Η σωστή και η λάθος ερώτηση για το ελληνικό χρηματιστήριο

Η σωστή και η λάθος ερώτηση για το ελληνικό χρηματιστήριο

Οι επόμενες εβδομάδες είναι αυξημένης βαρύτητας τόσο για τις διεθνείς αγορές όσο και για το ελληνικό χρηματιστήριο.

Αμφότερες δουλεύουν σε πολυετή υψηλά, ενώ αυτή η εβδομάδα είναι ειδησιογραφικά «φορτωμένη», με τα στοιχεία του πληθωρισμού των ΗΠΑ να μονοπωλούν το ενδιαφέρον στη διεθνή αγορά και τις ανακοινώσεις την Τετάρτη των αποτελεσμάτων χρήσης για το 2023 τόσο από την Coca-Cola HBC, όσο και από την Τράπεζα Πειραιώς να είναι στο επίκεντρο της ελληνικής αγοράς, με την τελευταία μάλιστα να τελεί υπό αναμονή του placement από το ΤΧΣ.

Επιπλέον, όσον αφορά το ελληνικό χρηματιστήριο, από την Τετάρτη το Διεθνές Αεροδρόμιο Αθηνών θα ενταχθεί στην σύνθεση του FTSE Russel και στον FTSE 25, γεγονός που συνεπάγεται rebalancing με σημαντικές εισροές από ξένους.

Τα στοιχεία για τον πληθωρισμό των ΗΠΑ είναι η πλέον πιο σημαντική οικονομική είδηση παγκοσμίως σήμερα, καθώς τα δεδομένα του Ιανουαρίου θα αποτελέσουν μια πρώτη ένδειξη για το πόσο δύσκολο θα είναι το «τελευταίο μίλι» στη μάχη για τον πληθωρισμό και πώς έχει επηρεάσει μέχρι στιγμής τις τιμές η κατάσταση στην Ερυθρά Θάλασσα.

Οι αγορές αναμένουν ότι ο κρίσιμος βασικός υποδείκτης για τις ΗΠΑ θα είναι εναρμονισμένος με τον πληθωρισμό και θα σημειώσει ετήσιο εύρος της τάξης του 3,5-4%.

Δεδομένου ότι η αγορά βρίσκεται σε υπεραγορασμένα επίπεδα, μια θετική ή αρνητική απόκλιση θα αποτελέσει είτε την αφορμή για τον προσδιορισμό ενός σημείου καμπής στο ανοδικό ράλι των αγορών, είτε τα «εχέγγυα» για τη συνέχεια του ανοδικού momentum.

Το Χρηματιστήριο Αθηνών χθες έκανε την «minimum» τεχνική κοιλιά έως τον μέσο κινητό των 9 ημερών, ο οποίος βρίσκεται πέριξ των 1.391 μονάδων, δημιουργώντας ένα πρώτο άγχος για το κατά πόσον επίκειται μια μεγαλύτερη διόρθωση, ειδικά αν δοθεί μια σημαντική αφορμή, κατά πάσα πιθανότητα από το εξωτερικό.

Οι γεωπολιτικές εξελίξεις άλλωστε αποτελούν εδώ και εβδομάδες μια σοβαρή εστία ανησυχίας που θα μπορούσε να τροφοδοτήσει με πωλήσεις τις αγορές ανά πάσα στιγμή. Μέχρι στιγμής όμως, η εταιρική κερδοφορία και οι προσδοκίες για μείωση των επιτοκίων έστω κατά τα τέλη του πρώτου εξαμήνου, οπλίζουν το χέρι των αγοραστών και αφοπλίζουν τους πωλητές.

