρισαν την εβδομάδα ήταν της ενέργειας (πετρέλαιο, διύλιση, παραγωγή), της αεροδιαστημικής και άμυνας (στρατιωτικός εξοπλισμός κλπ), των βιομηχανικών εμπορευμάτων, της Τεχνητής Νοημοσύνης και ημιαγωγών και των καταναλωτικών βασικών αγαθών.
Στους χαμένους της εβδομάδας θα βρούμε τις μετοχές των αεροπορικών εταιρειών, τις μετοχές – με μεγαλύτερη πτώση για τους τίτλους των αναδυόμενων αγορών – και τα ομόλογα λόγω των νέων ανησυχιών για αναζωπύρωση του πληθωρισμού. Οι κυκλικές και οι τίτλοι χαμηλής κεφαλαιοποίησης δέχονται επίσης πιέσεις. Οι κλάδοι της Wall Street με τις χειρότερες επιδόσεις αυτή την εβδομάδα ήταν των αεροπορικών εταιρειών της ανάπτυξης και ο ταξιδιωτικός.
Τέλος, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη πως όσο σπάνε τα margin calls για assets που διορθώνουν, τόσο οι επενδυτές θα τραβούν κεφάλαια από επενδύσεις υψηλότερου ρίσκου, όπως οι μετοχές των αναδυόμενων αγορών ή από assets που έχουν αποφέρει μεγάλα κέρδη τους τελευταίους μήνες, όπως λ.χ. το ασήμι, προκειμένου να καλύψουν ζημιές.
