7ος χρόνος, ημέρα 2225η
Σάββατο, 4 Δεκεμβρίου 2021

Τι συνέβη στην κεντροδεξιά της δυτικής Ευρώπης;

Τι συνέβη στην κεντροδεξιά της δυτικής Ευρώπης;

Των Tim Bale & Cristóbal R. Kaltwasser

Ως είδος, οι άνθρωποι αναζητούμε μανιασμένα μοτίβα. Επίσης, μας μαστίζει η προκατάληψη του πρόσφατου - η τάση να αποδίδουμε περισσότερο βάρος σε πράγματα που μόλις τώρα συνέβησαν. Δεν εκπλήσσει ιδιαίτερα συνεπώς το γεγονός ότι, όταν αναλύουμε το κομματικό περιβάλλον, έχουμε την τάση να παίρνουμε τα αποτελέσματα των τελευταίων εκλογών και να προσπαθούμε να τα ταιριάξουμε σε κάποιο μοτίβο.

Αυτός είναι και ο λόγος που τα αποτελέσματα των πρόσφατων εκλογών στη Γερμανία έχουν προκαλέσει αναταραχή. Η χώρα μετά τη νίκη που ανέδειξε το κόμμα του Olaf Scholz στη μεγαλύτερη δύναμη στο Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο φαίνεται πως θα αποκτήσει τον πρώτο σοσιαλδημοκράτη καγκελάριό της μετά το 2005. Αυτό με τη σειρά του οδήγησε κάποια στιγμή στο γεγονός ότι η κεντροαριστερά βρίσκεται στην κυβέρνηση σε πολλές από τις πολύ γνωστές μας χώρες - και στο ερώτημα αν οι συντηρητικοί αντιμετωπίζουν πρόβλημα παντού.

Είναι ένα καλό ερώτημα. Αλλά για να το απαντήσουμε, πρέπει πρώτα να διευκρινίσουμε τι εννοούμε με τη λέξη “συντηρητικοί”. Πολύ συχνά ο όρος αυτός χρησιμοποιείται για να περιγράψει κόμματα που τα ίδια τον απορρίπτουν. Αυτό σίγουρα ισχύει με το CDU/CSU, τους μεγάλους χαμένους των γερμανικών εκλογών.

Η χριστιανοδημοκρατία, στην Αγγλία και αλλού, όπως για παράδειγμα στην Ολλανδία, την Ισπανία και την Ιρλανδία είναι κάτι πολύ διαφορετικό από τον συντηρητισμό και τον φιλελευθερισμό. Ενδιαφέρεται για το κομμάτι της “κοινωνίας” όσο και για το κομμάτι της “αγοράς” στην κοινωνική αγορά. Είναι βαθιά διεθνιστική και με μια θεώρηση για την κοινωνία που εντέλει βασίζεται στις έννοιες της κοινότητας και της οικογένειας παρά σ’ αυτή του κυρίαρχου ατόμου.

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, όταν επιχειρούμε να αναλύσουμε τάσεις, είναι πιθανότατα πιο εύκολο να μιλάμε για τη δεξιά του κύριου ρεύματος. Αυτός ο γενικός όρος μας επιτρέπει να μιλάμε για τα κόμματα εκείνα (σε αντίθεση προς τα κόμματα της Αριστεράς) που έχουν την τάση να κυβερνούν προς το συμφέρον των πιο ευημερούντων και/ή των πιο κοινωνικώς παραδοσιακών ψηφοφόρων, αλλά επίσης (σε αντίθεση με τα ακροδεξιά κόμματα στις πτέρυγές τους) θεωρούν τους κανόνες τόσο της φιλελεύθερης δημοκρατίας όσο και της φιλελεύθερης διεθνούς τάξης ως δεδομένους.