Αν όμως με μια αφορμή οπλιστεί πράγματι το χέρι των πωλητών στην Ελλάδα, θα είναι τόσο τραγικό για έναν μακροπρόθεσμο επενδυτή;

Mήπως η σωστή ερώτηση εδώ είναι πόσο μεγάλη επενδυτική ευκαιρία θα ήταν μια διόρθωση στο ελληνικό χρηματιστήριο από τα τρέχοντα επίπεδα για όσους έχουν τη σοφία να βλέπουν το δάσος και όχι το δέντρο;

Τι περιμένουμε από Coca Cola και Πειραιώς

Πιο σημαντικό ακόμα και από τα αποτελέσματα είναι ότι και οι δύο εταιρείες κατά τη διάρκεια των τηλεδιασκέψεων θα προχωρήσουν στις επικαιροποιημένες προβλέψεις για το 2024.

Για την Τράπεζα Πειραιώς περιμένουμε της λεπτομέρειες του επιχειρηματικού πλάνου για την επόμενη διετία, ενώ για την Coca Cola η αγορά εστιάζει στις εκτιμήσεις για τη νέα θυγατρική της στην Αίγυπτο, αλλά πάνω από όλα για την πορεία του κόστους παραγωγής καθώς παρατηρούνται αυξητικές τάσεις και στις τρεις βασικές συνισταμένες του, ήτοι στην ενέργεια, το αλουμίνιο και τη ζάχαρη.

Δεδομένου ότι η επενδυτική κοινότητα στην εποχή των υψηλών επιτοκίων δίνει νομοτελειακά μεγάλη σημασία στο ύψος του μερίσματος, είναι λογικό ότι η μερισματική πολιτική και των δύο εταιρειών θα βρεθεί στο επίκεντρο, με τις εκτιμήσεις των αναλυτών για το μέρισμα της πρώτης να συγκλίνουν στα 0,89 ευρώ ανά μετοχή, ήτοι αυξημένο κατά 14% σε σχέση με πέρυσι, ενώ για τη δεύτερη δεν αποκλείουν να ανακοινώσει μετά από πολλά χρόνια μέρισμα χρήσης έως και 0,07 ευρώ/μετοχή.

Αν η Πειραιώς προχωρήσει πράγματι σε μια τέτοια ανακοίνωση, θα εκτοξεύσει τις προσδοκίες για ανάλογες κινήσεις και από τις υπόλοιπες τρεις συστημικές τράπεζες, με τις «όποιες» πιθανές προεξοφλήσεις μιας τέτοιας προοπτικής στο χρηματιστηριακό ταμπλό.

Επιπλέον, το placement στην Πειραιώς είναι ένα από τα πιο αναμενόμενα χρηματιστηριακά γεγονότα μετά την εγγραφή του ΔΑΑ, με την υπερκάλυψη ceteris paribus να θεωρείται δεδομένη, καθώς οι ξένοι έχουν στόχο αυξημένης στάθμισης για το ελληνικό χρηματιστήριο και αναζητούν πακέτα σε συγκεκριμένα επίπεδα τιμών ελέω της έλλειψης προσφοράς από την αγορά.

Αμέσως μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων λοιπόν, ο σύμβουλος διάθεσης του Ταμείου, η Bank of America, θα καταθέσει την εισήγηση ώστε να μπούμε στην τελική ευθεία για το placement το οποίο αναμένεται πέριξ των αρχών Μαρτίου.

Η JP Morgan για άλλη μια φορά ψηφίζει Ελλάδα

Λίγο πριν από τα κομβικά αυτά γεγονότα, η JP Morgan έδωσε νέα ψήφο εμπιστοσύνης στον ελληνικό τραπεζικό κλάδο, μέσω νέας έκθεσης στην οποία αναλύονται οι τρεις βασικοί παράγοντες που κάνουν τις ελληνικές τράπεζες να ξεχωρίζουν:

