Ήδη από το 2020 ο CEO της Toyota, Akio Toyoda τοποθετούσε χαμηλά τον πήχη των προσδοκιών για την ηλεκτροκίνηση των οχημάτων (EV). Οι πρόσφατες εξελίξεις με τις ζημίες ύψους 22 δισ. ευρώ της Strellantis, 19,5 δισ. δολαρίων της Ford και με τις «αφανείς» ζημίες της κινεζικής βιομηχανίας EV, τον δικαιώνουν σε μεγάλο βαθμό.
Όπως είχε αναλυθεί στο άρθρο του 2020, «Το «θαύμα» της ηλεκτροκίνησης, το Apple Car, o Akio Toyoda και το μέλλον των εταιρειών Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας», ο Νο1 της Toyota, υποστήριζε από τότε, ότι το επιχειρηματικό μοντέλο της αυτοκινητοβιομηχανίας θα καταρρεύσει εάν η βιομηχανία μετατοπιστεί βιαστικά προς την ηλεκτροκίνηση. Και αυτό το πρέσβευε ο CEO μιας εταιρείας που επενδύει περισσότερα από $13 δισ. στον εξηλεκτρισμό των μοντέλων της, έχοντας θέσει ως στόχο την παραγωγή 4,5 εκατ. υβριδικών οχημάτων και 1 εκατ. ηλεκτρικών οχημάτων μέχρι το 2030.
Η ιστορία της παγκόσμιας βιομηχανίας είναι γεμάτη από μεγάλα στοιχήματα, αλλά λίγα έχουν την ένταση και το κόστος της απόπειρας για τον ταχύτατο, και απότομο εξηλεκτρισμό της παγκόσμιας αυτοκίνησης, στα πλαίσια του Ιερού Δισκοπότηρου που ακούσει στο όνομα: Πράσινη Μετάβαση. Σήμερα, αυτό που κάποτε διαφημιζόταν ως μια «πράσινη βιομηχανική επανάσταση» έχει μετατραπεί σε μια οικονομική δοκιμασία επικών διαστάσεων που προς το παρόν αφήνει τους παραδοσιακούς γίγαντες της Δύσης, αλλά τους φιλόδοξους «κολοσσούς» της Κίνας, να μετρούν πληγές δισεκατομμυρίων.
Στο άρθρο «Η αυτοκαταστροφή της κινεζικής αυτοκινητοβιομηχανίας», είχαμε περιγράψει ότι «οι μετοχές των κινεζικών αυτοκινητοβιομηχανιών, όπως της BYD και της Geely, βρίσκονται υπό πίεση, καθώς οι επενδυτές αντιλαμβάνονται την αστάθεια του κλάδου και ότι η υπερπαραγωγή αυτοκινήτων δεν είναι απλά αναποτελεσματική, αλλά καταστροφική. Η υπερπροσφορά έχει γεννήσει φαινόμενα και εικόνες που μοιάζουν βγαλμένα από δυστοπικές κινηματογραφικές ταινίες. Με εκτάσεις γεμάτες καινούργια αχρησιμοποίητα οχήματα.
Οι βιομηχανίες, πιεσμένες στην κατεύθυνση της επίτευξης των μη ρεαλιστικών στόχων πωλήσεων που τους τίθενται, πωλούν αυτοκίνητα με οικονομική ζημία κάτω από την τιμή κόστους ή τα προωθούν ως μεταχειρισμένα σε εξειδικευμένες πλατφόρμες δευτερογενούς αγοράς οχημάτων, «σκοτώνοντας τις τιμές πώλησης», κάτω από το κρατικό ραντάρ το οποίο παρακολουθεί μόνο τις θεωρητικές αρχικές τιμές των νέων οχημάτων.
Ωστόσο, η αδιαφάνεια στην απεικόνιση των οικονομικών στοιχείων των κινεζικών επιχειρήσεων, δεν επιτρέπει στους αναλυτές να έχουν μια καθαρή εικόνα των ζημιών και της βιωσιμότητας της κινεζικής βιομηχανίας EV. Στον αντίποδα οι ανακοινώσεις των αποτελεσμάτων της ευρωπαϊκής Stellantis και της αμερικανικής Fοrd, περιγράφουν με καθαρότητα και σαφήνεια την έκταση του προβλήματος.
Η πρόσφατη ανακοίνωση της Stellantis, ιδιοκτήτριας μεταξύ των άλλων των Fiat, Peugeot και Chrysler προκάλεσε ένα ισχυρό σοκ στις αγορές. Η εταιρεία προχώρησε σε διαγραφή λογιστικής αξίας, ύψους 22 δισ. ευρώ στη μονάδα ηλεκτρικών οχημάτων της, οδηγώντας τη μετοχή της σε ελεύθερη πτώση της τάξης του -27% μέσα σε μία ημέρα. Με αποτέλεσμα η χρηματιστηριακή αποτίμηση του ομίλου να συρρικνωθεί στα 17 δισ. ευρώ. Λιγότερο δηλαδή από το ύψος της ζημιάς που μόλις κατέγραψε, στις λογιστικές της καταστάσεις.
