Ο φεμινισμός των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων

Ο φεμινισμός των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων

*Γράφει η Mallory Reader

Σήμερα, η ιδέα ότι μία σύζυγος δεν έχει το νομικό δικαίωμα να συντάξει μια διαθήκη ή να μεταβιβάσει περιουσία της στα παιδιά ή τα αδέρφια της είναι καταγέλαστη, αλλά αυτό δεν ίσχυε πάντα. Υπό την αρχή της υπανδρείας (coverture) του κοινοδικαίου, μια παντρεμένη γυναίκα στις πρώιμες Ηνωμένες Πολιτείες δεν είχε το δικαίωμα να κατέχει περιουσία, να συνάπτει συμβόλαια, ή να κρατά τις αμοιβές της. Ουσιαστικά δεν είχε νομική υπόσταση πέρα από τον σύζυγό της. Στις παντρεμένες γυναίκες δεν ανήκε τίποτα - ούτε καν τα ρούχα που φορούσαν.

Αυτή την πατριαρχική νομική πρακτική δεν αποδέχονταν όλοι οι ιδρυτικοί πατέρες. Η Abigail Adams ζήτησε από τον σύζυγό της Τζων να «θυμάται τις κυρίες» στη περίφημη επιστολή της που συντάχθηκε κατά τη διάρκεια της Ηπειρωτικής Συνόδου. Απειλούσε ότι οι Αμερικανίδες «δεν θα θεωρούσαν ότι δεσμεύονται από νόμους στους οποίους δεν έχουν φωνή ή αντιπροσώπευση». Ενώ αυτή η επιστολή συχνά διαβάζεται ως ένα αίτημα υπέρ της ψήφου των γυναικών, έχει ευρύτερα επιχειρήματα που αφορούν την ισότητα των γυναικών. Η κ. Άνταμς καλούσε τον μέλλοντα Πρόεδρο “να μη δώσει τέτοια απεριόριστη εξουσία στα χέρια των ανδρών συζύγων».

Οι πολιτειακοί νομοθέτες άρχισαν σιγά-σιγά να ακούν. Το 1839, το Μισισίπι ψήφισε τον πρώτο νόμο που εκχωρούσε στις παντρεμένες γυναίκες το δικαίωμα να κατέχουν - αλλά όχι να ελέγχουν - περιουσία στο όνομά τους. Το Μέην και το Μέριλαντ ακολούθησαν το 1840. Μέχρι τo τέλος του Εμφυλίου Πολέμου, 29 πολιτείες είχαν ψηφίσει κάποια εκδοχή του νόμου περί της ιδιοκτησίας ύπανδρων γυναικών. Σταδιακά, οι περισσότερες εκχώρησαν στις γυναίκες και τον έλεγχο επί της περιουσίας που τους ανήκε. Αυτοί οι νόμοι δεν πέρασαν χωρίς αντιδράσεις. Όπως καταγράφει ένας ιστορικός, το νομοθετικό σώμα του Τενεσί διακήρυξε ότι «οι παντρεμένες γυναίκες δεν έχουν ανεξάρτητες ψυχές» και συνεπώς δεν πρέπει να τους επιτρέπεται να κατέχουν περιουσία.

Ενώ τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα καθαυτά είναι σημαντικοί ενδείκτες ισότητας, το δικαίωμα των γυναικών να κατέχουν και να ελέγχουν περιουσία τις ενδυναμώνει και με άλλους τρόπους. Η δυνατότητα μια γυναίκα να κερδίζει και να κρατά μισθό σήμαινε ότι μπορεί να γίνει πιο ανεξάρτητη - μπορούσε να αποκτήσει οικονομική ασφάλεια χωρίς να χρειάζεται να παντρευτεί κάποιον άνδρα. Όταν ψηφίστηκαν νόμοι που επέτρεπαν τη χορήγηση δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας σε γυναίκες, οι γυναίκες μπόρεσαν να επωφεληθούν από τις δημιουργίες τους - ένα καλό κίνητρο για να συνεχίσουν να δημιουργούν. Το δικαίωμα της σύναψης συμβολαίων έδωσε στις γυναίκες την ελευθερία να γίνουν επιχειρηματίες, δημιουργώντας έτσι μια πιο εύρωστη και ανταγωνιστική αγορά και ωφελώντας τους καταναλωτές.

Ο Μήνας Γυναικείας Ιστορίας τιμά τις γυναίκες που υπερασπίστηκαν τη ριζοσπαστική ιδέα ότι γυναίκες και άνδρες είναι ίσοι υπό τον νόμο. Πρόκειται για ένα ξεκάθαρα φιλελεύθερο αίτημα - ο φεμινισμός απλώς ζητά η ελευθερία να γίνεται σεβαστή στις γυναίκες ως ίσα άτομα στην κοινωνία, τις αγορές και το κράτος. Κατά τα λόγια της Sarah Grimke, που έγιναν διάσημα από την αείμνηστη δικαστή Ruth Bader Ginsburg “Δεν ζητώ κάποια χάρη για το φύλο μου. Το μόνο που ζητώ από τους αδερφούς μου είναι να σηκώσουν τα πόδια τους από τον λαιμό μας”.


*Η Mallory Reader είναι νομικό στέλεχος στο Κέντρο Συνταγματικών Σπουδών Robert A. Levy του Cato Institute.

**Το άρθρο δημοσιεύθηκε στα αγγλικά στις 22 Μαρτίου 2021 και παρουσιάζεται στα ελληνικά με την άδεια του Cato Institute και τη συνεργασία του ΚΕΦίΜ - Μάρκος Δραγούμης.