-H ζήτηση για τα ελληνικά περιουσιακά στοιχεία που παραμένει ισχυρή όπως κατέδειξαν τόσο το πρόσφατο Greece Investment Forum που διοργάνωσε η αμερικανική τράπεζα στη Νέα Υόρκη, όσο και οι πρόσφατες συναλλαγές στην αγορά, με τις τέσσερις συστημικές τράπεζες μέσα σε λιγότερο από έναν μήνα φέτος να αντλούν κεφάλαια ύψους 1,8 δις ευρώ ενώ αν προστεθούν και οι δύο εκδόσεις λίγο πριν το τέλος του 2023, το ποσό αυτό φθάνει τα

2,8 δις ευρώ. (σ.σ:Υπόψιν ότι η υπερκάλυψη-ρεκόρ των τραπεζικών ομολογιακών εκδόσεων βοήθησε και στην αποκλιμάκωση των επιτοκίων).

- Οι προσδοκίες για τα κέρδη ανά μετοχή των τραπεζών που συνεχίζουν να αυξάνονται και φθάνουν στο 12% για το τελευταίο τρίμηνο, ενώ προέρχονται από ένα χαμηλό σημείο εκκίνησης,

-Η φθηνότερη αποτίμηση τους σε σχέση με τις αντίστοιχες τράπεζες της CEEMEA -ζώνη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Αφρικής - οι οποίες είναι το σημείο αναφοράς.

Όλα αυτά βέβαια πλαισιώνονται από τη μακροοικονομική προοπτική της χώρας μας και τον χαμηλό εγχώριο πολιτικό κίνδυνο.

Ως εκ τούτου, η αμερικανική τράπεζα δεν αλλάζει τις τιμές/στόχους για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες- 2,40 ευρώ για την Alpha Bank, 2,40 ευρώ για τη Eurobank, 8,3 ευρώ για την Εθνική Τράπεζα και 5 ευρώ για την Τράπεζα Πειραιώς- διατηρώντας τη σύσταση «overweight».

Όπως σημειώνει στην έκθεσή της, οι ελληνικές τραπεζικές μετοχές έχουν παρουσιάσει ισχυρή πορεία με σχεδόν 100% συνολική απόδοση σε επίπεδο δείκτη από τον Ιούνιο του 2022 έως και σήμερα. Φέτος αναμένεται να συνεχίσουν τις ισχυρές επιδόσεις, παρά την ευαισθησία του κλάδου στα επιτόκια.

Οι ελληνικές τράπεζες διαπραγματεύονται τώρα στο 0,7x προβλεπόμενο για το 2024 P/TBV και 6x P/E-υπόψιν ότι αυτό δεν είναι πολύ μακριά από τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές- ενώ οι προοπτικές καθαρής πιστωτικής ανάπτυξης όπως θα παρουσιαστούν επί την ευκαιρία των ανακοινώσεων των αποτελεσμάτων και η δυνατότητα επιστροφής στην πολιτική καταβολής μερισμάτων θα είναι τα σημεία κλειδιά για την αντοχή του κλάδου στις «κακοτοπιές» της αγοράς.

Το ΧΑ αρχίζει να αντικατοπτρίζει την πρόοδο της ελληνικής οικονομίας

Από την αρχή του χρόνου ο Γενικός Δείκτης του Χρηματιστηρίου Αθηνών ενισχύεται κατά 7,8% , επίδοση που το τοποθετεί για άλλη μια φορά στις αγορές με κορυφαία επίδοση σε παγκόσμιο επίπεδο. (σ.σ:Μην ξεχνάμε ότι χάρη στην ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας η αγορά μας το 2023 έδωσε κέρδη της τάξης του 39,08%, σημειώνοντας την τρίτη καλύτερη επίδοση παγκοσμίως).

Πέραν όμως της απόδοσης, η πρόσφατη κίνηση της αγοράς πάνω από τις 1400 μονάδες για πρώτη φορά από το 2011, έχει και συμβολική σημασία, δεδομένων των μαύρων σελίδων που ακολούθησαν για τη χώρα και το ελληνικό χρηματιστήριο.

