3+1 αλλαγές στη μετά Μαδούρο εποχή του πετρελαίου
Shutterstock
Shutterstock

3+1 αλλαγές στη μετά Μαδούρο εποχή του πετρελαίου

Στις χώρες της Ευρώπης έχει υποχωρήσει τα τελευταία χρόνια η σπουδαιότητα του πετρελαίου, ως βασικής πηγής ενέργειας. Η απότομη στροφή προς την πράσινη μετάβαση, μαζί με το ενεργειακό σοκ από την εκτόξευση της τιμής του ρωσικού φυσικού αερίου, είχαν απορροφήσει το ενδιαφέρον των κυβερνήσεων, των βιομηχανικών επιχειρήσεων και των πολιτών. 

Με τον μαύρο χρυσό να απασχολεί κυρίως τις ΗΠΑ, την Κίνα, τη Ρωσία, την Ινδία και τις χώρες με αναπτυσσόμενες οικονομίες, καθώς και τις πετρελαιοπαραγωγές χώρες του OPEC. Δηλαδή την Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Ιράν, το Ιράκ, το Κουβέιτ, τη Νιγηρία, τη Βενεζουέλα, την Αλγερία, το Κονγκό, την Λιβύη, την Γκαμπόν και την Ισημερινή Γουινέα. Αλλά και τις χώρες του OPEC+, όπως η Ρωσία, το Καζακστάν, το Ομάν κ.α. 

Ωστόσο μετά την ανάληψη της προεδρίας των ΗΠΑ από τον Ντόναλντ Τραμπ, το σχέδιο της πράσινης μετάβασης άρχισε να γίνεται πιο αχνό ακόμα και στην Ευρώπη, της οποίας οι πολίτες έχουν πληρώσει με το παραπάνω την «ιδεολογική» εμμονή, σε ένα περιβάλλον που δεν ήταν ούτε έτοιμο, ούτε ώριμο. Σήμερα, η μετά Μαδούρο εποχή μεταβάλλει τις εδραιωμένες ισορροπίες της τελευταίας εικοσιπενταετίας στην αγορά πετρελαίου. Ισορροπίες ανάμεσα στην προσφορά και στη ζήτηση για πετρέλαιο, στις τιμές που καθόριζε με αυστηρότητα ο OPEC με βάση τα δικά του αποκλειστικά συμφέροντα, στα εμπάργκο κάποιων παραγωγών χωρών και στους εμπορικούς περιορισμούς σε χώρες που διψούν για ενέργεια.

Πρώτη αλλαγή: Η Βενεζουέλα ξαναμπαίνει στο παιχνίδι

Η «μετά Μαδούρο» εποχή στην Βενεζουέλα, δεν έχει ξεκαθαρίσει ακόμα, όσον αφορά την πλευρά των πολιτικών εξελίξεων. Όμως δίχως αμφιβολία, οι αγορές έχουν ξεκαθαρίσει, ότι η «μετά Μαδούρο» εποχή, φέρνει ένα νέο άνεμο. Δεν είναι λίγοι οι αναλυτές που ήδη ομιλούν για το ξύπνημα του πετρελαϊκού γίγαντα. Και αυτό δεν είναι ένα απλό σχήμα λόγου, ή μια χρηματιστηριακή υπερβολή. Είναι η απόλυτη αλήθεια. Αφού η χώρα με τα μεγαλύτερα επιβεβαιωμένα αποθέματα πετρελαίου στον πλανήτη, ύψους 300 δισ. βαρελιών, ξαναμπαίνει στο παιχνίδι. 