Αν δούμε τις τάσεις στη δυτική Ευρώπη τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες υπό αυτό το πρίσμα, είναι σαφές ότι τα κόμματα στην άκρα δεξιά έχουν γίνει πιο δημοφιλή μέσα στον χρόνο, μολονότι ίσως ότι τόσο πολύ όσο συχνά υπονοούν κάποια πρωτοσέλιδα που έχουν ως σκοπό να προκαλέσουν φόβο. Τα φιλελεύθερα κόμματα έχουν κρατήσει τις δυνάμεις τους σχετικά σταθερές, αλλά οι χριστιανοδημοκράτες είναι αυτοί που τα πήγαν χειρότερα απ’ όλους. Όπως καταδεικνύει το παρακάτω διάγραμμα, οι επιδόσεις τους στη Δυτική Ευρώπη χειροτερεύουν με μεγαλύτερη σταθερότητα από όλους τους υπόλοιπους συντηρητικούς από τη δεκαετία του 1980.

Οι αιτίες για τις τροχιές που έχουν πάρει οι συντηρητικοί του κύριου ρεύματος κάθε είδους είναι περίπλοκοι και προφανώς κάθε χώρα έχει τη δική της ιστορία να πει. Δεν μπορεί για παράδειγμα να ελπίζει κάποιος να κατανοήσει τις δυσκολίες που γνώρισε η δεξιά του κύριου ρεύματος στην Ιταλία χωρίς να λάβει υπόψη την μετά τον ψυχρό πόλεμο εκ των έσω κατάρρευση ολόκληρου του κομματικού συστήματος της χώρας και την ανάδυση των υπερ-προσωποκεντρικών πολιτικών οχημάτων του Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Ούτε είναι εφικτό να κατανοήσει κανείς τα προβλήματα που αντιμετώπισε το Partido Popular στην Ισπανία χωρίς να συνειδητοποιήσει πόσο μεγάλο ζήτημα έχουν γίνει η διαφθορά και ο εθνικισμός των Καταλανών και των Βάσκων.

Όπως όμως καταδεικνύει η έρευνα που περιλαμβάνεται στο νέο μας βιβλίο, ένας χρήσιμος τρόπος πλαισίωσης των δυσκολιών που αντιμετωπίζει η δεξιά του κυρίου ρεύματος γενικότερα είναι να δούμε πως τα μέλη της αντιμετωπίζουν δύο κύριες προκλήσεις.

Το πρώτο είναι η λεγόμενη σιωπηρή επανάσταση, η οποία από τη δεκαετία του 1970 είδε ολοένα και περισσότερους ανθρώπους στην Ευρώπη να υιοθετούν αξίες που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε κοσμοπολιτικές και προοδευτικές-ατομιστικές. Η απομάκρυνσή τους από τις πιο παραδοσιακές και συχνά εθνικιστικές και αυταρχικές αξίες που συσχετίζονται (ορθά ή λάθος) με τη δεξιά του πολιτικού φάσματος συνέβαλε στην αρχική ώθηση των πράσινων κομμάτων και των κομμάτων της νέας Αριστεράς.

Η άλλη πρόκληση είναι η λεγόμενη σιωπηρή αντεπανάσταση: μια αντίδραση έναντι της αλλαγής των αξιών που απέκτησε δυναμική κατά δεκαετία του 1990 και συνέβαλε στην ανάδυση των λαϊκίστικών κομμάτων της ριζοσπαστικής δεξιάς. Έκτοτε, τα κόμματα αυτά απειλούν να αποσπάσουν μέρος από την στήριξη των πιο συμβατικών κομμάτων τους στη δεξιά.

Μάλιστα, όπως οι συγγραφείς που μετέχουν στο βιβλίο μας καθιστούν σαφές, η δεξιά του κύριου ρεύματος μερικές φορές δείχνει να δυσκολεύεται να προσαρμοστεί - μολονότι κάποια κόμματα το έχουν πετύχει αποτελεσματικότερα από κάποια άλλα. Καθώς όμως η αντίδρασή τους συχνά περιλαμβάνει την σταδιακή υιοθέτηση πιο κοινωνικώς φιλελεύθερων πολιτικών σε θέματα όπως το φύλο και η σεξουαλικότητα και ταυτόχρονα την ανάληψη μιας ολοένα και περισσότερο εθνικιστικής και περιοριστικής στάσης έναντι της μετανάστευσης, ίσως μπορεί να προβλέψει κανείς ότι τα χριστιανοδημοκρατικά κόμματα της Ευρώπης (που ήδη έχουν να αντιμετωπίζουν τη μείωση της θρησκευτικότητας σε έναν πιο κοσμικό κόσμο) είναι αυτά που αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες δυσκολίες.