Ως ποσοστό του ΑΕΠ του 2024, η κεφαλαιοποίηση του ελληνικού χρηματιστηρίου κυμαίνεται περίπου στο 41% έναντι 80% του μέσου όρου στην Ευρωζώνη, έναντι 100% σε όλες τις αναπτυσσόμενες αγορές, ενώ ο μέσος όρος στις αναπτυγμένες διαμορφώνεται στο 60%. (σ.σ:το ΑΕΠ προβλέπεται ότι θα φτάσει στα 235,147 δισ. ευρώ το 2024, από 224 δισ. ευρώ το 2023).

Αυτό και μόνο αναδεικνύει τα δυνητικά περιθώρια ανόδου της αγοράς.

Σύμφωνα δε με τους υπολογισμούς της NBG Securities, οι ελληνικές μετοχές στο σύνολο της αγοράς διαπραγματεύονται με μέσο δείκτη EV/EBITDA στις 5,7 φορές για το 2024, δηλαδή με discount άνω του 50% σε σχέση με τον μέσο όρο των αγορών της ΕΕ.

Ως εκ τούτου, για το 2024 οι περισσότεροι αναλυτές εκτιμούν ότι η ελληνική αγορά αν μη τι άλλο θα επιχειρήσει να βελτιώσει περαιτέρω τις άνω αναλογίες.

Στο σημείο αυτό να υπενθυμίσουμε ότι πριν την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και την ελληνική κατάρρευση, το 2007 το ποσοστό της κεφαλαιοποίησης προς το ΑΕΠ ήταν στο 85% .

Το 2024 όμως οι παρακαταθήκες για την Ελλάδα σε σχέση με εκείνη την περίοδο είναι πραγματικά «η μέρα με τη νύχτα».

Η αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της χώρας μπορεί να αποτελεί μια μακρά και επίπονη διαδικασία, όμως τα θεμέλια έχουν ήδη μπει και δεν είναι άλλα από τη μείωση της εξάρτησης της ελληνικής οικονομίας από την κατανάλωση με αντίστοιχη υποκατάσταση της συμμετοχής στο ΑΕΠ από τις εξαγωγές και τις επενδύσεις.

Στο προσχέδιο του προϋπολογισμού προβλέπεται η αναλογία της συνολικής κατανάλωσης, δημόσιας και ιδιωτικής, στο ΑΕΠ να περιοριστεί από το 88% το 2022 στο 87,6% το 2023 και κάτω από το 86% το 2024, παρά την αύξηση της κατανάλωσης σε ονομαστικούς όρους ίσως και πάνω από τα 200 δις ευρώ λόγω της επίδρασης του πληθωρισμού.

Ο δείκτης που ως στήλη δίνουμε και τη μεγαλύτερη βαρύτητα, ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου, ήτοι οι καθαρές επενδύσεις - χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η μεταβολή των αποθεμάτων που επίσης επηρεάζουν το ΑΕΠ - αναμένεται ότι θα φτάσει κοντά στα 37 δις ευρώ από τα 32,4 δις ευρώ του 2023 και τα 28,5 δις ευρώ του 2022.(σ.σ: Η πρόβλεψη αυτή βασίζεται στην εκταμίευση πόρων από το ΕΣΠΑ και το Ταμείο Ανάκαμψης).

Δεν αντιλέγουμε ότι αναλογικά με το ΑΕΠ, η αύξηση του μεριδίου των επενδύσεων είναι αργή. Πράγματι, από το 13,7% το 2022, αναμένεται να αυξηθεί στο 14,45% το 2023 και στο 15,7% το 2024, ποσοστά κατά πολύ μικρότερα από την πάλαι ποτέ αναλογία του 20%. Όμως κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι είμαστε προς τη σωστή κατεύθυνση προκειμένου να κατακτήσουμε και γιατί όχι και να ξεπεράσουμε αυτό το επίπεδο.

