field_kentriki_fotografia
Γιατί πληρώνουμε ακριβά το ηλεκτρικό ρεύμα - Η ώρα της αλλαγής

Αυτή η εβδομάδα στην ουσία έβαλε μπουρλότο εκ νέου στις τιμές του φυσικού αερίου καθώς τρεις ειδήσεις τάραξαν για άλλη μια φορά τα νερά της πολύπαθης ενεργειακής αγοράς.

- Η μεγάλη φωτιά που ξέσπασε στiς μεγαλύτερες εγκαταστάσεις φυσικού αερίου στη Ρωσία αλλά και στον κόσμο, που αν και ελέχθηκε πυροδότησε νέες ανησυχίες για διακοπές στις ενεργειακές προμήθειες της Ευρώπης.

- Η παρατεταμένη διακοπή λειτουργίας της μονάδας υγροποιημένου φυσικού αερίου της Freeport –προκειται για έναν από τους μεγαλύτερους διαχειριστές τερματικών σταθμών εξαγωγής υγροποιημένου φυσικού αερίου στις ΗΠΑ, γεγονός που θα αφαιρέσει 40 φορτία από την αγορά.

- Ο περιορισμός κατά 40% των προμηθειών μέσω του ρωσικού αγωγού Nord Stream 1, καθώς σύμφωνα με ανακοίνωση της Gazprom μια τουρμπίνα για έναν σταθμό συμπίεσης, η οποία είχε σταλεί στον Καναδά για να υποβληθεί σε συντήρηση, δεν έχει ακόμη επιστραφεί λόγω των κυρώσεων.

Το αποτέλεσμα; Οι νέες υψηλές πτήσεις των συμβολαίων του φυσικού αερίου στο ολλανδικό χρηματιστήριο, οι οποίες συμπαρασύρουν ανοδικά και τις διεθνείς τιμές και φυσικά η κορύφωση της ανησυχίας για την ενεργειακή επάρκεια της Ευρώπης καθότι οι μονάδες αποθήκευσης φυσικού αερίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν φτάσει πλήρωση κατά 52,63%, σύμφωνα με τα στοιχεία της Gas Infrastructure Europe.

Οι «σφιχτές» και καταιγιστικές συνθήκες που έχουν δημιουργηθεί εδώ και μήνες στην αγορά φυσικού αερίου -μια αγορά με καίριο ρόλο στη διαμόρφωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας όπως θα δούμε παρακάτω- έχουν ανοίξει μια μεγάλη κουβέντα σε επίπεδο ΕΕ, αυτή του επαναπροσδιορισμού του μοντέλου λειτουργίας της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.

Η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν παραδέχθηκε αυτή την εβδομάδα στο Euractiv ότι τα μέτρα που πάρθηκαν για την αντιμετώπιση των υψηλών ενεργειακών τιμών δεν ανταποκρίθηκαν επαρκώς σε δομικά ζητήματα στην ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρισμού και ότι η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας της ΕΕ «δεν λειτουργεί πλέον και πρέπει να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα των κυρίαρχων ΑΠΕ».

Πράγματι, η εργαλειοθήκη της Κομισιόν που επιτρέπει στα κράτη-μέλη της ΕΕ να φορολογούν τα υπερκέρδη και να επιδοτούν τους καταναλωτές και τις μικρές επιχειρήσεις, προσφέρει μια βραχυπρόθεσμη ανακούφιση, αλλά κάθε άλλο παρά διορθώνει τα δομικά προβλήματα της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, μιας αγοράς που σχεδιάστηκε πριν 20 ολόκληρα χρόνια και με βάση τις αναγκαιότητες μιας εποχής όπου το μερίδιο των ΑΠΕ ήταν εξαιρετικά χαμηλό.

Σήμερα, η αγορά είναι εντελώς διαφορετική, με τις ΑΠΕ να είναι οι πιο αποδοτικές οικονομικά μονάδες και να διαθέτουν πολύ φθηνότερη τεχνολογία.

