Ο κεντρικός σχεδιασμός και η πρόκληση παραγωγικότητας της Κίνας

Ο κεντρικός σχεδιασμός και η πρόκληση παραγωγικότητας της Κίνας

Η Κίνα έχει θέσει ως στόχο να γίνει μια τεχνολογική υπερδύναμη, ιδίως σε προηγμένους τομείς όπως η τεχνητή νοημοσύνη, η αεροδιαστημική, η ρομποτική και τα μικροτσίπ. Και αυτό σημαίνει ολοένα και περισσότερη κρατική χρηματοδότηση για την έρευνα και την ανάπτυξη. Τον Μάρτιο του 2021, ο Πρωθυπουργός της Κίνας Λι Κετσιάνγκ ανακοίνωσε τον στόχο του Πεκίνου να αυξήσει τις επενδύσεις κατά 7% ετησίως το διάστημα 2021-2025.

Όμως το άρθρο “Innovation versus imitation: Where all that Chinese R&D is going” (Καινοτομία εναντίον μίμησης: Πού πηγαίνει όλη αυτή η κινεζική έρευνα και ανάπτυξη) των Michael König, Zheng (Michael) Song, Kjetil Storesletten, και Fabrizio Zilibotti διερωτάται αν το περισσότερο είναι πάντα και καλύτερο.

Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι πολλές κινεζικές εταιρίες “ανταποκρίνονται στις επιδοτήσεις για έρευνα και ανάπτυξη χαρακτηρίζοντας μη σχετικές δαπάνες ως δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης”. Και η καινοτομία είναι κάτι περισσότερο από έρευνα και ανάπτυξη.

“Οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις που βελτιώνουν την προστασία των επενδυτών και την ανεξαρτησία του δικαστικού συστήματος είναι προϋποθέσεις για την καλλιέργεια της αυθόρμητης κουλτούρας της καινοτομίας που άνθισε προηγουμένως σε κάποιες δυτικές χώρες”. Υπάρχει όμως ένα βαθύτερο πρόβλημα με τον άνωθεν σχεδιασμό, και σχετίζεται με ένα εγγενές πρόβλημα των εθνικών βιομηχανικών στρατηγικών:

“Ένας ακόμη λόγος που οι δαπάνες έρευνας μπορεί να είναι αναποτελεσματικές είναι η κακή τους κατανομή. Οι επενδύσεις μπορεί να γίνουν στις λάθος εταιρίες και με μη αποδοτικό τρόπο. Η οικονομική πολιτική της Κίνας δημιουργεί προκαταλήψεις ως προς την κατανομή των πόρων υπέρ των κρατικών εταιριών και των ιδιωτικών εταιριών που έχουν δεσμούς με το κράτος (πχ Song et al. 2011, Hsieh and Song 2015, και Bai et al. 2020)...

Συνολικά, η ανάλυσή μας καταδεικνύει ότι ήδη κατά το διάστημα 2007-2012 η έρευνα και ανάπτυξη ήταν ένας σημαντικός παράγοντας της συνολικής αύξησης της παραγωγικότητας στην Κίνα, παρά τις μεγάλες στρεβλώσεις που εξασθενούσαν τα οφέλη της. Το αποτέλεσμα δεν επηρεάζεται από τα αποτελέσματα εισαγωγής διεθνούς γνώσης στη θεωρία.

Σε ένα αντίρροπο πείραμα πολιτικής, διαπιστώσαμε ότι μια μετριοπαθής οριζόντια αύξηση των επιδοτήσεων έρευνας και ανάπτυξης θα ενίσχυε την ανάπτυξη της συνολικής παραγωγικότητας, όμως μια υπερβολικά γενναιόδωρη πολιτική επιδοτήσεων θα λειτουργούσε αντίστροφα, μειώνοντας την ανάπτυξη και εμποδίζοντας τη διάχυση της τεχνολογίας. Η μείωση της κακής κατανομής των πόρων (πχ της κρατικής στήριξης σε εταιρίες με πολιτικές συνδέσεις) θα είχε επίσης ένα ισχυρό (και πιθανότατα λιγότερο δαπανηρό αποτέλεσμα αύξησης της ανάπτυξης”.