Πρόοδος έχει γίνει και όσον αφορά τις εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών. Συμπεριλαμβανομένων των αυξημένων εσόδων από τον τουρισμό αλλά και των μειωμένων εσόδων από τα ενεργειακά προϊόντα, οι εξαγωγές αναμένεται ότι θα αυξηθούν περίπου στα 110 δις ευρώ ή στο 47% του ΑΕΠ για το 2024 από τα 104 δις ευρώ το 2023 και τα 101,4 δις ευρώ το 2022.

Για τις εισαγωγές εκτιμάται ότι το ποσοστό αύξησης θα είναι μικρότερο σε σχέση με το αντίστοιχο των εξαγωγών, με εκτιμήσεις για 129 δις ευρώ για το 2024, από 124 δις ευρώ το 2023 και αναλογία ΑΕΠ στο 54,8%.

Σαφώς και υπάρχουν μεγάλα περιθώρια βελτίωσης στο έλλειμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. (σ.σ:υπόψιν ότι αν και δεν έχουν βγει τα επίσημα στοιχεία, το 2023 αναμένεται να μειωθεί στο 7,7% - 7,6% του ΑΕΠ σε σχέση με το 2022).

Για να πετύχουμε αυτή τη βελτίωση χρειαζόμαστε ένα ισορροπημένο και σταθερό μείγμα δημοσιονομικής πολιτικής και φιλικής προσέγγισης προς τις επιχειρήσεις.

Η χώρα μας φαίνεται ότι ήδη έχει κάνει αυτή την επιλογή, ενώ την ίδια στιγμή εμφανίζει ικανοποιητική ανάπτυξη, συμπαθή μείωση του δημοσίου χρέους ως προς το ΑΕΠ και άνοδο των ξένων άμεσων επενδύσεων, συνεπικουρούμενη από μια φιλότιμη προσπάθεια βελτίωσης του επενδυτικού κενού που δημιουργήθηκε κατά την κρίση χρέους.

Μέσα από αυτό το πρίσμα, η ισχυρή ζήτηση ξένων κεφαλαίων για ελληνικά περιουσιακά στοιχεία όπως αυτή αποτυπώνεται στον βαθμό υπερκάλυψης των εκδόσεων κρατικών και εταιρικών ομολόγων, στη διάθεση μετοχών-placements- στους επενδυτές, αλλά και στις νέες εισαγωγές, είναι σε πλήρη ευθυγράμμιση με τις μακροοικονομικές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας.

Το ζητούμενο της χρονιάς για το Χρηματιστήριο Αθηνών πέραν ένος ακόμα καλού ποσοστού ανόδου, είναι να αποκτήσει το βάθος των ώριμων αγορών και πέραν του ΔΑΑ να γίνει η εισαγωγή και άλλων μεγάλων παραγωγικών επιχειρήσεων.

Προς το παρόν αναμένονται οι νέες εισαγωγές εταιρειών ακινήτων όπως εκείνες της Noval Property του ομίλου Βιοχάλκο, της Intracom Properties και της Lamda Malls της Lamda Development.

Από τα μέσα δε του έτους, η αγορά μας θα ενταχθεί στη λίστα «υπό παρακολούθηση» της διαδικασίας αναβάθμισης του ΧΑ σε ανεπτυγμένη αγορά, κάτι που θα μειώσει το ασφάλιστρο κινδύνου των ελληνικών μετοχών.

 

Aποποίηση Ευθύνης

Το υλικό αυτό παρέχεται για πληροφοριακούς και μόνο σκοπούς. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να εκληφθεί ως προσφορά, συμβουλή ή προτροπή για την αγορά ή πώληση των αναφερόμενων προϊόντων. Παρόλο που οι πληροφορίες που περιέχονται βασίζονται σε πηγές που θεωρούνται αξιόπιστες, καμία διασφάλιση δε δίνεται ότι είναι πλήρεις ή ακριβείς και δεν θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.