Ως εκ τούτου είναι θέμα χρόνου να ανοίξει η συζήτηση για τον επανασχεδιασμό της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, προκειμένου να επανακαθοριστεί το ενεργειακό μίγμα και να καταστεί για τα νοικοκυριά πιο προσιτή η τιμή της κιλοβατώρας, με ταυτόχρονο προσανατολισμό στη μείωση της αστάθειας και τη συνέχιση της υποστήριξης της πράσινης μετάβασης.

Μιας και θα ανοίξει σύντομα λοιπόν ο δημόσιος διάλογος, ας μιλήσουμε με απλά λόγια για τους εμφανείς αλλά και τους αφανείς λόγους που εκτόξευσαν τις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και σε όλη την Ευρώπη.

Πώς φτάσαμε μέχρι εδώ

Στο ξέσπασμα της ενεργειακής κρίσης εδώ και ένα χρόνο συνετέλεσαν μια σειρά από λόγους όπως:

- η απότομη ανάκαμψη της οικονομίας –άρα και της ζήτησης για ενέργεια-μετά τα lockdown της πανδημίας,

-η αύξηση της ζήτησης –άρα και των τιμών- για το LNG από την Ασία οδήγησε στον περιορισμό της προσφοράς για την Ευρώπη,

- η μείωση της παραγωγής φυσικού αερίου το περασμένο καλοκαίρι στην Ευρώπη, ιδίως στη Βόρεια θάλασσα και στην Ολλανδία,

-οι μισογεμάτες υπόγειες αποθήκες φυσικού αερίου στην Ευρώπη

-η επιλογή της Ρωσίας τον χειμώνα του 2021 παρά την αυξημένη ζήτηση να μην αυξήσει σημαντικά τις προμήθειες προς την Ευρώπη πέραν των ποσοτήτων που προβλέπονταν στα συμβόλαια.

-Το γαιτανάκι των κυρώσεων στους ρωσικούς υδρογονάθρακες μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, με αποτέλεσμα να έχει μειωθεί εκ νέου η πρόσβαση της Ευρώπης σε ένα σημαντικό μέρος ενεργειακών πόρων.

Το αποτέλεσμα όλων αυτών των συνθηκών που στην ουσία «κούμπωσαν» η μια με την άλλη ήταν η αύξηση των τιμών του φυσικού αερίου και συνεπακόλουθα της ηλεκτρικής ενέργειας από τα μέσα του 2021.

Πέραν όμως των λόγων που μόλις περιγράψαμε, μήπως η τρέχουσα ενεργειακή κρίση «κούμπωσε» και με συστημικές αδυναμίες των αγορών φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας;

Προκειμένου να εντοπίσουμε αυτές τις συστημικές αδυναμίες, ας δούμε πώς έχει δομηθεί και πώς λειτουργεί αυτή η αγορά.

Η μετάβαση στην ελεύθερη αγορά

Από τη δεκαετία του 1990 σε μια προσπάθεια βελτίωσης της λειτουργίας της οικονομίας από τις δυσλειτουργίες του κράτους ως προμηθευτή αγαθών, ξεκίνησαν στα κράτη με ελεύθερη οικονομία οι ιδιωτικοποιήσεις κρατικών εταιρειών.

Οι τομείς των τηλεπικοινωνιών, της ηλεκτρικής ενέργειας και του φυσικού αερίου ήταν από τους τελευταίους που απελευθερώθηκαν. Η απελευθέρωση έγινε μέσω ενός πολύπλοκου θεσμικού πλαισίου που περιλάμβανε διαχωρισμό των δικτύων, ελεύθερη πρόσβαση τρίτων, ανεξάρτητες αρχές με ρυθμιστικές αρμοδιότητες, διασυνοριακό εμπόριο, κ.α.

Γίνεται κατανοητό ότι το σχετικό θεσμικό πλαίσιο δημιουργήθηκε σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να μη μπορούν οι επί μέρους εθνικές προτεραιότητες να παρεμποδίζουν και να μπλοκάρουν την αγορά.

Στην περίπτωση του φυσικού αερίου, αποφασιστική ώθηση για τη δημιουργία συνθηκών ελεύθερης αγοράς και ανταγωνισμού έδωσε η ανάπτυξη της spot αγοράς και η κατασκευή πολλών σταθμών εισαγωγής στην Ευρώπη.

