Η συχνότητα των ΙΦΝΕ αυξάνεται και αναμένεται να φτάσει στο 1% του πληθυσμού μέχρι το 2050.
Από την υποδιάγνωση και την αυξανόμενη συχνότητα στις νέες θεραπευτικές προοπτικές
Shutterstock
Shutterstock
Ιδιοπαθή φλεγμονώδη νοσήματα εντέρου

Από την υποδιάγνωση και την αυξανόμενη συχνότητα στις νέες θεραπευτικές προοπτικές

print_article
Χ. Καπιζιώνη (Γαστρεντερολόγος, Ενδοσκόπος): Οι ΙΦΝΕ μπορεί να αυξάνουν σε συχνότητα, αλλά ομοίως αυξάνει και η έρευνα και η γνώση γύρω από τη σωστή και αποτελεσματική αντιμετώπισή τους, επομένως το μέλλον για τους ασθενείς μας προδιαγράφεται αισιόδοξο!
Η συχνότητα των ΙΦΝΕ αυξάνεται και αναμένεται να φτάσει στο 1% του πληθυσμού μέχρι το 2050.

Γράφει η

Χριστίνα Καπιζιώνη MD, PhD

Γαστρεντερολόγος - Ενδοσκόπος

Ιατρικό Κέντρο Αθηνών 

Μέλος Επιστημονικής Επιτροπής Ελληνικής Ομάδα Μελέτης ΙΦΝΕ (ΕΟΜΙΦΝΕ)

Μέλος ομάδας σύνταξης Ευρωπαϊκών Οδηγιών για τη νόσο Crohn και την Ελκώδη Κολίτιδα (ECCO)

Το 2026 ξεκίνησε και το πεδίο της διάγνωσης και κυρίως της αποτελεσματικής θεραπείας των Ιδιοπαθών Φλεγμονωδών Νοσημάτων του Εντέρου (ΙΦΝΕ) ανθίζει από ευκαιρίες και δυνατότητες.

Οι ΙΦΝΕ, δηλαδή η νόσος του Crohn και η Ελκώδης Κολίτιδα, είναι ανοσοδιαμεσολαβούμενες ασθένειες, οι οποίες αναπτύσσονται σε ασθενείς που έχουν γενετική προδιάθεση όταν εκτίθενται στην επίδραση κατάλληλων, αλλά ακόμα μη ταυτοποιημένων περιβαλλοντικών παραγόντων. H Ελκώδης Κολίτιδα αφορά μόνο το παχύ έντερο, ενώ η νόσος Crohn μπορεί να προσβάλει όλο τον πεπτικό σωλήνα. Οι νόσοι αυτοί διαδράμουν με εξάρσεις και υφέσεις και προκαλούν χρόνια φλεγμονή στο τοίχωμα του εντέρου.

Η συχνότητά τους αυξάνεται και αναμένεται να φτάσει στο 1% του πληθυσμού μέχρι το 2050.

Τα συμπτώματα και στις δυο νόσους περιλαμβάνουν ως κύριο χαρακτηριστικό τις διαταραχές των κενώσεων και  γενικά συμπτώματα καταβολής, ανορεξίας και μερικές φορές πυρετού.

Ειδικότερα στην Ελκώδη Κολίτιδα προεξάρχουν οι βλεννοαιματηρές διαρροϊκές κενώσεις με συνοδό αίσθημα ατελούς κένωσης ενώ στη νόσο του Crohn κυριαρχούν οι διάρροιες με κοιλιακό άλγος και συχνά περιεδρικά συρίγγια ή αποστήματα. 

Επιπλέον, σε σημαντικό ποσοστό ασθενών, οι ΙΦΝΕ μπορούν να επηρεάσουν διάφορα μέρη του σώματος εκτός του εντέρου, συνηθέστερα το δέρμα, τις αρθρώσεις και τα μάτια.

Η έγκαιρη διάγνωση είναι εξαιρετικά σημαντική, καθώς πλέον γνωρίζουμε ότι υπάρχουν χειρότερα κλινικά αποτελέσματα σε ασθενείς με καθυστέρηση στη διάγνωση και κατ’ επέκταση στην αποτελεσματική θεραπεία.

