Η διαμάχη περί σοσιαλιστικού υπολογισμού - τότε και σήμερα (μέρος 1)
Shutterstock
Shutterstock

Η διαμάχη περί σοσιαλιστικού υπολογισμού - τότε και σήμερα (μέρος 1)

Γράφει ο Kristian Niemietz

Στις 20 Σεπτεμβρίου, ο επικεφαλής της Πολιτικής Οικονομίας του IEA, Δρ. Kristian Niemietz, έδωσε μια ομιλία στο Kings Maths School στο Λονδίνο με θέμα: «Η Διαμάχη περί Σοσιαλιστικού Υπολογισμού - τότε και τώρα». Το παρακάτω άρθρο βασίζεται στην ομιλία του.

Θα μιλήσω για τη λεγόμενη Διαμάχη περί Σοσιαλιστικού Υπολογισμού, η οποία ήταν μια από τις σημαντικότερες διαμάχες στα οικονομικά του 20ού αιώνα: μια διαμάχη σχετικά με το κατά πόσο είναι εφικτές οι σχεδιασμένες οικονομίες.

Αλλά πρώτα απ 'όλα, θα ήθελα να πω λίγα λόγια ως προς το γιατί αυτή έχει σημασία σήμερα, γιατί μερικοί από εσάς πιθανώς σκέφτεστε: «Γιατί να με νοιάζει για ποιον λόγο μάλωναν ένα σωρό νεκροί λευκοί άνδρες πριν από 100 χρόνια;»

Αν το σκέφτεστε αυτό λοιπόν πριν από δέκα χρόνια, θα είχατε δίκιο. Μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, και για περίπου ένα τέταρτο του αιώνα, ήταν ευρέως διαδεδομένη η άποψη ότι η συζήτηση «καπιταλισμός εναντίον σοσιαλισμού» είχε σε μεγάλο βαθμό διευθετηθεί. Όταν ο Φράνσις Φουκουγιάμα μίλησε για «το τέλος της ιστορίας», δεν εννοούσε ότι τίποτα ενδιαφέρον δεν επρόκειτο να συμβεί πια. Εννοούσε ότι οι μεγάλες ιδεολογικές μάχες που είχαν καθορίσει τον 19ο και τον 20ο αιώνα είχαν τελειώσει.

Για ένα διάστημα, αυτό φαινόταν αλήθεια. Τις δεκαετίες του 1990 και του 2000, υπήρχε ευρεία αποδοχή στο μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού φάσματος - συμπεριλαμβανομένου του κυρίαρχου ρεύματος της πολιτικής Αριστεράς - ότι οι σχεδιασμένες οικονομίες είχαν αποτύχει στην πράξη και ότι μια επιτυχημένη οικονομία θα έπρεπε να βασίζεται κυρίως στην αγορά. Το Βρετανικό Εργατικό Κόμμα, για παράδειγμα, υποβάθμισε τη δική του σοσιαλιστική πτέρυγα και, υπό τον Τόνι Μπλερ, συστήθηκε στο κοινό εκ νέου ως ένα κόμμα που αισθάνονταν άνετα με την οικονομία της αγοράς.

Υπήρχαν, φυσικά, πάντα μεγάλες διαφωνίες σχετικά με την οικονομική πολιτική: για το κατάλληλο μέγεθος και εμβέλεια του κράτους, για τα όρια των αγορών, για το πώς θα έπρεπε να ρυθμίζονται οι αγορές, για το καλύτερο μοντέλο του καπιταλισμού. Κανείς δεν είπε ότι αυτές διευθετήθηκαν ποτέ, ή έστω ότι θα μπορούσαν να διευθετηθούν. Αλλά αυτές οι συζητήσεις γίνονται εντός του καπιταλισμού, δεν είναι διαμάχες ως προς το αν θα έπρεπε να έχουμε ή όχι μια καπιταλιστική οικονομία.

