Η εισαγωγή του φορολογικού ανταγωνισμού στην Ισπανία
Shutterstock
Shutterstock

Η εισαγωγή του φορολογικού ανταγωνισμού στην Ισπανία

Γράφει ο Alberto Gómez 

Η κατάργηση του φόρου επί του πλούτου από την περιφερειακή κυβέρνηση της Ανδαλουσίας για να προσελκύσει φορολογούμενους υψηλού εισοδήματος προκάλεσε διαφόρων ειδών αντιδράσεις.

Ορισμένες αυτόνομες κοινότητες αποφάσισαν να ακολουθήσουν το παράδειγμα της Ανδαλουσίας, όπως η Μούρθια, η οποία ανακοίνωσε την κατάργηση του φόρου πλούτου το 2023 ή η Κοινότητα της Βαλένθια, η οποία μόλις ενέκρινε μια μετριοπαθή μείωση του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων για τα χαμηλότερα εισοδήματα. Άλλες αυτόνομες κυβερνήσεις περιορίστηκαν να επικρίνουν το μέτρο και να ζητήσουν την παρέμβαση του κράτους για να αποτρέψει αυτό που θεωρούν ως αθέμιτο ανταγωνισμό ή «δημοσιονομικό ντάμπινγκ».

Η ισπανική κυβέρνηση επέκρινε την κατάργηση αυτού του φόρου από την κυβέρνηση της Ανδαλουσίας, ισχυριζόμενη ότι είναι ένα μέτρο που ωφελεί μόνο τους πλούσιους φορολογούμενους και παρουσίασε τον εσφαλμένα ονομαζόμενο «φόρο αλληλεγγύης» επί των μεγάλων περιουσιών. Όλα αυτά τα γεγονότα συνδέονται στενά, και για να τα κατανοήσουμε, είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε το πλαίσιο και τον τρόπο με τον οποίο οι αυτόνομες κοινότητες ανταγωνίζονται μεταξύ τους ως προς φορολογικά θέματα.

Το σύστημα χρηματοδότησης των αυτόνομων κοινοτήτων χαρακτηρίζεται από έναν σημαντικό βαθμό αποκέντρωσης. Οι αυτόνομες κοινότητες του κοινού καθεστώτος έχουν ρυθμιστική εξουσία επί του 50% του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων και του 100% των φόρων κληρονομιάς και δώρων, των φόρων μεταβίβασης περιουσίας, πλούτου, τεκμηρίωσης των νομικών πράξεων, των φόρων στα τυχερά παιχνίδια και άλλων φόρων με δυνατότητα είσπραξης υψηλών εσόδων.

Έχουν επίσης μια περιφερειακή προσαύξηση στον φόρο υδρογονανθράκων και τον ειδικό φόρο σε ορισμένα μεταφορικά μέσα και έχουν εδαφικά μερίδια –χωρίς ρυθμιστική ικανότητα– στο 50% του ΦΠΑ, στο 8% των Ειδικών και Περιβαλλοντικών φόρων και στον φόρο επί της ηλεκτρικής ενέργειας. Επιπλέον, οι αυτόνομες περιφέρειες έχουν τη δυνατότητα να δημιουργούν νέους δικούς τους φόρους.

Σύμφωνα με τις ρυθμίσεις αυτού του συστήματος, οι κυβερνήσεις των αυτόνομων περιφερειών μπορούν να επιλέξουν – εντός καθορισμένων ορίων – τον συνδυασμό των μέτρων είσπραξης φόρων που κρίνουν κατάλληλο για την κάλυψη των δαπανών τους. Ωστόσο, η δημοσιονομική απόφαση κάθε αυτόνομης κοινότητας έχει συνέπειες για αυτήν και για όλους τους άλλους. Οι αυτόνομες κυβερνήσεις, επομένως, ανταγωνίζονται για να παρέχουν τις δημόσιες υπηρεσίες που απαιτούν οι πολίτες τους με τον πιο αποτελεσματικό δυνατό τρόπο, προσφέροντας έτσι ένα ευνοϊκότερο δημοσιονομικό κλίμα για τους φορολογούμενους τους.