Η καθυστέρηση στη διάγνωση των ΙΦΝΕ παραμένει ένα μεγάλο πρόβλημα σε όλο τον κόσμο. Μελέτες έχουν δείξει ότι η διάμεση καθυστέρηση στη διάγνωση (χρόνος από τα πρώτα συμπτώματα έως τη διάγνωση) ήταν 8 και 4 μήνες, αντίστοιχα, για τη νόσο του Crohn και την ελκώδη κολίτιδα.

Ταυτόχρονα με τη γνώση για τη σημασία της σωστής και πρώιμης θεραπείας η τελευταία δεκαετία ορίστηκε από τον πολλαπλασιασμό των θεραπευτικών επιλογών. Αυτό είναι εξαιρετικό τόσο για τους ασθενείς όσο και για τους κλινικούς ιατρούς - όταν βέβαια συνοδεύεται από τη γνώση για τη σωστή χρήση τους.

Ποια είναι τα σημαντικά σημεία που γνωρίζουμε πλέον για τα ΙΦΝΕ και οφείλουμε να εφαρμόζουμε στους ασθενείς μας:

1.    Η νόσος του Crohn είναι προοδευτική. Η απουσία/καθυστέρηση της διάγνωσης και η επιλογή μιας αναποτελεσματικής θεραπείας έχει ως αποτέλεσμα μακροχρόνια, μη αναστρέψιμη βλάβη του εντέρου, αναπηρία και κακή ποιότητα ζωής. Τα δεδομένα για την ελκώδη κολίτιδα είναι στην ίδια κατεύθυνση, αλλά λιγότερο σθεναρά.

2.    Η καθυστέρηση στη διάγνωση σχετίζεται με χειρότερα αποτελέσματα. Χρειάζεται λελογισμένη χρήση των διαγνωστικών εργαλείων, ώστε να προσφέρουμε τη διάγνωση στους ασθενείς με τυπικά ή και λιγότερο τυπικά ευρήματα, ενώ ταυτόχρονα να μην υπάρχει και κατάχρηση επεμβατικών τεχνικών σε ασθενείς που δεν έχουν συμβατά συμπτώματα και σημεία.

 3. Οι επιπλοκές της νόσου μπορούν να προληφθούν με αποτελεσματική θεραπεία.

Χρειάζεται βαθιά γνώση και κριτική θεώρηση των δεδομένων για την αποτελεσματική επιλογή των ασθενών που όντως θα τη χρειαστούν, γιατί δεν τη χρειάζονται όλοι.

4. Η έγκαιρη έναρξη αποτελεσματικής θεραπείας έχει τα καλύτερα αποτελέσματα. Οι επιλογές είναι πολλές και η συνεχής ενημέρωση και η βαθιά κατανόηση των δεδομένων από τις κλινικές μελέτες είναι τα εφόδια για την επιλογή της κατάλληλης αγωγής. Τα στεροειδή (κορτιζόνη) δεν είναι μια καλή επιλογή για μακροχρόνια θεραπεία στα ΙΦΝΕ και δεν πρέπει να (υπερ)χρησιμοποιούνται.

5.  Υπάρχει μια αποσύνδεση μεταξύ συμπτωμάτων και φλεγμονής. Πλέον, γνωρίζουμε ότι για την παρακολούθηση των νοσημάτων αυτών δεν αρκεί να βασιζόμαστε στα συμπτώματα, αλλά πρέπει να χρησιμοποιούμε μη επεμβατικά εργαλεία παρακολούθησης, όπως εξετάσεις αίματος ή κοπράνων καθώς και το εντερικό υπερηχογράφημα.

6. Η στρατηγική που ακολουθούμε πλέον είναι “θέτουμε έναν ρεαλιστικό στόχο θεραπείας μαζί με τον ασθενή και τον ακολουθούμε κάνοντας τροποποιήσεις στη θεραπεία μέχρι να τον πετύχουμε”.

Αυτό απαιτεί στενή σχέση ιατρού - ασθενούς ιδιαίτερα στα αρχικά στάδια της θεραπείας για την έγκαιρη επέμβαση όταν αποκλίνουμε του στόχου. 

Οι ΙΦΝΕ μπορεί να αυξάνουν σε συχνότητα, αλλά ομοίως αυξάνει και η έρευνα και η γνώση γύρω από τη σωστή και αποτελεσματική αντιμετώπισή τους, επομένως το μέλλον για τους ασθενείς μας προδιαγράφεται αισιόδοξο!