Ως φυσικό επακόλουθο, αναπτύχθηκαν οι σχετικοί κόμβοι διαπραγμάτευσης με τον Ολλανδικό κόμβο διαπραγμάτευσης να είναι αυτός που κυριάρχησε στην Ευρώπη (TTF) λόγω του μεγάλου όγκου των συναλλαγών.

Ως εκ τούτου, το συγκεκριμένο χρηματιστήριο έγινε στο τέλος της ημέρας το σημείο αναφοράς όλων των συναλλαγών φυσικού αερίου.

Σε αυτό προσχώρησαν και τα μακροχρόνια συμβόλαια αερίου για να αντιμετωπίσουν τον ανταγωνισμό από τη spot αγορά, συνδέοντας σημαντικό ποσοστό των τιμών τους με τον εν λόγω δείκτη.

Κάπως έτσι λοιπόν το φυσικό αέριο φόρεσε το ένδυμα του χρηματιστηριακού είδους, όπως ακριβώς και το πετρέλαιο.

Όμως τα χρηματιστήρια έχουν ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά:

-Καταρχάς, οι τιμές που διαμορφώνονται δεν αντιπροσωπεύουν απαραίτητα τα πραγματικά κόστη των αγαθών.Αρκεί να τις αποδέχονται οι συναλλασσόμενοι.

Εκφράζουν εν ολίγοις το νόμο της αγοράς από πλευράς προσφοράς και ζήτησης, ενώ την ίδια στιγμή επηρεάζονται από την ψυχολογία –ειδικά σε περίοδους αβεβαιότητας- και πολλές φορές λειτουργούν ως προεξοφλητικοί μηχανισμοί όπως ακριβώς συμβαίνει και με τις αγορές των ομολόγων και των μετοχών.

Επιπλέον οι αγορές υπόκεινται και σε επενδυτικές στρατηγικές, τόσο από πλευράς πωλητών -προμηθευτές ενέργειας- όσο και από την πλευρά των αγοραστών, όπως στην περίπτωση των επενδυτικών ταμείων.

Η αγορά του φυσικού αερίου

Οι τιμές λοιπόν του φυσικού αερίου σε όλες τις ευρωπαϊκές αγορές ακολουθούν πλέον τις τιμές του Ολλανδικού χρηματιστηρίου τη στιγμή της συναλλαγής, ανεξάρτητα από τις τιμές με τις οποίες έχει αποκτηθεί το φυσικό αέριο. (σ.σ: Συνήθως τα κράτη- μέλη δεν ασκούν κανέναν κρατικό έλεγχο επί αυτής).

Έτσι, όταν άρχισε να παρατηρείται η αύξηση των τιμών στο Ολλανδικό Χρηματιστήριο φυσικού αερίου λόγω διαταραχής των ποσοτήτων ρωσικού αερίου που διέρχονταν από την Ουκρανία, η αύξηση αυτή μεταφέρθηκε σε όλη την Ευρώπη και φυσικά και στη χώρα μας, ανεξαρτήτως από το γεγονός ότι δεν εξαρτώνται όλες οι χώρες στον ίδιο βαθμό από το ρωσικό φυσικό αέριο.

Οι τιμές πολλές φορές εξισώνονται με εκείνες του Ολλανδικού TTF, ακόμα και σε χώρες-βλέπε Ιταλία- με μεγάλες υπόγειες αποθήκες που έχουν πληρωθεί με φυσικό αέριο σε χαμηλότερες τιμές από εκείνες της αγοράς.

Στη χώρα μας επίσης οι προμηθευτές αερίου πωλούν με ρήτρα TTF στους καταναλωτές ανεξάρτητα από τα συμβόλαια προμήθειας που διαθέτουν –με εξαίρεση την έκπτωση από τη ΔΕΠΑ-και ακόμα και τα μακροχρόνια συμβόλαια προμήθειας φυσικού αερίου αναπροσαρμόζονται -ως έναν πάντα βαθμό- βάσει μιας πολύπλοκης φόρμουλας που περιλαμβάνει τις τιμές του TTF τις τιμές του πετρελαίου και τον πληθωρισμό. (σ.σ:Βέβαια στα μακροπρόθεσμα συμβόλαια υπάρχει μια εξομάλυνση των τιμών, καθώς η αναπροσαρμογή της τιμής γίνεται με αναφορά στη μέση τιμή του δείκτη σε ένα εύρος χρόνου).

