Η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα εισέρχεται σε μια κρίσιμη φάση θεσμικής και επιχειρησιακής αναβάθμισης, καθώς δύο χρόνια μετά την ανάληψη της διοίκησης από τη νέα ηγεσία επιχειρεί να αλλάξει επίπεδο λειτουργίας και ρόλου στο ευρωπαϊκό χρηματοδοτικό οικοσύστημα.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η διαδικασία του λεγόμενου Pillar Assessment, μιας αξιολόγησης που, εφόσον ολοκληρωθεί επιτυχώς πριν από το καλοκαίρι, θα επιτρέψει στην Τράπεζα να διαχειρίζεται απευθείας κοινοτικούς πόρους, χωρίς τη διαμεσολάβηση άλλων ευρωπαϊκών θεσμών.
Αυτά είπε μεταξύ άλλων η Ισμήνη Παπακυρίλλου, Διευθύνουσα Σύμβουλος της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, ενώ αποκάλυψε ότι μέσα στο 2026 η HDB θα προκηρύξει διαγωνισμό για να ανανεώσει το πληροφοριακό της σύστημα, ώστε να είναι πιο αποδοτικό.
Τι είναι το Pillar Assessment
Η πιστοποίηση αυτή δεν έχει μόνο συμβολικό χαρακτήρα, αλλά πρακτικά μεταφράζεται σε δυνατότητα προσέλκυσης πρόσθετων κεφαλαίων και σε μεγαλύτερη ευελιξία σχεδιασμού χρηματοδοτικών εργαλείων.
Σε μια περίοδο κατά την οποία τα χρονικά περιθώρια για την αξιοποίηση των πόρων του Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας στενεύουν, η δυνατότητα της ΕΑΤ να λειτουργήσει ως άμεσος εταίρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα.
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, η θετική κατάληξη της αξιολόγησης θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για τη μεταφορά περίπου 2 δισ. ευρώ προς τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, ενισχύοντας τη ρευστότητα και τις επενδύσεις σε έναν τομέα που αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας.
Σύμφωνα με την κ. Παπακυρίλλου η διαδικασία βρίσκεται σε εξέλιξη, με το πρώτο επίπεδο ελέγχου να ολοκληρώνεται αυτή την εβδομάδα. Ακολουθεί η σύνταξη της τελικής έκθεσης, με στόχο η πιστοποίηση να έχει δοθεί πριν από το καλοκαίρι. Εφόσον επιτευχθεί, η ΕΑΤ θα καταστεί ο πρώτος ελληνικός οργανισμός με τη συγκεκριμένη διαχειριστική επάρκεια, εντασσόμενη σε μια ομάδα ευρωπαϊκών αναπτυξιακών τραπεζών που ήδη διαθέτουν αντίστοιχη πιστοποίηση.
Αγροτικός τομέας και μικροπιστώσεις
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον πρωτογενή τομέα. Στο πλαίσιο του ΤΕΠΙΧ ΙΙΙ προωθείται ειδικό εργαλείο για τον αγροτικό κλάδο, με πρόβλεψη ακόμη και για χρηματοδότηση αγοράς γης, στοιχείο που μπορεί να διευκολύνει την είσοδο νέων παραγωγών. Η στόχευση προς τους νέους αγρότες επιχειρεί να απαντήσει στο δημογραφικό και αναπτυξιακό κενό της υπαίθρου, ενώ συνεχίζονται και το 2026 οι επισκέψεις ενημέρωσης στην περιφέρεια, με στόχο τη διεύρυνση της πρόσβασης στα διαθέσιμα εργαλεία.
Παράλληλα, οι μικροπιστώσεις αναδεικνύονται σε κρίσιμο πυλώνα για πολύ μικρές επιχειρήσεις και ατομικές δραστηριότητες. Το Ταμείο Μικροπιστώσεων του ΤΕΠΙΧ ΙΙΙ λειτουργεί ως μέσο επιμερισμού ρίσκου, παρέχοντας ευνοϊκούς όρους και υπηρεσίες mentoring, με ιδιαίτερη έμφαση στη γυναικεία επιχειρηματικότητα, όπου η απορρόφηση κινείται γύρω στο 40%. Η διοίκηση βρίσκεται σε επαφή και με νέους ψηφιακούς παρόχους χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, όπως η Snappi, διερευνώντας πιθανές συνέργειες που θα μπορούσαν να ανοίξουν περαιτέρω την αγορά των μικροπιστώσεων.