Λίγα εικοσιτετράωρα αργότερα, η Ford ανακοίνωσε πρόσφατα ζημιές ύψους $19,5 δισ. στον τομέα των ηλεκτρικών οχημάτων, ενώ η General Motors ακολούθησε με απώλειες της τάξης των $7 δισ. Συνολικά, οι δυτικοί κατασκευαστές (Ευρωπαίοι και Αμερικανοί) έχουν δαπανήσει πάνω από $100 δισ. σε επενδύσεις οι οποίες δεν αποδίδουν, καθώς οι καταναλωτές προς το παρόν, γυρίζουν την πλάτη στα αμιγώς ηλεκτρικά οχήματα.
Τι πήγε λάθος; Ο Antonio Filosa, CEO της Stellantis, παραδέχθηκε με αφοπλιστική ειλικρίνεια ότι η βιομηχανία υπερεκτίμησε τον ρυθμό της ενεργειακής μετάβασης, που είναι αποκομμένη από τις πραγματικές ανάγκες και δυνατότητες των καταναλωτών / αγοραστών. Η θεωρία ότι οι οδηγοί θα εγκατέλειπαν μαζικά τη βενζίνη και το ντίζελ αποδείχθηκε περισσότερο μια ιδεολογική επιθυμία παρά μια ρεαλιστική προοπτική.
Οι καταναλωτές συνεχίζουν να ανησυχούν για την αυτονομία των οχημάτων, την έλλειψη υποδομών φόρτισης και κυρίως, τις τιμές πώλησης των EV. Τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα παραμένουν κατά μέσο όρο από 25% έως και 30% ακριβότερα από τα συμβατικά, την ώρα που το κόστος διαβίωσης πιέζει τα νοικοκυριά. Τα οποία ιεραρχούν χαμηλότερα στις προτεραιότητες τους, την απόκτηση ενός νέου «πράσινου» οχήματος.
Επιπλέον, η κατάργηση των κρατικών επιδοτήσεων στον πυρήνα της ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας δηλαδή την Γερμανία και Γαλλία, καθώς και η απόσυρση σχετικών φοροαπαλλαγών στις ΗΠΑ από την κυβέρνηση Τραμπ, αποκάλυψαν ότι η αγορά των ηλεκτρικών οχημάτων ήταν σε μεγάλο βαθμό τεχνητά συντηρούμενη.
Την ήδη επιβαρυμένη κατάσταση, ακολούθησε ένα στρατηγικό σφάλμα της Δύσης. Το άνοιγμα της πόρτας στον κινεζικό ανταγωνισμό και μάλιστα μέσω επιδοτήσεων. Οι παραδοσιακές αυτοκινητοβιομηχανίες πίστεψαν ότι ένα ηλεκτρικό αυτοκίνητο είναι απλώς ένα συμβατικό όχημα με μπαταρία. Στην πραγματικότητα, όμως είναι ένα ηλεκτρονικό gadget με ρόδες. Σε έναν χώρο, όπου οι Κινέζοι κάνουν θαύματα.
Παράλληλα οι κινεζικές εταιρείες διατηρώντας τον έλεγχο της εφοδιαστικής αλυσίδας των πρώτων υλών και της τεχνολογίας μπαταριών, προσφέρουν οχήματα που είναι όχι μόνο φθηνότερα, αλλά και τεχνολογικά ανώτερα. Ενώ η Ευρώπη και οι ΗΠΑ ξοδεύουν δισεκατομμύρια για να μετατρέψουν τα παλιά εργοστάσια σε σύγχρονα, η Κίνα κτίζει από το μηδέν μια βιομηχανία που πλέον ελέγχει το 16% της ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρικών.
Η οικονομική πραγματικότητα, για μια φορά ακόμα αποδείχθηκε πιο σοφή και πιο έξυπνη από τις πολιτικές εξαγγελίες και τις κυβερνητικές αποφάσεις. Η πραγματική οικονομία, με επώδυνο ομολογουμένως τρόπο, μας υπενθυμίζει, αφενός ότι οι στόχοι πρέπει να ορίζονται από τη ζήτηση της αγοράς και όχι από κυβερνητικά διατάγματα και αφετέρου ότι μια βιομηχανία που δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς κρατικές επιδοτήσεις δεν είναι βιώσιμη.
Ασφαλώς και η ηλεκτροκίνηση δεν έχει πεθάνει. Έχει όμως επιστρέψει στη φυσική της θέση, που είναι περισσότερο μια εξειδικευμένη αγορά, παρά μια μαζική αγορά για όλους. Επενδυτικά, ο δρόμος της επιστροφής για τις δυτικές αυτοκινητοβιομηχανίες θα είναι μακρύς και θα έχει σημαντικό κόστος.
Το «στοίχημα του αιώνα» προς το παρόν χάθηκε, και το τίμημα θα το πληρώσουν οι εργαζόμενοι και οι μέτοχοι των βιομηχανιών που λησμόνησαν ότι τον τόνο στις αγορές τον δίνουν οι πελάτες και όχι οι πολιτικές κατευθύνσεις. Ή όπως έλεγαν οι παλιότεροι, δεν βάζουμε ποτέ το κάρο μπροστά από το μουλάρι.