Πώς η άνοδος των τιμών του φυσικού αερίου μεταγγίζεται στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας

Εκτός από το φυσικό αέριο, χρηματιστηριακό είδος έγινε και η ηλεκτρική ενέργεια όταν απελευθερώθηκε η αγορά.

Όμως η ηλεκτρική ενέργεια σε αντίθεση με το φυσικό αέριο έχει διατηρήσει τον τοπικό χαρακτήρα της λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της, καθώς δεν μπορεί να αποθηκευθεί, ούτε υπάρχουν επαρκή δίκτυα μεταφοράς σε μεγάλες αποστάσεις.

Η ηλεκτρική ενέργεια παράγεται με διαφόρους τρόπους:

-Η παραγωγή από Α.Π.Ε- αιολικά, φωτοβολταϊκά και υδροηλεκτρικά- έχει πλέον απολύτως σταθερό και ελεγχόμενο κόστος παραγωγής και βασίζεται σε εγχώριους και καθαρούς πόρους.

-Η παραγωγή από εγχώριους λιγνίτες έχει σταθερό κόστος πρώτης ύλης, επηρεάζεται όμως από τις διακυμάνσεις των τιμών CO2 που βαίνουν αυξανόμενες λόγω του σχεδίου της πράσινης μετάβασης και της συμμετοχής στην αγορά ρύπων και επενδυτικών φορέων,ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο που χρήζει συζήτησης.

-Η παραγωγή από φυσικό αέριο. Το φυσικό αέριο έχει αναδειχθεί έως το καύσιμο –γέφυρα προς την πορεία μας σε ένα ενεργειακό περιβάλλον χωρίς περιβαλλοντικό αποτύπωμα και μέχρι να αναπτυχθούν επαρκώς άλλες μέθοδοι παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας όπως οι μπαταρίες, τα αντλησιοταμιευτικά, το πράσινο υδρογόνο τα ανανεώσιμα αέρια κ.ο.κ. Το κόστος ηλεκτροπαραγωγής από φυσικό αέριο εξαρτάται κατά τα 2/3 περίπου από το κόστος του καυσίμου, το οποίο όπως βιώσαμε τους τελευταίους μήνες μπορεί να έχει μεγάλες διακυμάνσεις.

Προκειμένου τώρα να κατανοήσουμε τη δομή της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, ας δούμε ως παράδειγμα το ενεργειακό μίγμα της χώρας μας τη χρονιά που μας πέρασε.

Η συμμετοχή των μονάδων φυσικού αερίου στην αγορά ηλεκτρικές ενέργειας στην Ελλάδα ήταν 38% το 2021. Ένα άλλο 37% καλύφθηκε από ΑΠΕ συμπεριλαμβανομένων των υδροηλεκτρικών και το υπόλοιπο καλύφθηκε από τον λιγνίτη κατά 10% και εισαγωγές ενέργειας κατά 15%.

Παρά τη σύνθεση αυτή, όταν οι τιμές του φυσικού αερίου 5πλασιάσθηκαν στο TTF - κινήθηκαν από 20 ευρώ/MWh στα 100 ευρώ /MWh περίπου στο τέλος του 2021 ενώ το 2022 είχαν εκφάνσεις έως και τα 188 ευρώ/MWh- το ίδιο συνέβη και στις ημερήσιες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίες κινήθηκαν από 50-60 ευρώ/MWh στις αρχές 2021 στα 235-245 ευρώ/MWh στο τέλος του 2021 με προσωρινές αιχμές ακόμα ψηλότερα.

Στην ουσία η ημερήσια διακύμανση των τιμών του TTF μεταφέρθηκε στις τιμές εκκαθάρισης ηλεκτρικής ενέργειας σαν να παραγόταν όλη η ηλεκτρική ενέργεια από μονάδες φυσικού αερίου.

Γιατί γίνεται αυτό;

Η τιμή εκκαθάρισης του συνόλου των ημερήσιων συναλλαγών ηλεκτρικής ενέργειας, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά στο σύνολο των εθνικών χονδρεμπορικών αγορών ηλεκτρικής ενέργειας της ΕΕ καθορίζεται από τη λεγόμενη οριακή τιμή.

