Με τη μίνι κρίση που έπληξε τα χρηματιστήρια στις αρχές της εβδομάδας να αποτελεί παρελθόν και τον Ντόναλντ Τραμπ να ετοιμάζεται για το επόμενο «μέτωπο», οι επενδυτές στρέφουν την προσοχή στις αποφάσεις που θα λάβουν την ερχόμενη εβδομάδα η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Πριν, όμως, περάσουμε στο θέμα των επιτοκίων και τις εκτιμήσεις των αναλυτών, έχει αξία να σταθούμε στην έκρηξη του γεωπολιτικού κινδύνου, ο οποίος αναμένεται να αποτελέσει σημείο αναφοράς για τις αγορές το 2026. Τόσο η Fed, όσο και η ΕΚΤ, κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τις επιπτώσεις που θα έχουν οι γεωπολιτικές εξελίξεις στο πεδίο της οικονομικής ανάπτυξης αλλά και σε ό,τι αφορά στην πορεία των αγορών.
Όταν οι δύο σημαντικότερες κεντρικές τράπεζες της παγκόσμιας οικονομίας αναγνωρίζουν χωρίς καμία επιφύλαξη και χωρίς καμία αναστολή, τα προβλήματα που υπάρχουν σήμερα και τα οποία δείχνουν να αγνοούν – και μάλιστα επιδεικτικά – οι επενδυτές, καταλαβαίνει κανείς ότι η κατάσταση έχει σοβαρέψει επικίνδυνα.
Οι εξελίξεις των τελευταίων εβδομάδων αποδεικνύουν ότι το γεωπολιτικό σκηνικό είναι έκρυθμο, ίσως περισσότερο και από το 2025 όταν λίγο έλλειψε να σημειωθεί γενικευμένη σύρραξη στη Μέση Ανατολή.
Αφού κόπασε, λοιπόν, η θύελλα των ασφυκτικών πιέσεων που ασκούσε ο Τραμπ για τη Γροιλανδία, ο Αμερικανός πρόεδρος αποφάσισε το βράδυ της Πέμπτης να στρέψει τους προβολείς στο Ιράν. Μέσα από το προεδρικό αεροπλάνο Air Force One, ο Τραμπ δήλωσε στους δημοσιογράφους ότι ήδη μία αμερικανική… αρμάδα κατευθύνεται προς το Ιράν και προειδοποίησε την Τεχεράνη να δώσει τέλος στο αιματοκύλισμα διαδηλωτών και να τερματίσει το πυρηνικό της πρόγραμμα.
Με το γνωστό του ύφος, με το οποίο αρχικά απειλεί με το χειρότερο σενάριο αλλά επιφυλάσσεται να το υλοποιήσει, ο Τραμπ τόνισε ότι οι ΗΠΑ παρακολουθούν πολύ στενά τις εξελίξεις και ότι ελπίζει να μη χρειαστεί να χρησιμοποιήσει τα αμερικανικά πολεμικά πλοία που πλέουν στην περιοχή.
Αποτέλεσμα ήταν τα πολύτιμα μέταλλα να γράψουν νέα ιστορικά υψηλά, με την τιμή του χρυσού να σημειώνει νέο ράλι πάνω από τα 4.960 δολάρια και το ασήμι να ξεπερνά τα 99 δολάρια, την ώρα που το Brent δεχόταν ώθηση προς τα 65 δολάρια/βαρέλι. Στον αντίποδα, η αποκλιμάκωση της έντασης με την Ευρώπη έδωσε ώθηση στους δείκτες της Wall Street προς νέα ρεκόρ.
Στο μεταξύ, η ΕΚΤ και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου, δημοσίευσαν χθες έκθεση στην οποία επισημαίνουν ότι οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι και η πολιτική αβεβαιότητα έχουν αυξηθεί σημαντικά από τα μέσα της δεκαετίας του 2010, απειλώντας τη σταθερότητα της οικονομίας και των χρηματαγορών. ΕΚΤ και ESRB τονίζουν ότι οι εν λόγω κίνδυνοι έγιναν ακόμα πιο αισθητοί το 2024 και το 2025, ωστόσο προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι στο ίδιο διάστημα η μεταβλητότητα στα χρηματιστήρια ήταν σχετικά περιορισμένη.
Στην έκθεση σημειώνεται ότι οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι χαμηλώνουν τον πήχη της ανάπτυξης και των χρηματοπιστωτικών αναταράξεων, ενώ μπορούν να ανατρέψουν σε σημαντικό βαθμό τη διασυνδεσιμότητα μεταξύ των ομολόγων, των εμπορευμάτων, των μετοχών και των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Με φόντο τους γεωπολιτικούς κινδύνους, σημειώνουν ΕΚΤ και ESRB, οι τράπεζες αναπροσαρμόζουν τους ισολογισμούς τους μειώνοντας τις χρηματοδοτήσεις, ιδιαίτερα τις διασυνοριακές.
Στο ίδιο μήκος κύματος και η Fed, καθώς σε πρόσφατη έρευνα σημειώνει ότι η πολιτική αβεβαιότητα, οι αναταράξεις στο παγκόσμιο εμπόριο, η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών και οι ευρύτεροι γεωπολιτικοί κίνδυνοι, αποτελούν τις μεγαλύτερες εστίες προβληματισμού για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Όσο για τα επιτόκια, η πολιτική κόντρα Τραμπ-Πάουελ έχει λάβει μεγάλες διαστάσεις. Στη συνεδρίαση της ερχόμενη Τετάρτης, η αρμόδια Επιτροπή για τη νομισματική πολιτική αναμένεται να διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια, παρά τις πιέσεις του Αμερικανού προέδρου. Την ίδια ώρα εξετάζεται η ποινική δίωξη του Πάουελ, μία ενέργεια που ο ίδιος θεωρεί ότι γίνεται για να τον ωθήσει σε παραίτηση.
Τα οικονομικά στοιχεία, πάντως, επιβεβαιώνουν μέχρι στιγμής τον Πάουελ, καθώς τα δεδομένα για τα επιδόματα ανεργίας δείχνουν ότι η αμερικανική οικονομία παραμένει ανθεκτική. Με την ανεργία να εμφανίζει σημάδια σταθεροποίησης οι αναλυτές της JPMorgan Global Research δεν πιστεύουν πλέον ότι η Fed θα μειώσει τα επιτόκια στις 28 Ιανουαρίου.
Σε ό,τι αφορά στην πορεία της νομισματικής πολιτικής το 2026, η JPMorgan εκτιμά ότι η Fed θα διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια σε εύρος 3,50%-3,75% καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Πρόκειται για μία άποψη που πηγαίνει κόντρα στις προσδοκίες για περαιτέρω μείωση των επιτοκίων από τον Μάιο, όταν θα αποχωρήσει ο Πάουελ και θα αναλάβει τα ηνία της μεγαλύτερης κεντρικής τράπεζας του κόσμου πρόσωπο που συντάσσεται με τον Τραμπ στο θέμα των επιτοκίων.
Για την ιστορία να πούμε ότι η JPMorgan όχι μόνο δεν προβλέπει νέα μείωση των επιτοκίων του δολαρίου, αλλά κάνει λόγο για αύξησή τους στο 3,75%-4,00% στο τρίτο τρίμηνο του 2027.