Και λέμε ξαναμπαίνει, αφού σήμερα που γράφεται αυτό το άρθρο, η Βενεζουέλα που κατέχει το 17% των παγκόσμιων αποθεμάτων πετρελαίου, συμμετέχει στην παγκόσμια παραγωγή πετρελαίου, με ποσοστό χαμηλότερο του 1%. Με ημερήσια παραγωγή που κυμαίνεται ανάμεσα στα 900 χιλιάδες και στο 1 εκατ. βαρέλια. Να σημειώσουμε ότι μέχρι το 1999, η Βενεζουέλα ήλεγχε το 7% της παγκόσμιας παραγωγής. Το πρώτο κύμα εθνικοποιήσεων των ξένων πετρελαϊκών εταιρειών είχε ξεκινήσει ήδη από το 1976 επί προεδρίας Πέρεθ, με την Creole Petroleum (θυγατρική της Exxon), τη Shell, την Gulf και την Mobil, να περνάνε στο κράτος. Επί Τσάβες η Βενεζουέλα εθνικοποίησε βίαια και την υπόλοιπη πετρελαϊκή βιομηχανία, παραβιάζοντας συμφωνίες με ξένες εταιρείες, θυσιάζοντας τεχνογνωσία και τεχνολογία, μετατρέποντας την κρατική εταιρεία Petróleos de Venezuela (PDVSA) σε εργαλείο πολιτικής πελατείας και διαφθοράς.

Είναι εύκολο η Βενεζουέλα να ξαναφτάσει τα προηγούμενα επίπεδα παραγωγής; Και ναι, και όχι. 

Ναι, όσον αφορά την πλήρη άρση των διεθνών κυρώσεων μέσω των οποίων εμπόδισαν εισαγωγές εξαρτημάτων, ανταλλακτικών αλλά και η πρόσβαση σε μεγάλες αγορές. Με αποτέλεσμα τη δραματική μείωση των εξαγωγών και των απαιτούμενων επενδύσεων στην απαραίτητη τεχνολογία. 

Ναι, όσον αφορά την αντικατάσταση της κρατικής εταιρείας Petróleos de Venezuela (PDVSA) που υπέφερε από δεκαετίες κακοδιαχείρισης και διαφθοράς, από εταιρείες με αιχμή την αποτελεσματικότητα και την οικονομική επιτυχία. 

Όχι, λόγω της αναγκαστικής αλλαγής των βασικών υποδομών όπως είναι οι αγωγοί, οι πλατφόρμες άντλησης κ.α. που είναι πεπαλαιωμένες. Μάλιστα σύμφωνα με τις εκτιμήσεις εξειδικευμένων εταιρειών στο χώρο των εξορυκτικών εγκαταστάσεων και διαδικασιών, όπως της Halliburton και της Schlumberger, θα απαιτηθούν επενδύσεις άνω των $100 δισ. για να επιστρέψει η παραγωγή πετρελαίου στα επίπεδα των 3 εκατ. βαρελιών ημερησίως. 

Επίσης όχι, διότι προς το παρόν σύμφωνα με το Reuters οι μεγάλοι πετρελαϊκοί «κολοσσοί» δηλαδή η ExxonMobil, η Chevron και η ConocoPhillips, όχι μόνο δεν ήταν ενήμεροι σχετικά με τις κινήσεις του προέδρου Τραμπ, αλλά διστάζουν να εμπλακούν σε ένα τόσο κοστοβόρο σχέδιο. Με αποτέλεσμα ήδη ο Λευκός Οίκος να ανακοινώνει μια σειρά επιδοτήσεων και ενισχύσεων, ως κίνητρα προς τις ενεργειακές εταιρείες.

Δεύτερη αλλαγή: Ο OPEC χάνει το μονοπώλιο ρύθμισης των τιμών

Μέχρι σήμερα οι χώρες του «καρτέλ» του OPEC και OPEC+ ρυθμίζουν τις τιμές του πετρελαίου, όχι με βάση τα δεδομένα της ζήτησης, αλλά με βάση τα δικά τους οικονομικά δεδομένα. Ανοιγοκλείνοντας στις στρόφιγγες της παραγωγής πετρελαίου κατά το δοκούν. Με τη «νέα» Βενεζουέλα πλέον στο παιχνίδι και τα αμερικανικά διυλιστήρια στην επεξεργασία του «βαρέως πετρελαίου», η ρύθμιση των τιμών ξεφεύγει από τα χέρια της Σαουδικής Αραβίας και της Ρωσίας. Η Σαουδική Αραβία, ήδη κινείται εδώ και μια δεκαετία, στην κατεύθυνση της αποκόλλησης της οικονομίας της από τους υδρογονάνθρακες και στην στροφή προς άλλες οικονομικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες. 

