Πιέσεις δέχθηκαν οι αμερικανικές τραπεζικές μετοχές στις πρωινές συναλλαγές της Τρίτης, στο πλαίσιο ευρύτερης υποχώρησης της Wall Street, καθώς οι επενδυτές παρακολουθούν με αυξημένη ανησυχία την επικείμενη προθεσμία της κυβέρνησης Τραμπ για την επιβολή ανώτατου ορίου 10% στα επιτόκια των πιστωτικών καρτών.
Η κυβέρνηση έχει καλέσει τις εταιρείες να συμμορφωθούν έως τις 20 Ιανουαρίου, υποστηρίζοντας ότι το προτεινόμενο πλαφόν θα ενισχύσει την προσιτότητα για τους καταναλωτές, σε μια περίοδο όπου το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους παραμένει υψηλό για εκατομμύρια νοικοκυριά.
Ωστόσο, τραπεζικά στελέχη και αναλυτές προειδοποιούν ότι ένα γενικευμένο όριο στα επιτόκια θα μπορούσε να περιορίσει δραστικά τη διαθεσιμότητα πιστώσεων, καθώς οι τράπεζες δεν θα είναι σε θέση να τιμολογούν επαρκώς τον αυξημένο κίνδυνο των μη εξασφαλισμένων δανείων.
Η αβεβαιότητα γύρω από το αν η πρωτοβουλία μπορεί να εφαρμοστεί μονομερώς, χωρίς σχετική νομοθετική παρέμβαση, επιβάρυνε το κλίμα. Όπως επισημαίνουν νομικοί κύκλοι, παραμένει ασαφές εάν η εκτελεστική εξουσία διαθέτει τα εργαλεία για την επιβολή ενός τέτοιου μέτρου χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του Κογκρέσου.
Στο ταμπλό, οι μετοχές της JPMorgan Chase υποχώρησαν κατά 3,2%, της Citigroup κατά 4,3% και της Wells Fargo κατά περίπου 2%. Οι επενδυτικές τράπεζες Morgan Stanley και Goldman Sachs κατέγραψαν απώλειες 3,8% και 1,9% αντίστοιχα, ενώ ο δείκτης S&P 500 Banks κινούνταν χαμηλότερα κατά 2,3%.
«Προς το παρόν, πρόκειται περισσότερο για ένα πολιτικό παρά για ένα καθαρά ρυθμιστικό ζήτημα, αλλά αυτό μπορεί να ξεκαθαρίσει γρήγορα αν αποδειχθεί ότι η κίνηση αποτελεί κυρίως μήνυμα προς το Κογκρέσο και όχι άμεση πολιτική δράση», δήλωσε ο Μπράιαν Τζέικομπσεν, επικεφαλής οικονομικός στρατηγικός αναλυτής στην Annex Wealth Management.
Από το Νταβός, η διευθύνουσα σύμβουλος της Citigroup, Τζέιν Φρέιζερ, δήλωσε στο CNBC ότι δεν αναμένει από το Κογκρέσο να εγκρίνει ανώτατα όρια στα επιτόκια των πιστωτικών καρτών. «Ο πρόεδρος έχει δίκιο να εστιάζει στην προσιτότητα, αλλά ο περιορισμός των επιτοκίων δεν θα ήταν καλός για την οικονομία των ΗΠΑ», ανέφερε, προσθέτοντας ότι δεν διακρίνει διακομματική στήριξη για μια τέτοια νομοθετική πρωτοβουλία.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν και στελέχη της JPMorgan, συμπεριλαμβανομένου του διευθύνοντος συμβούλου Τζέιμι Ντάιμον, τα οποία προειδοποίησαν ότι το μέτρο θα μπορούσε τελικά να πλήξει τους ίδιους τους καταναλωτές, περιορίζοντας την πρόσβαση σε πίστωση. Η τράπεζα άφησε μάλιστα να εννοηθεί ότι εξετάζει όλα τα ενδεχόμενα, ακόμη και νομικές κινήσεις.
Σύμφωνα με την Αμερικανική Ένωση Τραπεζιτών, νέα στοιχεία δείχνουν ότι από 137 έως 159 εκατομμύρια κάτοχοι καρτών ενδέχεται να χάσουν τη δυνατότητα χρήσης τους εάν επιβληθεί το ανώτατο όριο. Παράλληλα, στελέχη του κλάδου εκτιμούν ότι πλήγμα θα δεχθούν και τα καθαρά έσοδα από τόκους, ένας από τους βασικότερους πυλώνες κερδοφορίας των τραπεζών.
Αναλυτές της TD Cowen σημειώνουν ότι διαμορφώνεται έδαφος για έναν πολιτικό συμβιβασμό, ο οποίος θα μπορούσε να περιλαμβάνει εθελοντικές πρωτοβουλίες από τις τράπεζες, όπως ειδικές κάρτες χαμηλότερου επιτοκίου, απλοποιημένα προϊόντα χωρίς ανταμοιβές ή χαμηλότερα πιστωτικά όρια, αντί για μια οριζόντια νομοθετική παρέμβαση.
