Τράπεζα Κύπρου: Μια καλή αρχή
Shutterstock
Shutterstock

Τράπεζα Κύπρου: Μια καλή αρχή

Ισχυρά μεν, αναμενόμενα δε μπορούν να θεωρηθούν τα αποτελέσματα του δ΄ τριμήνου για την Τράπεζα Κύπρου. Στα σημαντικά σημεία στα οποία η αγορά δείχνει μια αυξημένη ευαισθησία τον τελευταίο καιρό η Τράπεζα Κύπρου απάντησε με επιτυχία στην κερδοφορία, το μέρισμα και την κεφαλαιακή επάρκεια.

Σημαντικό θετικό στοιχείο αποτελεί η διανομή 305 εκατ. ευρώ σε μετρητά, εκ των οποίων τα 218 εκατ. ευρώ θα καταβληθούν τον Ιούνιο του 2026.

Το ποσοστό διανομής 70% υπολογίζεται επί των επαναλαμβανόμενων καθαρών κερδών, προσαρμοσμένων για την πληρωμή κουπονιού AT1, που διαμορφώθηκαν στα €434 εκατ. το 2025. Το συνολικό μέρισμα ανά μετοχή ανέρχεται σε €0,70, εκ των οποίων τα €0,20 έχουν ήδη καταβληθεί ως προμέρισμα, υπερβαίνοντας τις αρχικές εκτιμήσεις της αγοράς.

Σε επίπεδο έτους, τα έσοδα από τόκους της χρήσης 2025 ανήλθαν σε 731 εκατ. ευρώ (–11% σε ετήσια βάση), υπερβαίνοντας τον στόχο των 720 εκατ. ευρώ, ενώ στο δ’ τρίμηνο τα έσοδα από τόκους αυξήθηκαν κατά 2% σε τριμηνιαία βάση.

Τα μη επιτοκιακά έσοδα ανήλθαν σε 309 εκατ. ευρώ το 2025 (+14% ετησίως) και σε 90 εκατ. ευρώ το δ’ τρίμηνο (+16% σε τριμηνιαία βάση), με στήριξη από αύξηση 2% σε ετήσια βάση στα καθαρά έσοδα από προμήθειες και αμοιβές, καθώς και από άνοδο 11% στα καθαρά έσοδα από ασφαλιστικές δραστηριότητες, κυρίως λόγω της συνεισφοράς της Εθνικής Ασφαλιστικής ύψους περίπου 3,2 εκατ. ευρώ.

Το σύνολο των εσόδων διαμορφώθηκε σε 1.040 εκατ. ευρώ το 2025 (–5% σε ετήσια βάση) και σε 273 εκατ. ευρώ το δ’ τρίμηνο (+6% σε τριμηνιαία βάση), ενώ τα λειτουργικά έξοδα αυξήθηκαν σε 386 εκατ. ευρώ (+5% ετησίως) και σε 114 εκατ. ευρώ το δ’ τρίμηνο (+26% σε τριμηνιαία βάση).

 

Και στον ισολογισμό η εικόνα μπορεί να χαρακτηριστεί ικανοποιητική καθώς στο δ’ τρίμηνο καταγράφονται θετικές τάσεις σε όλο σχεδόν το φάσμα των βασικών λογαριασμών. Στις καταθέσεις, η ισχυρή επιτάχυνση που καταγράφηκε το τέταρτο τρίμηνο του 2025 ήταν ευρείας βάσης (+762 εκατ. ευρώ) και όχι αποτέλεσμα δραστηριότητας ενός συγκεκριμένου τομέα.

Η διοίκηση απέδωσε τη δυναμική αυτή στη συνολική οικονομική δραστηριότητα και στο ισχυρό αποτύπωμα της τράπεζας σε μια δομικά πλεονασματική σε ρευστότητα αγορά. Οι εισροές αφορούσαν τόσο τον εταιρικό όσο και τον ιδιωτικό τομέα, με τη διοίκηση να υπογραμμίζει τον εποχικό χαρακτήρα του δ’ τριμήνου και να προειδοποιεί ότι ο ρυθμός αυτός δεν θα πρέπει να ετησιοποιηθεί. Η ποιότητα ενεργητικού παρέμεινε ισχυρή, με δείκτη μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPE) στο 1,2% και το απόθεμα REMU κάτω από 0,4 δις ευρώ.

Στο σκέλος του ανθρώπινου δυναμικού, το πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου (VRS) του 2025 ήταν σημαντικά μεγαλύτερο σε σχέση με το 2024, με περισσότερες από 100 αποχωρήσεις. Για τα επόμενα έτη, η διοίκηση αναμένει μικρότερα και επαναλαμβανόμενα προγράμματα, πιο κοντά στα επίπεδα του 2024, τα οποία αναμένεται να συμβάλουν σε χαμηλότερο διαρθρωτικό κόστος προσωπικού, χωρίς ωστόσο να δοθεί συγκεκριμένη ποσοτικοποίηση των εξοικονομήσεων.