Στον τομέα της στέγασης, το πρόγραμμα Σπίτι μου ΙΙ καταγράφει ισχυρή ζήτηση, έχοντας συμβάλει στην αγορά πρώτης κατοικίας από χιλιάδες νοικοκυριά. Η επιχειρησιακή ετοιμότητα του μηχανισμού υλοποίησης επέτρεψε την ταχεία έγκριση και συμβασιοποίηση σημαντικού ύψους δανείων, αν και οι αργές διαδικασίες σε ορισμένες περιπτώσεις λειτουργούν ως τροχοπέδη. Αντίθετα, το πρόγραμμα Αναβαθμίζω το Σπίτι μου δεν κινήθηκε με την αναμενόμενη ταχύτητα, οδηγώντας σε αναπροσαρμογή του προϋπολογισμού του.
Η καινοτομία και ο ψηφιακός μετασχηματισμός αποτελούν επίσης προτεραιότητα. Όπως επισημαίνει η κ. Παπακυρίλλου, η Τράπεζα «σπρώχνει αρκετά την καινοτομία», αν και αναγνωρίζει ότι τα σχετικά εργαλεία απαιτούν χρόνο για να ωριμάσουν, ιδίως όταν απευθύνονται σε μικρές επιχειρήσεις με περιορισμένες δυνατότητες σύνθετων επενδύσεων.
Σταθερή κερδοφορία και διεύρυνση αποτυπώματος
Να σημειώσουμε ότι η συγκυρία δεν είναι τυχαία, καθώς οι οικονομικές καταστάσεις της χρήσης 2024 αποτυπώνουν έναν οργανισμό που λειτουργεί πλέον σε καθεστώς κανονικότητας, χωρίς τις έκτακτες συνθήκες της πανδημίας αλλά και χωρίς ενδείξεις κόπωσης.
Οι σωρευτικές εγκρίσεις δανείων από το 2019 έως το τέλος του 2024 ανήλθαν σε 11,5 δισ. ευρώ, με περίπου 1,2 δισ. ευρώ να εγκρίνονται μέσα στο 2024. Ο συνολικός αριθμός εγκεκριμένων δανείων διαμορφώθηκε σε 59.471, στοιχείο που καταδεικνύει σταθερή ροή χρηματοδότησης και επαναλαμβανόμενη λειτουργία.
Το βάρος εξακολουθεί να πέφτει στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Το 99% των δανείων σε πλήθος και το 81% σε αξία κατευθύνεται σε ΜμΕ, ενώ σημαντικό ποσοστό αφορά επιχειρήσεις με περιορισμένο αριθμό απασχολουμένων. Σε κλαδικό επίπεδο, οι χρηματοδοτήσεις συγκεντρώνονται στο εμπόριο, τη μεταποίηση και τον κλάδο καταλυμάτων και εστίασης, δηλαδή σε τομείς που αντικατοπτρίζουν τη δομή της ελληνικής παραγωγικής βάσης.
Παράλληλα, η Τράπεζα παρέμεινε κερδοφόρα, χωρίς ανάγκη κεφαλαιακής ενίσχυσης ή καταγραφή έκτακτων ζημιών. Η κερδοφορία της δεν προέρχεται από επιτοκιακά περιθώρια, όπως συμβαίνει στις εμπορικές τράπεζες, αλλά κυρίως από προμήθειες εγγυήσεων και διαχείρισης χρηματοδοτικών εργαλείων. Πρόκειται για ένα μοντέλο «θεσμικής» βιωσιμότητας, που καλύπτει το λειτουργικό κόστος και επιτρέπει την ανάπτυξη νέων προγραμμάτων χωρίς επιβάρυνση των δημόσιων οικονομικών.
Κομβικό ρόλο στη χρήση 2024 διαδραμάτισε το Ταμείο Επιχειρηματικότητας ΙΙΙ, το γνωστό ΤΕΠΙΧ ΙΙΙ, το οποίο ξεκίνησε τη λειτουργία του τον Ιούνιο. Μέχρι το τέλος του έτους, οι εγκρίσεις είχαν ήδη ξεπεράσει το 1 δισ. ευρώ, με το σκέλος των συγχρηματοδοτούμενων δανείων να εμφανίζει ιδιαίτερα υψηλή ζήτηση. Η πλήρης απορρόφηση των διαθέσιμων πόρων οδήγησε σε απόφαση ενίσχυσης του Ταμείου Δανείων και του Ταμείου Εγγυοδοσίας, αυξάνοντας τη δυνατότητα παροχής νέων δανείων μέσω μόχλευσης τραπεζικών κεφαλαίων.
Η παροχή εγγυήσεων από την ΕΑΤ λειτουργεί ως ισχυρό κίνητρο για τις εμπορικές τράπεζες, μειώνοντας το ρίσκο και διευκολύνοντας τη διοχέτευση πιστώσεων σε επιχειρήσεις που υπό άλλες συνθήκες θα δυσκολεύονταν να εξασφαλίσουν χρηματοδότηση. Η διοίκηση βρίσκεται σε συχνή επικοινωνία με την ένωση τραπεζών, προκειμένου να διασφαλιστεί η ετοιμότητα των συστημάτων και η ομαλή υλοποίηση των εργαλείων.
