Νέα μελέτη ζητά αυστηρή ρύθμιση για τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα – Οι κίνδυνοι για την υγεία
Shutterstock
Shutterstock

Νέα μελέτη ζητά αυστηρή ρύθμιση για τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα – Οι κίνδυνοι για την υγεία

Τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα (ultra-processed foods – UPFs) έχουν περισσότερα κοινά με τα τσιγάρα παρά με τα φρούτα και τα λαχανικά και θα πρέπει να υπόκεινται σε πολύ αυστηρότερη ρύθμιση, σύμφωνα με νέα επιστημονική μελέτη από ερευνητές τριών αμερικανικών πανεπιστημίων.

Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι τόσο τα UPFs όσο και τα τσιγάρα είναι σχεδιασμένα ώστε να ενθαρρύνουν την κατανάλωση και να ενισχύουν εθιστικά πρότυπα χρήσης, ενώ παρουσιάζουν παράλληλα εκτεταμένες επιπτώσεις στη δημόσια υγεία.

Τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα είναι βιομηχανικά παραγόμενα προϊόντα που συχνά περιέχουν γαλακτωματοποιητές, τεχνητά χρώματα και αρωματικές ύλες. Στην κατηγορία περιλαμβάνονται αναψυκτικά και συσκευασμένα σνακ, όπως πατατάκια και μπισκότα.

Η μελέτη εκπονήθηκε από ερευνητές του Harvard, του University of Michigan και του Duke University και δημοσιεύθηκε στις 3 Φεβρουαρίου στο επιστημονικό περιοδικό υγείας Milbank Quarterly. Οι συγγραφείς επισημαίνουν ομοιότητες τόσο στις διαδικασίες παραγωγής όσο και στις στρατηγικές σχεδιασμού προϊόντων: όπως αναφέρουν, οι κατασκευαστές επιδιώκουν να βελτιστοποιούν τις «δόσεις» των συστατικών και την ταχύτητα με την οποία ενεργοποιούνται τα κυκλώματα ανταμοιβής του οργανισμού.

Η ανάλυση βασίζεται σε δεδομένα από την επιστήμη του εθισμού, τη διατροφή και την ιστορία της δημόσιας υγείας.

Οι ερευνητές υποστηρίζουν επίσης ότι ορισμένοι διαφημιστικοί ισχυρισμοί -όπως «χαμηλά λιπαρά» ή «χωρίς ζάχαρη»- λειτουργούν ως μορφή “health washing”, δηλαδή παρουσίαση ενός προϊόντος ως υγιεινότερου απ’ ό,τι είναι στην πράξη, γεγονός που μπορεί να καθυστερήσει τη ρυθμιστική παρέμβαση. Παραλληλίζουν αυτή την πρακτική με τη διαφήμιση των φίλτρων στα τσιγάρα τη δεκαετία του 1950 ως προστατευτική καινοτομία, η οποία -όπως σημειώνουν- στην πράξη προσέφερε ελάχιστο ουσιαστικό όφελος.

Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι «πολλά UPFs μοιράζονται περισσότερα χαρακτηριστικά με τα τσιγάρα παρά με τα ελάχιστα επεξεργασμένα φρούτα ή λαχανικά και συνεπώς δικαιολογούν ρύθμιση ανάλογη με τους σημαντικούς κινδύνους που θέτουν για τη δημόσια υγεία».

Η καθηγήτρια Ashley Gearhardt του University of Michigan, κλινική ψυχολόγος με ειδίκευση στον εθισμό και συν-συγγραφέας της μελέτης, δήλωσε ότι παρόμοιους παραλληλισμούς κάνουν και ασθενείς της. Όπως ανέφερε, αρκετοί περιγράφουν εμπειρία έντονης επιθυμίας και αδυναμίας διακοπής κατανάλωσης προϊόντων όπως αναψυκτικά και ντόνατς, παρομοιάζοντάς την με προηγούμενο εθισμό στο κάπνισμα.

Κατά την ίδια, η δημόσια συζήτηση γύρω από τα UPFs ακολουθεί γνώριμο μοτίβο από το πεδίο των εξαρτήσεων: αρχικά η ευθύνη αποδίδεται στο άτομο («μετριοπάθεια στη χρήση»), μέχρι να αναγνωριστεί ο ρόλος των βιομηχανικών πρακτικών στη δημιουργία προϊόντων που μπορούν να ενισχύσουν την καταναγκαστική κατανάλωση.