Η Ρωσία όμως, θα βρεθεί προ εκπλήξεων. Η αναμενόμενη υποχώρηση των τιμών πετρελαίου, εκτός λογικής «καρτέλ», θα εξασθενήσει τη ρωσική οικονομία η οποία δεν παράγει απολύτως τίποτα, παρά μόνο εκμεταλλεύεται το υπέδαφος της. Και με αυτόν τον τρόπο χρηματοδοτεί την πολεμική της βιομηχανία. Παράλληλα παραδοσιακές αγορές ρωσικού πετρελαίου, όπως είναι η Κίνα, η Ινδία και οι αναπτυσσόμενες χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας, θα μπορούν να εισάγουν φθηνότερο πετρέλαιο από τις ΗΠΑ.

Τρίτη αλλαγή: Τα διυλιστήρια των ΗΠΑ ξαναπαίρνουν μπροστά

Τα διυλιστήρια στον Κόλπο του Μεξικού, στο Τέξας και στη Λουιζιάνα, όπως της Marathon Petroleum και της Valero Energy, κατά την διάρκεια των τελευταίων ετών υποαπέδιδαν, καθώς ήταν κτισμένα για την επεξεργασία βαρέως πετρελαίου, σαν αυτό που αντλείται από τα κοιτάσματα της Ζώνης του Ορινόκο στη Βενεζουέλα. Το πετρέλαιο της Βενεζουέλας είναι ακριβότερο στην εξόρυξη, μεταφορά και διύλιση, και απαιτεί διύλιση σε εξειδικευμένα διυλιστήρια, όπως αυτά που προαναφέραμε. Οπότε αναμένεται εκ νέου άνθιση των μονάδων διύλισης. Για τους μη ειδικούς, το βαρύ πετρέλαιο με υψηλό δείκτη πυκνότητας, υψηλή περιεκτικότητα σε θείο και υψηλό ιξώδες είναι παρόμοιο με αυτό που εξορύσσεται στον Καναδά στα «oil sands». Γεγονός που πιθανότατα θα οδηγήσει σε «κανιβαλισμό» ανάμεσα σε επενδύσεις των εταιρειών άντλησης του ίδιου σχετικά προϊόντος σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές. 

Τέταρτη αλλαγή: Η αποχώρηση της Κίνας 

Οι κινεζικές επενδύσεις στη Βενεζουέλα μέχρι το 2015 είχαν ανέλθει στα $60 δισ., τα οποία το Καράκας αποπλήρωνε μέσω φορτίων πετρελαίου. Σήμερα στην πετρελαϊκή βιομηχανία της Βενεζουέλας δραστηριοποιούνται μια σειρά από κρατικές κινεζικές εταιρείες όπως η CNPC (China National Petroleum Corporation), η Sinopec, η China Concord Resources Corp (CCRC) και οι ιδιωτικές Kerui Petroleum και Anhui Erhuan. Είναι φανερό ότι η επάνοδος των αμερικανικών ενεργειακών «κολοσσών», θα αφαιρέσει τα κινεζικά πατήματα στη Βενεζουέλα και θα ελαχιστοποιήσει τις διακρατικές συμφωνίες και συναλλαγές.

Εκτός από τις επενδύσεις στον πετρελαϊκό τομέα, η Κίνα είχε χρηματοδοτήσει μεγάλα έργα υποδομών, όπως κάνει και στην Αφρική, με τη μέθοδο «oil for loans», δηλαδή πετρέλαιο για αποπληρωμή δανείων. Έτσι με δάνεια από την China Development Bank και την Ex-Im Bank, κατασκευάστηκαν σιδηροδρομικά δίκτυα, υδροηλεκτρικά φράγματα, οικιστικά συγκροτήματα, λιμάνια και ειδικές οικονομικές ζώνες, στα πλαίσια του νέου δρόμου του μεταξιού. Το πιθανότερο είναι ότι στο τέλος της ημέρας, το Πεκίνο θα χάσει μεγάλο μέρος αυτών των επενδύσεων που έχει χρηματοδοτήσει.