Γιατί η ιλαρά παραμένει πρόκληση; Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η διστακτικότητα απέναντι στους εμβολιασμούς τροφοδοτεί την εξάπλωσή της στην Ευρώπη.
Η ιλαρά, μια νόσος που πολλοί θεωρούσαν ξεχασμένη, εξακολουθεί να αποτελεί σοβαρή πρόκληση για την Ευρώπη. Αν και τα κρούσματα στην ευρωπαϊκή περιφέρεια του World Health Organization (ΠΟΥ) μειώθηκαν το 2025 σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι ο κίνδυνος νέων επιδημιών παραμένει υπαρκτός.
Το 2024 καταγράφηκαν 127.350 περιστατικά ιλαράς στην Ευρώπη - ο υψηλότερος αριθμός από το 1997. Παρότι το 2025 σημειώθηκε μείωση, τα κρούσματα παραμένουν διπλάσια σε σχέση με το 2023, σύμφωνα με το European Centre for Disease Prevention and Control (ECDC).
Η επικεφαλής του προγράμματος του ECDC για τα νοσήματα που προλαμβάνονται με εμβολιασμό, Sabrina Bacci, υπογράμμισε ότι «η Ευρώπη θα έπρεπε να ηγείται παγκοσμίως στην εξάλειψη της ιλαράς». Όπως τόνισε, η ήπειρος διαθέτει ένα εξαιρετικά αποτελεσματικό και ασφαλές εμβόλιο, καθώς και την τεχνογνωσία, τους πόρους και ισχυρά συστήματα επιδημιολογικής επιτήρησης για τον έλεγχο της νόσου.
Για να αποτραπούν επιδημίες και να προστατευθούν οι πιο ευάλωτοι -όπως τα βρέφη που είναι πολύ μικρά για να εμβολιαστούν και όσοι δεν μπορούν να εμβολιαστούν για ιατρικούς λόγους- απαιτείται τουλάχιστον το 95% του επιλέξιμου πληθυσμού να έχει λάβει δύο δόσεις του εμβολίου. Ωστόσο, το ECDC επισημαίνει ότι 8 στους 10 ασθενείς με ιλαρά το 2025 ήταν ανεμβολίαστοι, εικόνα που επαναλήφθηκε και το 2024.
«Ο ατομικός εμβολιασμός προστατεύει και όσους δεν μπορούν να εμβολιαστούν, καθώς μειώνει τη διασπορά του ιού. Πρόκειται όχι μόνο για πράξη αυτοπροστασίας αλλά και αλληλεγγύης. Η εξάλειψη της ιλαράς είναι εφικτή αν δράσουμε συλλογικά», σημείωσε η Bacci.
Η ιλαρά συγκαταλέγεται στους πιο μεταδοτικούς ιούς που προσβάλλουν τον άνθρωπο: κάθε ασθενής μπορεί να μεταδώσει τη νόσο σε έως και 18 ανεμβολίαστα άτομα, γεγονός που την καθιστά περίπου 12 φορές πιο μεταδοτική από τη γρίπη. Μπορεί επίσης να προκαλέσει σοβαρές και μακροχρόνιες επιπλοκές, ακόμη και «διαγραφή» της ανοσολογικής μνήμης, αφήνοντας τους επιζώντες ευάλωτους σε άλλες λοιμώξεις για μήνες ή και χρόνια, προειδοποιεί ο ΠΟΥ.
Εμβολιασμός: Η μόνη αποτελεσματική απάντηση
Δεν υπάρχει ειδική θεραπεία για την ιλαρά και δεν υφίσταται ίαση· η νόσος διαρκεί συνήθως περίπου δύο εβδομάδες όταν δεν εμφανίζονται επιπλοκές. Αυτό καθιστά τον εμβολιασμό το βασικό και μοναδικό αποτελεσματικό μέσο πρόληψης.
Η περιφερειακή διευθύντρια για την Ευρώπη και την Κεντρική Ασία της UNICEF, Regina De Dominicis, επισήμανε ότι, παρά τη μείωση των κρουσμάτων, οι συνθήκες που οδήγησαν στην επανεμφάνιση της νόσου τα προηγούμενα χρόνια εξακολουθούν να υφίστανται. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην ανάγκη αντιμετώπισης της διστακτικότητας απέναντι στα εμβόλια και της παραπληροφόρησης, προειδοποιώντας ότι διαφορετικά τα παιδιά θα συνεχίσουν να κινδυνεύουν από σοβαρή νόσηση ή και θάνατο.
Από την πλευρά του, ο περιφερειακός διευθυντής του ΠΟΥ για την Ευρώπη, Hans Kluge, κάλεσε τους πολίτες να εμπιστεύονται αποκλειστικά επαληθευμένες πληροφορίες υγείας από αξιόπιστες πηγές, σε ένα περιβάλλον «ανεξέλεγκτης διασποράς ψευδών ειδήσεων». Όπως τόνισε, «η εξάλειψη της ιλαράς είναι κρίσιμη για την εθνική και περιφερειακή υγειονομική ασφάλεια».
Η αναζωπύρωση της ιλαράς
Η Ευρώπη δεν είναι η μόνη περιοχή που αντιμετωπίζει αύξηση κρουσμάτων. Μετά από χρόνια προόδου στον παγκόσμιο έλεγχο της νόσου, η ιλαρά παρουσιάζει σταθερή άνοδο τα τελευταία χρόνια.
Νωρίτερα μέσα στο έτος, ο ΠΟΥ ανακοίνωσε ότι έξι ευρωπαϊκές χώρες -Armenia, Austria, Azerbaijan, Spain, United Kingdom και Uzbekistan- έχασαν το καθεστώς «ελεύθερης από ιλαρά» μετά την εκρηκτική αύξηση κρουσμάτων το 2024.
Μια χώρα χάνει το συγκεκριμένο καθεστώς όταν ο ιός επανεμφανίζεται και η μετάδοση διαρκεί αδιάλειπτα για περισσότερο από έναν χρόνο.
Το μήνυμα των ειδικών είναι σαφές: η ιλαρά μπορεί να εξαλειφθεί, αλλά μόνο με συστηματικό εμβολιασμό, αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης και συλλογική ευθύνη.