Η πιστωτική επέκταση διαμορφώθηκε στο 8% σε ετήσια βάση, με ισομερή κατανομή μεταξύ εγχώριων χορηγήσεων (+4%) και διεθνών δραστηριοτήτων (+4%). Η διεθνής ανάπτυξη υπερέβη τις αρχικές εκτιμήσεις λόγω ισχυρών ρυθμών αύξησης αλλά και ένταξης νέων υπό εκτέλεσης έργων, ωστόσο η διοίκηση εκτίμησε ότι ο ρυθμός αυτός αναμένεται να επιβραδυνθεί.

Σε ό,τι αφορά στη στρατηγική αντιστάθμισης κινδύνου επιτοκίων, η αύξηση των hedges στο δ’ τρίμηνο σχετίζεται κυρίως με τη μεγέθυνση του ισολογισμού και ιδιαίτερα των καταθέσεων. Περίπου το 47% των τοκοφόρων στοιχείων ενεργητικού είναι πλέον αντισταθμισμένο, ποσοστό που η διοίκηση θεωρεί επαρκές, χωρίς ανάγκη ουσιαστικής περαιτέρω αύξησης. Η μέση διάρκεια των νέων αντισταθμίσεων ανέρχεται σε περίπου τρία έτη, με έμφαση στη σταδιακή διαχείριση ώστε να αποφεύγονται απότομες μεταβολές.

Στο φορολογικό σκέλος, η διοίκηση ξεκαθάρισε ότι τα αποτελέσματα του δ’ τριμήνου επηρεάστηκαν από τεχνικούς και μη επαναλαμβανόμενους παράγοντες. Η καθοδήγηση για τον επαναλαμβανόμενο πραγματικό φορολογικό συντελεστή αναθεωρήθηκε στο 16%–16,5% των κερδών προ φόρων, από περίπου 14% προηγουμένως.

Σε ό,τι αφορά τα καθαρά έσοδα από τόκους και το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο, η διοίκηση σημείωσε ότι τα μεγέθη αυτά προσεγγίζουν πλέον πιο βιώσιμα και σταθερά επίπεδα.

Τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο στοιχεία ενεργητικού παρέμειναν σε γενικές γραμμές αμετάβλητα σε τριμηνιαία βάση, καθώς η αύξηση που προήλθε από τα δάνεια αντισταθμίστηκε από τη μείωση του αποθέματος ακινήτων (χαρτοφυλάκιο REMU) και αλλαγές στη σύνθεση του χαρτοφυλακίου τίτλων.

Αναφορικά με τη χρηματοδότηση και τις εκδόσεις, η διοίκηση υπογράμμισε ότι μέσα στο 2026 οι βασικές αποφάσεις θα φορούν την ημερομηνία call του Tier 2 τον Απρίλιο και του senior τίτλου τον Ιούνιο, χωρίς να προαναγγελθούν συγκεκριμένες εκδόσεις, δεδομένου και του σημαντικού αποθέματος MREL (άνω του 30%).

Σε σχέση με τη συζήτηση περί έκτακτης φορολόγησης των τραπεζών, ο διευθύνων σύμβουλος ανέφερε ότι πρόκειται για μια συνήθη προεκλογική ρητορική από την πλευρά της αντιπολίτευσης, ωστόσο ξεκαθάρισε ότι δεν υπάρχει νομοθετική πρωτοβουλία σε εξέλιξη.

Η κυβέρνηση και το Υπουργείο Οικονομικών εμφανίζονται αντίθετοι, ενώ οποιαδήποτε σχετική ρύθμιση θα απαιτούσε την έγκριση του Προέδρου και θα μπορούσε να αντιμετωπίσει συνταγματικά εμπόδια. Τέλος, σε σχέση με ενδεχόμενες εξαγορές η Τράπεζα Κύπρου είναι ανοικτή σε κινήσεις που θα βελτιστοποιούσαν την

Ωστόσο η άνοδος της τιμής της μετοχής έχει δημιουργήσει πιο απαιτητικές συνθήκες κερδοφορίας για τον όμιλο. Η Τράπεζα Κύπρου διαπραγματεύεται 10,2 φορές τα εκτιμώμενα κέρδη του 2025 και η σχέση της κεφαλαιοποίησης με την ενσώματη καθαρή θέση διαμορφώνεται στις 1,56 φορές, αισθητά υψηλότερα από τις υπόλοιπες συστημικές τράπεζες.

Η αναλυτική καθοδήγηση για το 2026, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής διανομών, θα παρουσιαστεί στο Investor Day της Τράπεζας Κύπρου στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου. Δεδομένης της ανόδου που έχει προηγηθεί στην μετοχή από την αρχή του έτους (+21%) η επικαιροποίηση κάποιων παραδοχών μάλλον είναι επιβεβλημένη.