Στις αγορές, η διαμόρφωση των τιμών δεν καθορίζεται από τον «μέσο» επενδυτή, ούτε από το σύνολο όσων κατέχουν μια μετοχή.
Καθορίζεται από εκείνον που βρίσκεται στο περιθώριο της απόφασης αγοράς ή πώλησης: τον λεγόμενο marginal investor. Πρόκειται για τον επενδυτή που, σε μια δεδομένη χρονική στιγμή, είναι πρόθυμος να αγοράσει ή να πουλήσει στην τρέχουσα τιμή και, ως εκ τούτου, είναι αυτός που ουσιαστικά ορίζει την τιμή της αγοράς. Ακόμη κι αν αποτελεί μικρό ποσοστό της συνολικής επενδυτικής βάσης, η συμπεριφορά του έχει δυσανάλογα μεγάλη επίδραση. Εν προκειμένω, το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στον δυνητικό αγοραστή (marginal buyer) και στον ρόλο που αυτός διαδραματίζει, ιδίως στην ελληνική αγορά.
Ο marginal buyer μπορεί να είναι οποιοσδήποτε: από ένα μεγάλο θεσμικό χαρτοφυλάκιο έως έναν βραχυπρόθεσμο trader. Αυτό σημαίνει ότι τα θεμελιώδη μεγέθη δεν αποτελούν πάντοτε τη βασική παράμετρο διαμόρφωσης των τάσεων σε μια μετοχή. Σε πολλές περιπτώσεις, οι ροές κεφαλαίων, η συμμετοχή σε δείκτες ή ακόμη και τεχνικά σήματα αποκτούν πρωτεύοντα ρόλο.
Σε μια αγορά όπως η ελληνική, ο ρόλος του marginal buyer είναι ακόμη πιο έντονος. Η περιορισμένη ρευστότητα συνεπάγεται ότι λίγα ενεργά χαρτοφυλάκια μπορούν να κινήσουν την αγορά, ενώ οι εισροές ή εκροές κεφαλαίων έχουν πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα. Παράλληλα, οι αλλαγές στη σύνθεση των επενδυτών — όπως η είσοδος ξένων θεσμικών, passive funds ή θεματικών κεφαλαίων — μπορούν να μεταβάλουν γρήγορα τη δυναμική των τιμών.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η μετοχή της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, όλες οι βασικές πληροφορίες για την εταιρεία και τη μετοχή ήταν διαθέσιμες στο επενδυτικό κοινό, χωρίς ωστόσο να μεταφράζονται σε ουσιαστική κίνηση της τιμής. Η δημοσίευση ανάλυσης από μια νέα πηγή πληροφόρησης, τη Santander, άλλαξε τα δεδομένα για δύο λόγους: αφενός, το περιθώριο ανόδου με βάση την τιμή-στόχο ήταν ιδιαίτερα υψηλό (49 ευρώ), και αφετέρου — κυρίως — η ανάλυση απευθυνόταν σε ένα νέο επενδυτικό κοινό, του οποίου η σχέση με την ελληνική αγορά ήταν έως τότε περιορισμένη ή ανύπαρκτη. Με άλλα λόγια, δημιουργήθηκε ένας νέος marginal buyer.
Στον αντίποδα, υπάρχουν εταιρείες που δυσκολεύονται να βρουν τον «επόμενο αγοραστή», όχι επειδή τα θεμελιώδη τους μεγέθη υστερούν, αλλά επειδή το επενδυτικό πεδίο ενδιαφέροντος αποτελείται από ήδη κορεσμένα χαρτοφυλάκια. Σε απλά ελληνικά, «όλοι είναι αγορασμένοι». Σε τέτοιες περιπτώσεις, η μετοχή καθίσταται ευάλωτη ακόμη και σε γεγονότα μικρής σημασίας ή σε αφηγήματα που δεν εδράζονται πλήρως στην πραγματικότητα, λειτουργώντας ως άλλοθι για τη στάση ενός marginal seller.
Αυτή η εικόνα προσεγγίζει περισσότερο περιπτώσεις όπως η Jumbo ή η Metlen, οι οποίες εδώ και αρκετούς μήνες κινούνται εντός στενού εύρους διαπραγμάτευσης. Η παραμονή τους σε θεωρητικά ελκυστικά επίπεδα αποτίμησης για μεγάλο χρονικό διάστημα ακυρώνει στην πράξη το πλεονέκτημα της «χαμηλής τιμής», καθώς σε μια ανοδική αγορά οι επενδυτές επιδιώκουν υπέρβαρες θέσεις σε μετοχές που οδηγούν τις αποδόσεις και όχι σε τίτλους που απλώς «δεν είναι ακριβοί».
Το ζητούμενο, επομένως, για τις εταιρείες που σταθερά υποαποδίδουν ή αδυνατούν να ακολουθήσουν την αγορά, δεν είναι μόνο η βελτίωση των θεμελιωδών τους μεγεθών, αλλά η προσέλκυση νέων επενδυτών με ειδικό βάρος. Τέτοιοι επενδυτές δεν εμφανίζονται τυχαία. Είναι αποτέλεσμα συστηματικής δουλειάς, ανάλυσης, εξωστρέφειας και ενός δραστήριου τμήματος επενδυτικών σχέσεων που κατανοεί το ποιος είναι — ή ποιος μπορεί να γίνει — ο επόμενος marginal buyer.
Σε αγορές με περιορισμένη ρευστότητα, η έλλειψη πληροφόρησης ή η μονοδιάστατη επενδυτική βάση δημιουργεί συχνά στρεβλώσεις στις αποτιμήσεις. Αυτές οι στρεβλώσεις, ωστόσο, δεν αποτελούν μόνο πρόβλημα· συνιστούν και πηγή ευκαιριών για όσους διαθέτουν τον χρόνο και τα εργαλεία να αναγνωρίσουν πότε αλλάζει ο marginal buyer και, μαζί του, η ισορροπία της αγοράς.
Στην παρούσα φάση μετά από ένα ράλι πέντε ετών για τις ελληνικές μετοχές και δεδομένης της μεταβατικής φύσης της ελληνικής αγοράς, η σωστή ερώτηση δεν είναι μόνο «είναι φθηνή ή ακριβή μια μετοχή;» αλλά: «ποιος είναι σήμερα διατεθειμένος να την αγοράσει και γιατί;»