Επιβίωση με ποιο τίμημα;

Αν όμως τα φιλελεύθερα και τα συντηρητικά κόμματα δεν έχουν κατά κανόνα αντιμετωπίσει τόσα προβλήματα, μήπως αυτό συνεπάγεται ένα βαρύ τίμημα, τόσο σε ό,τι αφορά τη φήμη τους, όσο και ως προς τη μακροπρόθεσμη υγεία της φιλελεύθερης δημοκρατίας; Για να πάρουμε ένα μόνο παράδειγμα, το Βρετανικό Συντηρητικό Κόμμα, στην απόγνωσή του να αμυνθεί έναντι των διαφόρων οχημάτων του Νάιτζελ Φάρατζ, έχει υιοθετήσει ευρωφοβικές και αντιμεταναστευτικές στάσεις, και φαίνεται αποφασισμένο να υπονομεύσει το ρόλο της δικαιοσύνης και την ανεξαρτησία της Εκλογικής Επιτροπής. Δεν εκπλήσσει συνεπώς ιδιαίτερα το γεγονός ότι κάποιο προειδοποιούν ότι βαδίζει στα χνάρια της Ουγγαρίας και της Πολωνίας.

Από την άλλη πλευρά, πρέπει ως άνθρωποι να είμαστε προσεκτικοί ώστε να μην το παρακάνουμε στις ερμηνείες μας. Και βάζοντας στην άκρη την προκατάληψη υπέρ των πρόσφατων εξελίξεων, αυτό που μόλις συνέβη μερικές φορές μπορεί να μας υπενθυμίσει αποτελεσματικά να μην το κάνουμε αυτό. Στην Αυστρία, ο Σεμπάστιαν Κουρτς - κατά κάποιον τρόπο ο ήρωας της ιδέας ότι τα δεξιά κόμματα του κύριου ρεύματος μπορούν να κερδίσουν αν αγκαλιάσουν την άκρα δεξιά - φαίνεται να αποδομείται από κατηγορίες διαφθοράς. Πέρα από τα σύνορα της Αυστρίας, στην Τσεχία, η δεξιά του κύριου ρεύματος φαίνεται να έχει καλύτερες επιδόσεις απ’ ό,τι αναμένεται στις εκλογές της χώρας.

Τέλος, στη Γερμανία, όπως καταδεικνύει μια ανάλυση μετακίνησης ψηφοφόρων, μολονότι το CDU/CSU όντως σημείωσε καθαρές απώλειες έναντι των Πρασίνων, μπορεί να έχασε περισσότερους ψηφοφόρους λόγω θανάτου απ’ ό,τι λόγω μετακίνησής τους στο ακροδεξιό AfD, δεδομένου του ότι εκτιμάται πως ένα 7% των ψηφοφόρων του πέθαναν μετά τις τελευταίες εκλογές. Τουλάχιστον αυτή τη φορά, ήταν το γνωστό SPD, και όχι τα προϊόντα της σιωπηρής επανάστασης και αντεπανάστασης που του έκανε με διαφορά τη μεγαλύτερη ζημιά.

Συνεπώς, ο δεξιός ριζοσπαστικός λαϊκισμός και ο κοινωνικός φιλελευθερισμός παραμένουν μια σημαντική διπλή απειλή στη δεξιά του κύριου ρεύματος στην Ευρώπη, αλλά τα κόμματα αυτά θα πρέπει να έχουν το νου τους και έναντι των παραδοσιακών τους αντιπάλων.

--

Ο Tim Bale είναι καθηγητής στο Queen Mary University of London και ο Cristóbal Rovira Kaltwasser καθηγητής στο Universidad Diego Portales, Santiago. Από κοινού είναι οι επιμελητές του βιβλίου Riding the Populist Wave: Europe’s Mainstream Right in Crisis.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στα αγγλικά στις 14 Οκτωβρίου 2021 και παρουσιάζεται στα ελληνικά με την άδεια του CapX και τη συνεργασία του ΚΕΦίΜ - Μάρκος Δραγούμης.