Είναι βαρετή η ενασχόληση με τις δημοσκοπήσεις, που στην Ελλάδα παράγονται εν υπεραυθονία, σε σημείο κορεσμού. Όλες άλλωστε επαναλαμβάνουν τα ίδια. Κυριαρχία Μητσοτάκη στην πρωθυπουργική καταλληλότητα, πρωτοφανή κυριαρχία της ΝΔ, και παντελή αδυναμία αντιπολίτευσης.
Το μόνο ενδιαφέρον που απομένει, για τους επαγγελματίες της πολιτικής (πολιτικούς, δημοσκόπους και δημοσιογράφους), είναι εάν θα υπάρξει αυτοδυναμία από την πρώτη Κυριακή.
Δεν εντυπωσιάζει η όποια πρόσφατη άνοδος της ΝΔ. Από τις ανακοινώσεις του Πρωθυπουργού στη ΔΕΘ, τότε που δεκαπέντε ημέρες μετά κάποιες γραφίδες ισχυρίζονταν ότι τα μέτρα που ανακοίνωσε δεν είχαν δημοσκοπικό αποτύπωμα, είχαμε γράψει ότι αυτό θα φανεί στο τέλος Ιανουαρίου, όταν και οι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα θα δουν τις όποιες αυξήσεις στις αποδοχές τους.
Εάν κάτι ενδιαφέρει στην τελευταία δημοσκόπηση τη Marc για το «Πρώτο Θέμα», αυτό δεν είναι η όποια άνοδος της ΝΔ και η αύξουσα πρωθυπουργική καταλληλότητα του Μητσοτάκη, αλλά εκείνα τα στοιχεία που δεν τροφοδοτούν την ειδησεογραφία και δεν εμπνέουν τίτλους.
Και αυτά δείχνουν το υπόβαθρο της πολιτικής συμπεριφοράς της αντιπολίτευσης, που δεν εδράζεται σε λογική ανάλυση εναρμονιζόμενη με την ιδεολογία της. Πηγάζει μόνο από το αντιμητσοτακικό μένος που τους έχει καταλάβει επειδή δεν μπορούν να τον υπερκεράσουν.
Και αυτό το μένος τους παρασύρει σε θέσεις αντιθετικές με την ιδεολογία τους, όπως και απόμακρες από το κοινό λαϊκό αίσθημα, το οποίο υποτίθεται ότι ενδιαφέρονται να εκφράσουν.
Χαρακτηριστική η απάντηση στην ερώτηση «Ναι ή όχι στο διάλογο με την Τουρκία;». Είναι αναμενόμενο οι ψηφοφόροι της ΝΔ να τάσσονται με ποσοστό 85,3% αφού τον διάλογο διεξάγει η κυβέρνησή τους. Εκείνο που είναι ακατανόητο είναι το ποσοστό 36,3% του ΣΥΡΙΖΑ που τάσσεται κατά του διαλόγου, και μόνο το 56,9% υπέρ. Μικρότερο ακόμη και από αυτό του «πατριωτικού» ΠΑΣΟΚ (21,6% αρνητικά και 73,3% υπέρ).
Είναι άξιο αναφοράς επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν το κατ’ εξοχήν το κόμμα των ανοιχτών συνόρων. Το κόμμα που στο ιδεολογικό του DNA είχε το διάλογο για τις διεθνείς σχέσεις, ακόμη όταν αυτός δεν είναι παραγωγικός, ακόμη και όταν είναι εκ των προτέρων υπονομευμένος, ακόμη και αν είναι ουτοπικός.
Είναι το κόμμα που υπέγραψε την ατυχή (για να μην χρησιμοποιήσουμε βαρύτερο όρο) συμφωνία των Πρεσπών, παρέχοντας εθνικότητα και γλώσσα στους Σκοπιανούς. Και η οποία ενθουσίασε τόσο κάποια στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, που κάποια από αυτά πρότειναν ως λύση τις… «Πρέσπες του Αιγαίου», προκειμένου να λυθούν τα προβλήματα επιβουλής των γειτόνων επί της χώρας μας.
Και από τον ενθουσιασμό της Συμφωνίας των Πρεσπών, από τον εκθειασμό μιας ενδεχόμενης μελλοντικής Συμφωνίας «Πρεσπών του Αιγαίου», φτάσαμε ένας στους τρεις ψηφοφόρους του να τάσσεται κατά του ελληνοτουρκικού διαλόγου.
Δεν άλλαξαν ιδέες οι Συριζαίοι. Απλώς τάσσονται «κατά» γιατί «πρέπει» να είναι αντίθετοι σε ό,τι κάνει ο Μητσοτάκης. Και αυτό τους απομακρύνει όχι μόνο από την «γενετική» τους ιδεολογία του διεθνισμού, αλλά και από τη μεγάλη μάζα της κοινωνίας, η οποία θα ήταν εν δυνάμει σύμμαχός της ως προς αυτό. Η οποία κοινωνία κατά 66,6% τάσσεται υπέρ του διαλόγου και μόνο το 27,5% κατά.
Παρόμοια αναντιστοιχία εντοπίζεται και στο θέμα της αναθεώρησης του Συντάγματος (που δεν περιμέναμε να δείχνει τόσο ενδιαφέρον ο κόσμος, καθότι είναι «στριφνά» επιστημονικό το θέμα).
Ίσως έλκει το ενδιαφέρον της κοινωνίας επειδή εμπεριέχει αλλαγές το άρθρο για την ποινική ευθύνη υπουργών (υπέρ αλλαγής το 92,5%). Επίσης, την κατάργηση της μονιμότητας δημοσίων υπαλλήλων που δεν ανταποκρίνονται στα καθήκοντά τους (82%) και την καθολική καθιέρωση της αξιολόγησης στο Δημόσιο (70%).
Το πλέον χαρακτηριστικό της δημοσκόπησης πάντως είναι η δυσαρέσκεια για την ποιότητα της πολιτικής αντιπαράθεσης. Μόνο το 16,2% είναι «ικανοποιημένο» και «μάλλον ικανοποιημένο» από το επίπεδο αντιμαχίας των κομμάτων, έναντι ενός θηριώδους 82,6% που είναι δυσαρεστημένο και απαντάει «όχι» και «μάλλον όχι».
Και αυτό αντικειμενικά επιβαρύνει την αντιπολίτευση. Όχι, γιατί η κυβέρνηση είναι εξ ορισμού καλύτερη, αλλά γιατί εκ θέσεως η αντιπολίτευση είναι εκείνη που επιτίθεται, κατηγορεί, χρησιμοποιεί χαρακτηρισμούς, και καθορίζει πρώτη την ποιότητα του δημοσίου διαλόγου.
