Γιατί το sell off τινάζει στον αέρα την αναδιάρθρωση
shutterstock
shutterstock

Γιατί το sell off τινάζει στον αέρα την αναδιάρθρωση

Η μετοχή και τα χρεόγραφα της Credit Suisse σημείωσαν κατακόρυφη πτώση τη Δευτέρα και αν το ξεπούλημα έχει συνέχεια μπορεί να ανατρέψει τη στρατηγική αναδιάρθρωση του ελβετικού ομίλου που σχεδιάζει ο πρόεδρος του Axel Lehmann και πιθανώς να την αναγκάσει να προβεί σε αύξηση κεφαλαίου γρήγορα.

Τα ηγετικά στελέχη της Credit Suisse πέρασαν το Σαββατοκύριακο προσπαθώντας να καθησυχάσουν τους πελάτες και τους επενδυτές ότι η ρευστότητα και η κεφαλαιακή επάρκεια του ομίλου είναι ισχυρές. Ωστόσο, η μετοχή έκανε βουτιά 10% και το κόστος των ασφαλίστρων κινδύνου CDS (credit default swaps) που αποτυπώνουν το ρίσκο αθέτησης πληρωμών εκτοξεύτηκε κατά 80 μονάδες βάσης. Σε σχέση με το πού βρίσκονταν τον Ιανουάριο, το κόστος των CDS εξαπλασιάστηκε και είναι σχεδόν τετραπλάσιο αυτών της Deutsche Bank.

Δεν υπήρξε αρνητική εξέλιξη που να εξηγεί τις κινήσεις αυτές. Τον Ιούνιο η Credit Suisse είχε αξιοπρεπές δείκτη κεφαλαίων CET1 στο 13,5% και 232 δισ. ελβετικά φράγκα σε ρευστά assets, ποσό περίπου ισοδύναμο του συνόλου του βραχυπρόθεσμου δανεισμού και των καταθέσεων των πελατών της. Πιο απλά, θα έπρεπε να υποστεί πολύ μεγάλη ζημιά για να οδηγηθεί σε οριακή κατάσταση αθέτησης πληρωμών.

Ανεξάρτητα από το αν η βουτιά ήταν δικαιολογημένη ή όχι, η πραγματικότητα είναι οτι πρόκειται για προβληματική εξέλιξη για την τράπεζα.

Το ξεπούλημα στα CDS σημαίνει υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης που οι αναλυτές της Citigroup υπολογίζουν γύρω στα 300 εκατ. ελβετικά φράγκα ή στο 5% των προ-φόρων κερδών του 2021. Μπορεί επίσης να αποθαρρύνει συναλλαγές με αντισυμβαλλόμενους που θα πονέσει την ήδη ζημιογόνα τράπεζα. Οι ανησυχίες μπορεί επίσης να οδηγήσουν τους πελάτες του private banking να αποσύρουν τα περιουσιακά τους στοιχεία, εξέλιξη που θα πλήξει τις δραστηριότητες διαχείρισης πλούτου.

Επομένως, μπορεί να υπάρξει αναστάτωση στην επικαιροποίηση του σχεδίου του προέδρου της Credit Suisse που είναι προγραμματισμένη για τις 27 Οκτωβρίου.Το κομμάτι-κλειδί στο σχέδιο του ήταν να πωλήσει assets της τράπεζας, όπως τις δραστηριότητες τιτλοποίησης του βραχίονα επενδυτικής τραπεζικής που θα του επέτρεπε να αποφύγει μια αύξηση κεφαλαίου για να χρηματοδοτήσει την αναδιάρθρωση. 

Είναι αμφίβολο αν οι δυνητικοί αγοραστές όπως η Apollo Global Management και η BNP Paribas θα προσέφεραν καλό τίμημα τώρα που η μεταβλητότητα και οι συνθήκες στις αγορές είναι αντίξοες. Το ίδιο ισχύει και για άλλες δραστηριότητες της τράπεζας που θεωρητικά θα μπορούσαν να ρευστοποιηθούν, όπως το asset management.

Ο καλύτερος τρόπος να καθησυχάσει τους πελάτες και δανειστές της είναι μια αύξηση κεφαλαίου. Όμως η πτώση της μετοχής καθιστά το εγχείρημα δύσκολο. Σύμφωνα με τους αναλυτές της Deutsche Bank, η Credit Suisse θα πρέπει να αντλήσει 4 δισ. ελβετικά φράγκα για να πετύχει η αναδιάρθρωση που έχει κατά νου ο Lehmann. 

Τέτοιο ποσό ισοδυναμεί με το 40% της τρέχουσας χρηματιστηριακής αξίας της τράπεζας. Αν η κατάσταση δεν βελτιωθεί σύντομα, ο πρόεδρος της Credit Suisse δεν θα έχει πολλές επιλογές. Η στρατηγική αναδιάρθρωση του ομίλου καθίσταται ακριβότερη και πιο αναγκαία μέρα με τη μέρα.

Οι εποπτικές αρχές στην Ελβετία και η Τράπεζα της Αγγλίας, όπου η τράπεζα έχει σημαντικό κόμβο δραστηριοτήτων, παρακολουθούν στενά την κατάσταση. Τα πρόσφατα προβλήματα της Credit Suisse ήταν γνωστά. Ο διευθύνων σύμβουλος του ομίλου Ulrich Koerner την προηγούμενη εβδομάδα είχε ενημερώσει το προσωπικό της Credit Suisse, η κεφαλαιοποίηση της οποίας έχει πέσει στα 9,3 δισ. ελβετικά φράγκα, ότι η ρευστότητα και κεφαλαιακή επάρκεια παραμένουν δυνατές.

Τον Ιούλιο η Credit Suisse αντικατέστησε τον διευθύνοντα σύμβουλο με τον Koerner, ειδικό σε αναδιαρθρώσεις, για να συρρικνώσει τις δραστηριότητες επενδυτικής τραπεζικής και να μειώσει τα κόστη κατά $1 δις.

Σύμφωνα με την JP Morgan, με βάση τον ισολογισμό της Credit Suisse στο τέλος του δεύτερου τριμήνου, η ρευστότητα και η κεφαλαιακή επάρκεια της είναι «υγιείς». Όπως αναφέρει σε έκθεση της, η Credit Suisse είχε συνολικό ενεργητικό 727 δισ. ελβετικών φράγκων από τα οποία 159 δισ. ήταν ρευστά διαθέσιμα και απαιτήσεις από τράπεζες.