Η γρίπη συγκαταλέγεται στις πιο μεταδοτικές ιογενείς λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος και κάθε χρόνο προκαλεί αυξημένη επιβάρυνση στα συστήματα υγείας, ιδιαίτερα τους χειμερινούς μήνες. Η μετάδοση του ιού γίνεται κυρίως μέσω των αναπνευστικών σταγονιδίων που απελευθερώνονται όταν ένα μολυσμένο άτομο βήχει, φτερνίζεται ή ακόμη και μιλά, γεγονός που καθιστά τη στενή επαφή βασικό παράγοντα εξάπλωσης.
Σύμφωνα με τους ειδικούς, το άτομο μπορεί να μεταδώσει τον ιό της γρίπης ακόμη και πριν εμφανίσει συμπτώματα. Το υψηλότερο φορτίο μεταδοτικότητας καταγράφεται συνήθως από μία ημέρα πριν την εκδήλωση των πρώτων συμπτωμάτων έως και τρεις με τέσσερις ημέρες μετά. Πρόκειται για το κρίσιμο διάστημα κατά το οποίο ο ιός πολλαπλασιάζεται έντονα στον οργανισμό και αποβάλλεται ευκολότερα στο περιβάλλον.
Τα συνηθέστερα συμπτώματα
Τα περισσότερα συμπτώματα της γρίπης -όπως ο πυρετός, οι μυαλγίες, η καταβολή και ο πονοκέφαλος- υποχωρούν μέσα σε περίπου πέντε ημέρες. Ωστόσο, ο βήχας, η κόπωση και η γενικότερη αδυναμία μπορεί να επιμείνουν για μία ή και δύο εβδομάδες, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι το άτομο παραμένει το ίδιο μεταδοτικό.
Οι υγειονομικές οδηγίες είναι σαφείς: Όσοι εμφανίζουν πυρετό θα πρέπει να παραμένουν στο σπίτι έως ότου περάσουν τουλάχιστον 24 ώρες χωρίς πυρετό, χωρίς τη χρήση αντιπυρετικών φαρμάκων, και με σαφή βελτίωση της γενικής τους κατάστασης. Σε περιπτώσεις όπου η γρίπη δεν συνοδεύεται από πυρετό, συνιστάται απομόνωση για τουλάχιστον πέντε ημέρες από την έναρξη των συμπτωμάτων, ώστε να περιοριστεί η πιθανότητα μετάδοσης.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί φέτος η κυκλοφορία νέας παραλλαγής της γρίπης τύπου Α, η οποία ανήκει στο στέλεχος H3N2 και αναφέρεται ως «υποκλάδος Κ». Σύμφωνα με τις μέχρι στιγμής εκτιμήσεις των ειδικών, το συγκεκριμένο στέλεχος χαρακτηρίζεται από αυξημένη μεταδοτικότητα, ενώ το τρέχον επιδημικό κύμα αναμένεται να κορυφωθεί προς τα τέλη Ιανουαρίου.
Αν και το φετινό αντιγριπικό εμβόλιο δεν περιλαμβάνει ειδικά τον συγκεκριμένο υποκλάδο, οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι ο εμβολιασμός εξακολουθεί να παρέχει σημαντική προστασία. Συμβάλλει κυρίως στη μείωση της σοβαρότητας της νόσησης, στον περιορισμό των επιπλοκών και στην αποσυμφόρηση των νοσοκομείων, ιδιαίτερα για τις ευάλωτες ομάδες.
Η μετάδοση της γρίπης δεν περιορίζεται μόνο στην άμεση επαφή με μολυσμένο άτομο. Ο ιός μπορεί να επιβιώσει για ώρες σε επιφάνειες όπως πόμολα, τραπέζια ή κοινόχρηστα αντικείμενα. Όταν τα χέρια έρθουν σε επαφή με μολυσμένες επιφάνειες και στη συνέχεια αγγίξουν το πρόσωπο, ο ιός μπορεί εύκολα να εισέλθει στον οργανισμό.
Σε περίπτωση εμφάνισης συμπτωμάτων ή υποψίας γρίπης, οι ειδικοί συστήνουν περιορισμό των κοινωνικών επαφών, σωστή κάλυψη στόματος και μύτης κατά τον βήχα ή το φτέρνισμα, συχνό πλύσιμο των χεριών, τακτικό αερισμό των χώρων και απολύμανση επιφανειών. Η υπεύθυνη στάση παραμένει το σημαντικότερο μέτρο για τον περιορισμό της εξάπλωσης της νόσου.
Πότε να απευθυνθείτε σε ειδικό: Εάν ο πυρετός επιμένει πάνω από 3 ημέρες, εμφανιστούν έντονα αναπνευστικά προβλήματα, δυσκολία στην αναπνοή, επίμονος ή αυξανόμενος βήχας, αιμορραγία ή σημάδια αφυδάτωσης, είναι απαραίτητο να ζητηθεί άμεσα ιατρική συμβουλή. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται για παιδιά, ηλικιωμένους και άτομα με χρόνια νοσήματα, καθώς διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο επιπλοκών.
