Η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών ενδέχεται να απειληθεί στην Ευρώπη τα επόμενα χρόνια, εάν η συνεχιζόμενη τάση έκδοσης ομολόγων βραχύτερης διάρκειας ωθήσει τους πολιτικούς να πιέσουν για χαμηλότερα επιτόκια, σύμφωνα με την Citigroup Inc.
Η νομισματική πολιτική βρίσκεται ήδη υπό πίεση στις ΗΠΑ λόγω των επαναλαμβανόμενων απαιτήσεων της κυβέρνησης Τραμπ για χαμηλότερα επιτόκια και, πρόσφατα, της απειλής του Υπουργείου Δικαιοσύνης να ασκήσει ποινικές διώξεις κατά της Fed.
Για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και την Τράπεζα της Αγγλίας, θα μπορούσε να προκύψει μια παρόμοια δυναμική, που θα προέρχεται από αλλαγές στις στρατηγικές δανεισμού των κυβερνήσεων, δήλωσαν στους πελάτες τους οι στρατηγικοί αναλυτές της Citi, Τζέιμι Σιρλ και Αμάν Μπανσάλ.
Οι υπηρεσίες σε ολόκληρη την ήπειρο στρέφουν την έκδοση ομολόγων προς βραχύτερες διάρκειες, εν μέσω της πτώσης της ζήτησης των συνταξιοδοτικών ταμείων για μακροπρόθεσμες λήξεις. Η άλλη πλευρά του νομίσματος είναι ότι οι κυβερνήσεις θα αντιμετωπίζουν συχνότερα την ανανέωση του χρέους, αυξάνοντας την ευαισθησία τους στο κόστος δανεισμού και στις αλλαγές της νομισματικής πολιτικής.
«Αν και η ανεξαρτησία της ΕΚΤ και της Τράπεζας της Αγγλίας δεν αμφισβητείται επί του παρόντος, αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο μακροπρόθεσμα», έγραψαν οι αναλυτές σε πρόσφατο σημείωμα. «Οι κίνδυνοι για την ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών θα μπορούσαν να επεκταθούν και στην Ευρώπη».

Οι ριζικές μεταρρυθμίσεις στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Ολλανδίας αναμένεται να επιταχύνουν την τάση της Ευρώπης να δανείζεται με βραχύτερες διάρκειες, με την Αυστρία και την Ολλανδία να σηματοδοτούν πρόσφατα ότι θα μειώσουν τη μέση διάρκεια του χρέους τους. Η Βρετανία έχει ήδη καταβάλει συντονισμένες προσπάθειες για την έκδοση περισσότερου χρέους με βραχύτερες διάρκειες, ακολουθώντας τις ΗΠΑ, όπου το ένα πέμπτο του συνολικού χρέους είναι σε κρατικά ομόλογα.
Ως αποτέλεσμα, η μέση διάρκεια των κρατικών ομολόγων σε παγκόσμιο επίπεδο είναι κοντά στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2014, σύμφωνα με τον δείκτη Bloomberg Aggregate.
Η ποινική έρευνα κατά Πάουελ έφερε ράλι σε χρυσό και ασήμι
Η ποινική έρευνα του Υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ κατά του προέδρου της Ομοσπονδιακής Κεντρική Τράπεζας των ΗΠΑ, Τζερόμ Πάουελ, προκάλεσε ράλι στην αγορά των των πολύτιμων μετάλλων, με τον χρυσό και το ασήμι να καταγράφουν νέα ιστορικά υψηλά.
Την ίδια στιγμή, πάντως, με θετικά πρόσημα έκλεισαν οι βασικοί δείκτες στη Wall Street. Τόσο ο S&P 500 όσο και ο Dow Jones Industrial Average κατέγραψαν ενδοσυνεδριακά νέα ιστορικά υψηλά , καθώς οι επενδυτές δεν επηρεάστηκαν από την έναρξη ποινικής έρευνας κατά του Πάουελ.
Συγκεκριμένα, ο βιομηχανικός δείκτης Dow Jones τερμάτισε τις συναλλαγές του με κέρδη 0,17%, διαμορφούμενος στις 49.590,20 μονάδες. Ο ευρύτερος δείκτης S&P 500 έκλεισε με άνοδο κατά 0,16% στις 6.977,31 μονάδες. Ο τεχνολογικός δείκτης Nasdaq έκλεισε με άνοδο 0,43%, στις 23.733,90 μονάδες.
Πρόκειται, όπως αναφέρουν οι αναλυτές της αγοράς για μια προσπάθεια των επενδυτών να απομακρύνουν μέρος του κινδύνου που εγκυμονεί η αντιπαράθεση μεταξύ του Τραμπ και της Fed και ταυτόχρονα να πάνε στο ασφαλές καταφύγιο των πολύτιμων μετάλλων.
Παράλληλα, η έκκληση του Τραμπ να περιοριστούν τα επιτόκια των πιστωτικών καρτών για ένα χρόνο στο 10% προκάλεσε επίσης κάποια αναστάτωση στην αγορά στην αρχή της εβδομάδας. Οι επικριτές φοβούνται ότι το σχέδιο του Τραμπ για τη βελτίωση της οικονομίας θα έχει αντίθετα αποτελέσματα και θα περιορίσει τη δανειοδότηση, βλάπτοντας τους καταναλωτές, αλλά και την κερδοφορία των τραπεζών.
Μάλιστα, οι μετοχές των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων ήταν αυτές που ηγήθηκαν των απωλειών στις πρώτες συναλλαγές της Δευτέρας, με την Citigroup να σημειώνει πτώση 4% πριν την έναρξη της συνεδρίασης. Η JPMorgan και η Bank of America σημείωσαν πτώση άνω του 2%. Οι μετοχές της Capital One σημείωσαν πτώση 11% στις πρώτες συναλλαγές.
«Το ζήτημα είναι αν η Fed θα μπορεί να συνεχίσει να καθορίζει τα επιτόκια με βάση τα στοιχεία και τις οικονομικές συνθήκες ή αν, αντίθετα, η νομισματική πολιτική θα καθοδηγείται από πολιτικές πιέσεις ή εκφοβισμούς», δήλωσε ο Πάουελ στην ανακοίνωσή του.
Ο δείκτης μεταβλητότητας, ή αλλιώς, ο δείκτης φόβου της Wall Street, ο VIX σημείωσε άνοδο της τάξεως του 12% στις πρώτες συναλλαγές, όταν έγινε γνωστή η έρευνα για τον Πάουελ.
Μάλιστα, όπως ανέφερε στο CNBC, ο Τζέι Γουντς, επικεφαλής στρατηγικός αναλυτής της Freedom Capital Markets. «Η αγορά έχει ξαναδεί κάτι τέτοιο στο παρελθόν και δεν της αρέσει. Δεν πρόκειται για τον Πάουελ αυτή τη στιγμή, αλλά για την ανεξαρτησία της Fed. Έτσι, όταν κυκλοφορούν τέτοιες ειδήσεις, η αυθόρμητη αντίδραση είναι η πώληση», πρόσθεσε.