Εδώ έγκειται το κύριο πλεονέκτημα της δημοσιονομικής αποκέντρωσης: Μεσο- μακροπρόθεσμα, καμία αυτόνομη κοινότητα δεν μπορεί να λεηλατεί φορολογικά τους φορολογούμενους της χωρίς να παρέχει δημόσιες υπηρεσίες ή παρέχοντάς τους ανεπαρκώς. Αν συμβεί αυτό, οι φορολογούμενοι θα μεταναστεύσουν σε περιοχές με πολιτικές που ταιριάζουν καλύτερα στις προτιμήσεις τους. 
Στην περίπτωση που μας αφορά, όταν ορισμένες αυτόνομες κοινότητες αποφασίσουν να μειώσουν τους φόρους τους, προσελκύουν πολίτες που προτιμούν να πληρώνουν ακόμη λιγότερα με αντάλλαγμα λιγότερες ή χειρότερες δημόσιες υπηρεσίες. Αυτές οι μετακινήσεις φορολογουμένων και εταιρειών γίνονται σε βάρος άλλων αυτόνομων περιφερειών, οι οποίες θα δουν ορισμένους πολίτες τους να αποχωρούν.

Ωστόσο, το ίδιο θα πρέπει να συμβαίνει και αντίστροφα. Εάν ορισμένοι πολίτες προτιμούσαν να πληρώνουν περισσότερους φόρους από ό,τι πληρώνουν στην περιφέρειά τους με αντάλλαγμα τη λήψη υψηλότερου επιπέδου δημόσιων υπηρεσιών, ενδέχεται να φύγουν για άλλες αυτόνομες περιφέρειες με υψηλότερη φορολογική επιβάρυνση. Το γεγονός ότι αυτό δεν συμβαίνει αποκαλύπτει ότι, γενικά, οι πολίτες πιστεύουν ότι οι φόροι είναι πολύ υψηλοί και ότι πρέπει να μειωθούν ενώ ταυτόχρονα οι δημόσιες υπηρεσίες πρέπει να έχουν αποτελεσματικότερη διαχείριση. Αυτός είναι ο λόγος που οι κοινότητες με τους χαμηλότερους φόρους είναι αυτές που προσελκύουν τους περισσότερους φορολογούμενους και επιχειρήσεις, ενώ άλλες συνεχίζουν να τους χάνουν.

Ωστόσο, το σύστημά μας δεν είναι τόσο καλό όσο η παραπάνω περιγραφή - οπότε ποιο είναι το κύριο πρόβλημά του; Αναμφίβολα η έλλειψη δημοσιονομικής συνυπευθυνότητας, δηλαδή η έλλειψη μιας τέλειας αντιστοιχίας μεταξύ των φορολογικών εσόδων που εισπράττουν οι αυτόνομες κοινότητες και των δαπανών που πραγματοποιούν. Οι αυτόνομες κοινότητες έχουν την εξουσία να αποφασίζουν για περίπου το ένα τρίτο των εσόδων τους, αλλά παρέχουν σημαντικές κρατικές υπηρεσίες όπως η δημόσια εκπαίδευση και υγεία.

Επομένως, υπάρχει σημαντική αναντιστοιχία μεταξύ της ικανότητάς τους να εισπράττουν έσοδα και των αναγκών τους σε δαπάνες. Από όλα όσα συλλέγουν οι αυτόνομες κοινότητες, το 75% πηγαίνει στο ταμείο εγγυήσεων και στη συνέχεια αναδιανέμεται μεταξύ όλων των αυτόνομων κοινοτήτων σύμφωνα με διάφορα κριτήρια όπως η έκταση, ο πληθυσμός, η διασπορά του πληθυσμού, η νησιωτικότητα κ.λπ.