Οι ερευνητές εξέτασαν επίσης την Ταϊβάν, η οποία έχει μια πολύ πιο ανοιχτή και προσανατολισμένη στις αγορές οικονομία απ’ ό,τι η Κίνα και διαπίστωσαν ότι “οι επενδύσεις έρευνας και ανάπτυξης είναι πιο παραγωγικές στην Ταϊβάν απ’ ό,τι στην ηπειρωτική Κίνα”. Διατυπώνουν επίσης την εξής παρατήρηση: “Ακόμη πιο σημαντικό είναι είναι το γεγονός ότι εστιάζουμε στην περίοδο 2007-12, όταν η ανάπτυξη της κινεζικής οικονομίας ήταν ακόμη ισχυρή. Πιο πρόσφατα, υπήρξαν σημάδια επιβράδυνσης της παραγωγικότητας” (Το πρόβλημα της παραγωγικότητας στην Κίνα είναι κάτι για το οποίο έχω γράψει).

Κάτι ακόμα: Το κομμάτι που μιλά για τις κινεζικές εταιρίες που χαρακτηρίζουν “μη σχετικές δαπάνες ως δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης” μου φέρνει στο μυαλό ένα ρεπορτάζ της Wall Street Journal που δημοσιεύθηκε λίγες μέρες πριν με τίτλο “Two Chinese Startups Tried to Catch Up to Makers of Advanced Computer Chips—and Failed” (Δύο κινεζικές νεοφυείς προσπάθησαν να φτάσουν τους κατασκευαστές προηγμένων υπολογιστικών μικροτσίπ - και απέτυχαν), και ιδιαίτερα αυτό το απόσπασμα:

“Το Πεκίνο ξεκίνησε γύρω στο 2014 να αποκαλύπτει σχέδια για την στήριξη της βιομηχανίας που περιλάμβαναν ένα κονδύλι από την κεντρική κυβέρνηση ύψους 22 δις δολαρίων για επενδύσεις σε μικροτσίπ, γνωστό ως το Μεγάλο Ταμείο. Παρόμοια κεφάλαια ίδρυσαν και οι τοπικές κυβερνήσεις. Το 2019, το κράτος θέσπισε ένα δεύτερο εθνικό κεφάλαιο για ημιαγωγούς ύψους περίπου 30 δις δολαρίων.

Σύντομα, τα χρήματα για τα μικροτσίπ έρρεαν σε ολόκληρη την Κίνα. Δεκάδες χιλιάδες κινεζικές εταιρίες δήλωσαν ότι οι επιχειρήσεις τους σχετίζονται με ημιαγωγούς, μεταξύ των οποίων και κάποιες των οποίων οι βασικές δραστηριότητες αφορούν εστιατόρια και κατασκευή τσιμέντου σύμφωνα με τη βάση δεδομένων Tianyancha. Η Κίνα όντως βελτίωσε κάποιες πτυχές της κατασκευής μικροτσίπ, όπως τον σχεδιασμό τους. Αλλά κάποιες εταιρίες απέτυχαν γιατί δεν είχαν επαρκή εμπειρία ή κεφάλαια, σύμφωνα με τους ειδικούς του κλάδου”

Η Κίνα είναι τεράστια σε έκταση, και οι κεντρικοί σχεδιαστές απέχουν πολύ.

--

Ο James Pethokoukis είναι αρθρογράφος και μπλόγκερ στο American Enterprise Institute (ΑΕΙ).

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στα αγγλικά στις 14 Ιανουαρίου 2022 και παρουσιάζεται στα ελληνικά με την άδεια του American Enterprise Institute και τη συνεργασία του ΚΕΦίΜ - Μάρκος Δραγούμης.