Αν και -σε αντίθεση με τον καπνό- η τροφή είναι απαραίτητη για την επιβίωση, οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι αυτό καθιστά τη ρυθμιστική δράση ακόμη πιο αναγκαία, επειδή είναι δύσκολο για τους καταναλωτές να αποφύγουν το σύγχρονο διατροφικό περιβάλλον. Σύμφωνα με τηn Gearhardt, είναι εφικτό να γίνεται διάκριση ανάμεσα σε επιβλαβή υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα και άλλα τρόφιμα, όπως συμβαίνει με τη διάκριση αλκοολούχων και μη αλκοολούχων ποτών.

Το άρθρο υποστηρίζει ότι τα UPFs πληρούν «καθιερωμένα κριτήρια» για να θεωρηθούν δυνητικά εθιστικά, καθώς διαθέτουν χαρακτηριστικά σχεδιασμού που «μπορούν να οδηγήσουν σε καταναγκαστική χρήση». Παράλληλα τονίζεται ότι οι βλαπτικές επιπτώσεις τους είναι σαφείς ανεξάρτητα από το αν τελικά χαρακτηριστούν τυπικά εθιστικά.

Οι ερευνητές προτείνουν ότι εμπειρίες από τη ρύθμιση του καπνού -όπως δικαστικές ενέργειες, περιορισμοί στο μάρκετινγκ και διαρθρωτικές παρεμβάσεις- μπορούν να αποτελέσουν οδηγό για τη μείωση της βλάβης που σχετίζεται με τα UPFs, καλώντας τις πολιτικές δημόσιας υγείας να μετατοπιστούν «από την ατομική ευθύνη στη λογοδοσία της βιομηχανίας τροφίμων».

Ωστόσο, δεν συμφωνούν όλοι με την έκταση του παραλληλισμού. Ο καθηγητής Martin Warren, επικεφαλής επιστημονικός υπεύθυνος στο Quadram Institute -εξειδικευμένο ερευνητικό κέντρο τροφίμων- δήλωσε ότι, αν και υπάρχουν ομοιότητες, υπάρχει κίνδυνος «υπερβολής» στις συγκρίσεις. Όπως σημείωσε, παραμένει ανοιχτό το ερώτημα αν τα UPFs είναι, όπως η νικοτίνη, εγγενώς εθιστικά με φαρμακολογικούς όρους ή αν κυρίως αξιοποιούν μαθημένες προτιμήσεις, μηχανισμούς ανταμοιβής και την ευκολία κατανάλωσης.

Πρόσθεσε επίσης ότι είναι κρίσιμο να διευκρινιστεί αν οι δυσμενείς επιπτώσεις απορρέουν από τα ίδια τα συστατικά των UPFs ή από το γεγονός ότι αντικαθιστούν τρόφιμα ολικής μορφής πλούσια σε φυτικές ίνες, μικροθρεπτικά συστατικά και προστατευτικές φυτοχημικές ενώσεις - διάκριση που, όπως είπε, επηρεάζει το αν η ρυθμιστική προσέγγιση θα πρέπει να προσομοιάζει στον έλεγχο του καπνού ή να εστιάζει στη βελτίωση της διατροφικής ποιότητας και στην αναδιαμόρφωση προϊόντων.

Ο Dr Githinji Gitahi, διευθύνων σύμβουλος της Amref Health Africa, δήλωσε ότι η μελέτη ενισχύει τον αυξανόμενο συναγερμό δημόσιας υγείας στην Αφρική, όπου -όπως ανέφερε- εταιρείες δραστηριοποιούνται σε περιβάλλον αδύναμης ρύθμισης επιβλαβών προϊόντων και μεταβαλλόμενων καταναλωτικών προτύπων. Προειδοποίησε ότι χωρίς δημόσιες παρεμβάσεις για το αυξανόμενο βάρος των μη μεταδοτικών νοσημάτων, τα ήδη πιεσμένα συστήματα υγείας κινδυνεύουν με κατάρρευση.