Πώς διαμορφώνεται η οριακή τιμή;

H τελευταία μονάδα που εισέρχεται στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας για να καλύψει την προσφορά της ημερήσιας ζήτησης είναι και αυτή που καθορίζει την τιμή της ημερήσιας αγοράς για το σύνολο των μονάδων που συμμετείχαν στην αγορά τη συγκεκριμένη ημέρα.

Και ποια μονάδα εισέρχεται τελευταία;

H πιο ακριβή. Ακόμα λοιπόν και ένα μικρό ποσοστό ακριβής ηλεκτρικής ενέργειας από φυσικό αέριο ή εισαγωγές αρκεί για να ωθήσει την τιμή εκκαθάρισης στα ύψη.

Ιδού το πρόβλημα.Η τιμή εκκαθάρισης της ηλεκτρικής ενέργειας κάθε άλλο παρά αντιπροσωπεύει το πραγματικό μίγμα ηλεκτροπαραγωγής. Αντίθετα διαμορφώνεται από τις ακριβές μονάδες φυσικού αερίου.

Θα αναρωτηθεί κανείς για ποιο λόγο έχει διαμορφωθεί με αυτόν τον τρόπο η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Λίγο πολύ στο ερώτημα αυτό απάντησε η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν την εβδομάδα που μας πέρασε.

Η οριακή τιμή διαμορφώθηκε σε μια εποχή κυριαρχίας των εταιριών κοινής ωφελείας και όχι σε απελευθερωμένες αγορές.

Ο στόχος της οριακής τιμής ήταν να ενθαρρύνει τις επενδύσεις σε νέες τεχνολογικά βελτιωμένες μονάδες παραγωγής- τις ΑΠΕ δηλαδή- που είχαν υψηλότερο κόστος κατασκευής και υψηλότερο κόστος λειτουργίας συγκριτικά με το κόστος των παλαιών μονάδων.

Όμως σήμερα αυτές οι βελτιωμένες μονάδες παραγωγής δεν είναι οι πιο ακριβές αλλά οι πιο φθηνές. Άρα πιο το νόημα της διατήρησης του μοντέλου της οριακής τιμής, το οποίο τη δεδομένη χρονική περίοδο επιτρέπει να επηρεάζεται η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας κατά 100% από τις τιμές φυσικού αερίου, ενώ θα έπρεπε να επηρεάζεται μόνο κατά το ποσοστό συμμετοχής του φυσικού αερίου στην ηλεκτροπαραγωγή;

Εδώ ακριβώς εδράζεται η ένσταση πολλών ότι θα πρέπει ο τρόπος διαμόρφωσης της τιμής της ηλεκτρικής ενέργειας να βασίζεται στο μέσο όρο του κόστους του μίγματος παραγωγής.

Τα παραπάνω προβλήματα είναι συστημικά και όχι περιστασιακά, και πρέπει να μας προβληματίσουν αν το σημερινό μοντέλο της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας είναι σωστό. Τώρα που θα ξεκινήσει ο δημόσιος διάλογος για τον επανακαθορισμό των αγορών της ηλεκτρικής ενέργειας είναι η ευκαιρία να κατατεθούν προτάσεις προκειμένου η επόμενη ημέρα να είναι πιο ορθολογική για τους καταναλωτές, αλλά και για ολόκληρη την οικονομία, καθώς οι υψηλές τιμές ενέργειας όπως ήδη έχουμε δει τους τελευταίους μήνες παράγουν έντονες πληθωριστικές πιέσεις που διαχέονται σε όλο το σύνολο της οικονομίας.

Αποποίηση Ευθύνης

Το υλικό αυτό παρέχεται για πληροφοριακούς και μόνο σκοπούς. Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να εκληφθεί ως προσφορά, συμβουλή ή προτροπή για την αγορά ή πώληση των αναφερόμενων προϊόντων. Παρόλο που οι πληροφορίες που περιέχονται βασίζονται σε πηγές που θεωρούνται αξιόπιστες, ουδεμία διασφάλιση δίνεται ότι είναι πλήρεις ή ακριβείς και δεν θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.