Η βάση της σύνθεσης των επενδυτικών χαρτοφυλακίων, τόσο των ιδιωτών όσο και των θεσμικών επενδυτών αποτελείτο πάντα από τις αμυντικές και ποιοτικές μετοχές. Μετοχές εταιρειών που άντεχαν στις κρίσεις, εταιρειών με σταθερή άνοδο του κύκλου εργασιών τους, της κερδοφορίας τους και των μερισμάτων τους. Εταιρειών πάνω στις οποίες στηριζόταν για χρόνια η αμερικανική παραγωγική μηχανή και η κατανάλωση.
Σήμερα οι μετοχές αυτές αντιστοιχούν μόλις στο 17% της παγκόσμιας χρηματιστηριακής κεφαλαιοποίησης. Δηλαδή στο 17% της αξίας όλων των εταιρειών που είναι εισηγμένες στα χρηματιστήρια του πλανήτη. Έχοντας απωλέσει ένα 7% από το bear market του 2022. Επιστρέφοντας στα επίπεδα που βρίσκονταν κατά τη διάρκεια φούσκας των Dot-Com, το 2000.
Με δυο λόγια οι μετοχές των εταιρειών που παράγουν βασικά καταναλωτικά προϊόντα όπως τρόφιμα, είδη οικιακής καθαριότητας και προσωπικής υγιεινής, των εταιρειών του χώρου των υπηρεσιών υγείας, των εταιρειών κοινής ωφέλειας και υποδομών, έχουν υποαποδώσει αισθητά τα τελευταία χρόνια. Κάτι που είχε ουσιαστικά να εμφανιστεί από τις ημέρες της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008, όταν οι αμυντικές και ποιοτικές μετοχές, αποτελούσαν τον προορισμό όλων των επενδυτών, μπροστά στην κατάρρευση των πάντων.
Ωστόσο, οι τελευταίες χρονιές είναι χρονιές απαξίωσης των αμυντικών και των ποιοτικών μετοχών, ενώ είναι χρονιές θριάμβου των τεχνολογικών και ψηφιακών μετοχών, που εμφανίζουν πρωτοφανή ανάπτυξη και υπερβολικές αποδόσεις. Δεν πρόκειται για έλλειψη εμπιστοσύνης στην ποιότητα των συγκεκριμένων εταιρειών ή στη σταθερότητα που προσφέρουν. Αλλά για μια τακτική ανακατανομή κεφαλαίων προς αναζήτηση μετοχών με μεγαλύτερα περιθώρια ανάπτυξης και παραγωγής υπεραξιών.
Έτσι μετοχές εταιρειών όπως της Procter & Gamble, της Johnson & Johnson, της NextEra εμφανίζουν ισχνές αποδόσεις τον τελευταίο καιρό. Το ίδιο συμβαίνει και με τα αντίστοιχα ETFs. Για παράδειγμα, το ETF XLP (Consumer Staples), το ETF XLV (Healtcare) και το ETF XLU (Utilities) έχουν όχι μόνο υποαποδώσει σε σχέση με τις μετοχές που καθοδηγούν τον δείκτη S&P500, αλλά έχουν αντιμετωπίσει σημαντικές εκροές κεφαλαίων.
Η «στροφή» των επενδυτών μακριά από τις ποιοτικές και αμυντικές μετοχές της Wall Street δεν οφείλεται σε κάποια ξαφνική αδυναμία των εταιρειών αυτών, αλλά σε μια ευρύτερη αλλαγή της ψυχολογίας των επενδυτών και των συνθηκών της αγοράς.
Ποιοι είναι βασικοί λόγοι που διαμορφώνουν αυτήν την τάση;
Η αναζήτηση αυξημένου ρίσκου. Σε περιόδους έντονης αισιοδοξίας για την πορεία της οικονομίας και των χρηματιστηρίων , οι επενδυτές τείνουν να εγκαταλείπουν τις «ασφαλείς» και σταθερές ποιοτικές μετοχές, δηλαδή εταιρείες που διακρίνονται από χαμηλό δανεισμό και σταθερά κέρδη, για να κυνηγήσουν πιο κερδοσκοπικές τοποθετήσεις. Έτσι προσανατολίζονται είτε σε μετοχές μικρής κεφαλαιοποίησης, τις λεγόμενες small caps, είτε σε μετοχές ταχείας ανάπτυξης, οι οποίες έχουν τη δυνατότητα να οδηγήσουν σε πολύ μεγαλύτερες αποδόσεις και υπεραξίες σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Το κυνήγι των κεφαλαιοποιήσεων. Οι μετοχές ειδικά του τεχνολογικού τομέα, σημείωσαν τεράστια άνοδο τα προηγούμενα χρόνια λόγω της φρενίτιδας για την Τεχνητή Νοημοσύνη (AI). Οι συγκεκριμένες μετοχές έχουν γίνει ιδιαίτερα δημοφιλείς, χαρακτηρίζονται σαν «crowded trades», προσελκύοντας ολοένα και περισσότερα κεφάλαια. Με αποτέλεσμα ο φόβος από τη μη συμμετοχή στο τεχνολογικό πάρτι διαρκείας, να ωθεί τους επενδυτές στην αναζήτηση ευκαιριών. Με αποτέλεσμα να κατοχυρώνουν τα κέρδη τους από τις σταθερές μετοχές και να μεταφέρουν τα κεφάλαιά τους σε υποτιμημένες ή υποσχόμενες μετοχές, με προσδοκίες για μεγαλύτερα περιθώρια κερδοφορίας, το γνωστό σε όλους μας νalue rotation.
Δεν φαίνεται ότι τα πράγματα θα αλλάξουν μέσα στο 2026. Η JPMorgan που βλέπει τον S&P500 να προσεγγίζει τις 7.500 μέσα στο τρέχον έτος, θεωρεί ότι οι επενδυτές θα στρέψουν τα νώτα τους προς τις ασφαλείς και αμυντικές μετοχές και θα προτιμήσουν τις μετοχές τεχνολογίας και τεχνητής νοημοσύνης, αλλά και τις κυκλικές βιομηχανικές μετοχές. Η Goldman Sachs προτείνει την έκθεση σε ασφαλείς και αμυντικές μετοχές μόνο ως αντιστάθμιση στον κίνδυνο πληθωριστικών πιέσεων. Ωστόσο, η αναμενόμενη επιτάχυνση της αμερικανικής οικονομίας, δείχνει προς την κατεύθυνση των βιομηχανικών μετοχών και των πρώτων υλών. Τέλος Morgan Stanley η οποία εκτιμά ότι ο S&P 500 θα ξεπεράσει τις 7.800 μονάδες, εστιάζει και αυτή στις κυκλικές εταιρείες.
Βλέπουμε λοιπόν ότι η συρρίκνωση της αξίας των αμυντικών και ασφαλών μετοχών στο 17% του MSCI World και του ACWI, από το 30% πριν από λίγα χρόνια, εδράζεται στην αλλαγή της νοοτροπίας των επενδυτών. Οι οποίοι προτιμούν τα ταχύτερα κέρδη και τη «σύμπλευση με το κύμα» παρά τον μαραθώνιο των σταθερά αυξανόμενων μεγεθών των εταιρειών των βασικών καταναλωτικών προϊόντων όπως των τροφίμων, των ειδών οικιακής καθαριότητας και προσωπικής υγιεινής, των εταιρειών του χώρου των υπηρεσιών υγείας, των εταιρειών κοινής ωφέλειας και υποδομών κ.α.