Αυτή η ιδιαιτερότητα του αυτόνομου συστήματος χρηματοδότησης στρεβλώνει τα κίνητρα για τη διαχείριση των αυτόνομων κυβερνήσεων. Αν και οι αυτόνομες κυβερνήσεις και οι πολίτες τους λαμβάνουν τα οφέλη από τις αυξήσεις των δημοσίων δαπανών, δεν είναι οι φορολογούμενοι/ψηφοφόροι αυτοί που αναλαμβάνουν το πλήρες κόστος, αλλά οι φορολογούμενοι ολόκληρης της χώρας. Ως εκ τούτου, μερικές φορές, οι αυτόνομες κυβερνήσεις ενδίδουν στον πειρασμό να ξοδεύουν πέρα από τις δυνατότητές τους –δημιουργώντας τεράστια ελλείμματα και αυξάνοντας τους δείκτες του δημόσιου χρέους τους– προκειμένου να κερδίσουν την υποστήριξη των ψηφοφόρων τους, γνωρίζοντας ότι το κόστος θα το πληρώσουν άλλοι.

Αντίθετα, η δημοσιονομική ευθύνη είναι κάτι που αποθαρρύνεται από το σύστημα. Εάν μια αυτόνομη περιφέρεια καταφέρει να παρέχει αποτελεσματικά τις δημόσιες υπηρεσίες που ζητούν οι πολίτες της και να δημιουργήσει πλεόνασμα, δεν θα μπορεί να απολαύσει τα οφέλη αυτού του πλεονάσματος καθώς το 75% από αυτό θα πάει στο ταμείο εγγυήσεων και θα διανεμηθεί σε όλες τις αυτόνομες περιφέρειες.

Αυτό σημαίνει ότι αν υπάρχει η προσδοκία ενός πλεονάσματος, οι περιφερειακές κυβερνήσεις επιλέγουν να αυξήσουν τις δημόσιες δαπάνες αντί να μειώσουν τους φόρους. Με αυτόν τον τρόπο, το σύστημα ενθαρρύνει τις αυτόνομες κυβερνήσεις να μειώνουν τους φόρους και να αυξήσουν τις δαπάνες, δημιουργώντας ολοένα και αυξανόμενα ελλείμματα τα οποία θα πληρώσουν οι υπόλοιπες αυτόνομες περιφέρειες.

Πώς μπορεί να λυθεί αυτό το πρόβλημα; Η απάντηση είναι περισσότερη αποκέντρωση, υπεύθυνη αποκέντρωση και δημοσιονομική συνυπευθυνότητα. Οι αυτόνομες περιφέρειες θα πρέπει να έχουν τη φορολογική δυνατότητα να ανταπεξέρχονται στις υπηρεσίες που διαχειρίζονται και, στη συνέχεια, να μπορούν να ανταγωνίζονται μεταξύ τους, βελτιστοποιώντας πάντα τα φυσικά έσοδα σε σχέση με τις δαπάνες.

Οι αυτόνομες περιφέρειες πρέπει να ξοδεύουν ανάλογα με τα δικά τους έσοδα και όχι σύμφωνα με τα δυνητικά έσοδα των υπολοίπων. Έτσι, όταν μια αυτόνομη κυβέρνηση θέλει να ξοδέψει περισσότερα, θα πρέπει να επιβάλει το κόστος αυτής της πρόσθετης δαπάνης στους δικούς της πολίτες, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Εάν οι φορολογούμενοι το κρίνουν αυτό απαραίτητο, θα το δεχτούν πρόθυμα. Εάν όχι, θα αποχωρήσουν ή θα εκλέξουν στις επόμενες εκλογές άλλο κόμμα για να κυβερνήσει. 

*Ο Alberto Gómez είναι μέλος του Διεθνούς Επιστημονικού Συμβουλίου του ισπανικού Fundación para el Avance de la Libertad.        

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στα αγγλικά στις 21 Αυγούστου 2023 και παρουσιάζεται στα ελληνικά με την άδεια του δικτύου Epicenter και τη συνεργασία του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών.