Οι εκθέσεις της Kepler Cheuvreux, έχουν πάντα ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αφού απευθύνονται στην αφρόκρεμα των θεσμικών επενδυτών, όπως είναι τα Hedge Funds, τα συνταξιοδοτικά χαρτοφυλάκια, τα κρατικά ταμεία κ.α. Η αξία των σχετικών αναλύσεων είναι ακόμα μεγαλύτερη, εάν λάβουμε υπ’ όψιν μας ότι η Kepler αφενός ανήκει στην Credem (Credito Emiliano / Banca Popolare dell'Emilia Romagna), που είναι μια ανεξάρτητη ιταλική τράπεζα μεσαίου μεγέθους και αφετέρου δεν προσφέρει ταυτόχρονα άλλες χρηματοοικονομικές υπηρεσίες. Οπότε δεν υπάρχει «σύγκρουση συμφερόντων», όπως συμβαίνει με την Goldman, την JPMorgan και την Morgan Stanley. Οι οποίες προσφέρουν ταυτόχρονα χρηματιστηριακές υπηρεσίες, υπηρεσίες επενδυτικής τραπεζικής, διαχείρισης κεφαλαίων, υπηρεσίες συγχωνεύσεων και εξαγορών, καθώς και υπηρεσίες αναδοχής μετοχών.
Παρακολουθώντας την παρουσίαση της έκθεσης της Kepler για τις τηλεπικοινωνίες, όλοι οι παρόντες διαπιστώσαμε ότι κάτι μεγάλο θα συμβεί στον χώρο των ευρωπαϊκών «telco», μέσα στο 2026. Διότι οι εταιρείες έχουν να επιλέξουν ανάμεσα στην μετεξέλιξη τους σε κάτι νέο, ή στην παραμονή τους σε ένα μοντέλο που όπως φαίνεται έχει εξαντλήσει τα περιθώρια ανάπτυξης του, θέτοντας σε κίνδυνο ακόμα και την ίδια τη βιωσιμότητα τους.
Το 2026 θα είναι ένα έτος, όπου οι ευρωπαϊκές εταιρείες θα πάψουν να λειτουργούν ως απλοί πάροχοι σύνδεσης, που θα πωλούν μόνο GB και χρόνο ομιλίας. Θα είναι η χρονιά μέσα στην οποία θα κριθεί αν οι telco θα καταφέρουν να ξεφύγουν από το ρόλο του απλού καλωδίου ή της οπτικής ίνας που «μεταφέρει δεδομένα και ομιλία», και θα μετατραπούν σε κόμβους τεχνολογίας, ψηφιακής κυριαρχίας, σε υποδομές εθνικού η ευρωπαϊκού cloud και σε φορείς Τεχνητής Νοημοσύνης.
Η εποχή του «connectivity only», δηλαδή της σύνδεσης δύο ή περισσότερων σημείων (συσκευών, δικτύων, χρηστών) που να ανταλλάσσουν δεδομένα, φωνή, βίντεο ή οποιοδήποτε άλλο είδος πληροφορίας, που προσέφεραν και εξακολουθούν να προσφέρουν οι εταιρείες τηλεπικοινωνιών έχει εξαντληθεί. Οι telcos έχουν επενδύσει τεράστια κεφάλαια σε υποδομές 5G και δίκτυα οπτικών ινών, αλλά τα έσοδα τους δεν ακολουθούν αντίστοιχη αυξητική πορεία. Ο μέσος μηνιαίος λογαριασμός ανά χρήστη, γνωστότερος ως ARPU παραμένει στάσιμος και σε πολλές αγορές υποχωρεί. Μόνο σε ορισμένες μικρές τοπικές αγορές αυξάνεται, όπου ο ανταγωνισμός έχει υποχωρήσει λόγω ανάπτυξης μεθόδων καρτέλ. Ως αποτέλεσμα οι εταιρείες βλέπουν τα περιθώρια κέρδους να συμπιέζονται, τον τραπεζικό και ομολογιακό δανεισμό να αυξάνεται και τους επενδυτές να αντιμετωπίζουν τις telco, περισσότερο σαν εταιρίες κοινής ωφέλειας και λιγότερο σαν εταιρείες τεχνολογίας. Με αποτέλεσμα, να εμφανίζουν σχετικά χαμηλές χρηματιστηριακές αποτιμήσεις.
Μέσα από αυτό το πρίσμα η Kepler εκτιμά ότι το 2026 θα είναι η χρονιά της «beyond connectivity». Δηλαδή, της στρατηγικής μετάβασης από τις «απλές συνδέσεις» στην προσφορά υπηρεσιών υψηλότερης προστιθέμενης αξίας και στην μετατροπή των telcos σε πλατφόρμες τεχνολογίας και σε παραγωγούς ψηφιακών υπηρεσιών, στα πρότυπα των Big Tech της Wall Street, όπως είναι η Google, η Amazon και η Microsoft.
Έτσι οι εταιρείες τηλεπικοινωνιών αντί να πωλούν πακέτα 150GB data για 15 €/μήνα, θα πρέπει να πωλούν ιδιωτικά 5G δίκτυα για εργοστάσια και βιομηχανίες, «IoT» (internet of things) πλατφόρμες για smart cities (έξυπνες πόλεις), υπηρεσίες κυβερνοασφάλειας σε επιχειρήσεις, AI αυτοματισμούς για βελτιστοποίηση δικτύων, κα.
Το πελατολόγιο δεν μπορεί πλέον να εστιάζεται στα νοικοκυριά και στους ιδιώτες χρήστες. Αλλά πρέπει να στραφεί προς στις επιχειρήσεις. Για παράδειγμα η Vodafone προσφέρει ήδη ιδιωτικά δίκτυα 5G σε λιμάνια, αεροδρόμια, εργοστάσια και η Orange μέσω της Orange Business Services προσφέρει υπηρεσίες cloud, cybersecurity, IoT. Επομένως οι telco περνούν από το B2C στο B2B.
Επομένως, η σύνδεση με το δίκτυο μετατρέπεται από μια απλή σύνδεση σε υπηρεσία. Η οποία ονομάζεται NaaS (Network as a Service) όπου οι πελάτες – επιχειρήσεις αγοράζουν τμήματα του δικτύου ανάλογα με τις ανάγκες τους, για παράδειγμα για υψηλή αξιοπιστία στο ΙοΤ και για χαμηλές καθυστερήσεις στις εφαρμογές εικονικής πραγματικότητας (VR).
Οι προκλήσεις του 2026, απαιτούν ακόμα μεγαλύτερες και πιο σημαντικές επενδύσεις. Οι ελεύθερες ταμειακές ροές (Free Cash Flow) των εταιρειών θα πιέζονται από την ανάγκη επενδύσεων για την αναβάθμιση δικτύων (οπτικές ίνες, 5G/6G) και για την απόκτηση δορυφόρων χαμηλής τροχιάς ως συμπλήρωμα των επίγειων δικτύων. Η απόδοση των επενδεδυμένων κεφαλαίων θα παραμείνει χαμηλή μέχρι το τέλος της τρέχουσας δεκαετίας, εάν δεν αυξηθούν αντιστοίχως και τα έσοδα. Η πίεση για νέα κεφάλαια, θα οδηγήσει νομοτελειακά σε ένα κύκλο συγχωνεύσεων και εξαγορών. Οι αγορές με πολλούς παίκτες μικρού μεγέθους δεν είναι βιώσιμες. Οι telcos χρειάζονται οικονομίες κλίμακας για να αντέξουν το τεράστιο κόστος των επενδύσεων σε οπτικές ίνες, 5G/6G και AI υποδομές.
Πώς επηρεάζουν αυτές οι εξελίξεις τους επενδυτές;
Η Kepler στην έκθεση της, προβλέπει ότι η ΕΕ θα πιεστεί στην κατεύθυνση της χαλάρωση των κανόνων ανταγωνισμού, ώστε να δομηθούν εθνικά ή ευρωπαϊκά cloud που θα εγγυώνται και θα διασφαλίζουν μεταξύ των άλλων και την ψηφιακή ανεξαρτησία από τις ΗΠΑ και τις αμερικανικές ψηφιακές υποδομές όπως AWS, Azure, Google Cloud. Επομένως θα περιμένουμε μια περαιτέρω ενοποίηση της αγοράς. Αναμένεται επιτάχυνση της συγκέντρωσης των αγορών, ειδικά σε χώρες με πολλούς μικρούς παίκτες, ώστε να βελτιωθούν και να ισχυροποιηθούν τα περιθώρια κερδοφορίας. Κάτι που ήδη βλέπουμε να συμβαίνει με τη συγχώνευση «MasOrange» στην Ισπανία, μεταξύ Orange και Masmovil.
Χωρίς συγχωνεύσεις, οι στρατηγικοί στόχοι δεν θα επιτευχθούν και τα περιθώρια κέρδους θα παραμένουν χαμηλά. Αντιθέτως μέσω συγχωνεύσεων και εξαγορών, οι εταιρείες μπορούν να βελτιώσουν τις αποδόσεις τους και να χρηματοδοτήσουν τις υψηλές κεφαλαιακές απαιτήσεις.
Πώς θα κινηθούν οι μετοχές των telcos της ΕΕ σε αυτό το απαιτητικό περιβάλλον;
Σύμφωνα με τις JPMorgan, Goldman Sachs και Kepler, η «top pick» μετοχή για το 2026 είναι αυτή της Deutsche Telecom με στόχο τα €42 από €27 που είναι σήμερα, με σύσταση «Overweight/Buy» και με αναμενόμενη άνοδο της τάξης του +55%.
H τιμή στόχος για τη μετοχή της Orange είναι €14, δηλαδή χαμηλότερα από τα τρέχοντα επίπεδα των €14. Και η σύσταση είναι «Buy/Overweight».
Ο στόχος για την Vodafone είναι τα 140p από 104p που είναι σήμερα. Το rating είναι «Buy/Neutral» και το περιθώριο ανόδου βρίσκεται στο +34%.
Για τη μετοχή της Telefónica, οι επενδυτικοί οίκοι δίνουν τιμή – στόχο τα €4.20 με σύσταση: «Neutral/Buy». Τα περιθώρια ανόδου είναι στο +25%.
Για τη μετοχή της Eutelsat οι τιμές στόχοι κυμαίνονται από €3,33 έως και €10,63, δηλαδή με τις αναμενόμενες αποδόσεις να κινούνται από το +50% έως και το +480%. Οι εκτιμήσεις αποκλίνουν σημαντικά λόγω της αβεβαιότητας και της δυσκολίας των projects των δορυφόρων χαμηλής τροχιάς LEO.