Ο μαρξισμός δεν εξαφανίστηκε ποτέ, αλλά απομακρύνθηκε από το προσκήνιο των συζητήσεων για την οικονομική πολιτική και έγινε περισσότερο ένα ακαδημαϊκό θέμα. Υπήρχαν πάντα εξέχοντα αντικαπιταλιστικά κινήματα, αλλά στις δεκαετίες του 1990, του 2000 και στις αρχές της δεκαετίας του 2010, στην πραγματικότητα ήταν ως επί το πλείστον αυτό ακριβώς: αντι-κινήματα, όχι κινήματα για μια συγκεκριμένη εναλλακτική.

Αυτό το συναίσθημα του τέλους της ιστορίας ήταν ακόμα αξιοσημείωτο μετά τις Γενικές Εκλογές του 2015, όταν πολλοί σχολιαστές των μέσων ενημέρωσης -συμπεριλαμβανομένων σχολιαστών που συμπαθούσαν τον Εντ Μίλιμπαντ - υποστήριξαν ότι ο Μίλιμπαντ είχε χάσει, επειδή, σωστά ή αδίκως, θεωρούνταν «πολύ αριστερός». Δεν είχε καταφέρει να αποβάλει την εικόνα του «Red Ed».

Δύο χρόνια αργότερα, αυτή η ιδέα διαψεύστηκε πλήρως. Αν ο Μίλιμπαντ είχε χάσει επειδή ήταν «πολύ αριστερός», τότε λογικά, ο διάδοχός του, Τζέρεμι Κόρμπιν, ένας αυτοαποκαλούμενος σοσιαλιστής που τοποθετείται πολύ πιο αριστερά από τον Μίλιμπαντ, θα έπρεπε να είχε χάσει με ακόμη μεγαλύτερη διαφορά.

Όμως συνέβη το ακριβώς αντίθετο. Ο Κόρμπιν κέρδισε δέκα ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με τον Εντ Μίλιμπαντ και περίπου είκοσι ποσοστιαίες μονάδες στους νεότερους ψηφοφόρους. Δεν κέρδισε τις εκλογές, αλλά σαφώς είχε την ενθουσιώδη υποστήριξη εκατομμυρίων ανθρώπων.

Αυτή η «Corbynmania» ώθησε τις εταιρείες δημοσκοπήσεων να ρωτήσουν τους ανθρώπους ποιο ανοιχτά πού τοποθετούνται ως προς τη διαμάχη «σοσιαλισμός εναντίον καπιταλισμού», αυτή τη συζήτηση που υποτίθεται ότι είχε «τακτοποιηθεί» με την πτώση του Τείχους του Βερολίνου.

Αποδείχθηκε πως δεν έχει «τακτοποιηθεί» καθόλου. Η ιδέα πως «όλοι είμαστε πλέον καπιταλιστές» είναι εντελώς λανθασμένη. Εκατομμύρια άνθρωποι εμφατικά δεν είναι καπιταλιστές. Μεταξύ των νέων και των μεσήλικων, τουλάχιστον μια σχετική -και ίσως ακόμη και μια απόλυτη- πλειοψηφία προτιμά τον σοσιαλισμό από τον καπιταλισμό. Αν το 1990 ήταν «το τέλος της ιστορίας», τότε η ιστορία πρέπει να ξανάρχισε κάποια στιγμή την τελευταία δεκαετία.

Αυτός, με λίγα λόγια, είναι ο λόγος για τον οποίο η Διαμάχη για τον Σοσιαλιστικό Υπολογισμό έχει και πάλι σημασία. Δεν είναι απλώς ένα ζήτημα της δεκαετίας του 1920 - είναι εξίσου ζήτημα και της δεκαετίας του 2020. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο έχει νόημα να γνωρίζουμε λίγα πράγματα για αυτή, και αυτό ισχύει ανεξάρτητα από το σε ποια πλευρά της διαμάχης «σοσιαλισμός εναντίον καπιταλισμού» βρίσκεται κανείς.

Τι είναι λοιπόν η διαμάχη για τον σοσιαλιστικό υπολογισμό;

Ο σοσιαλισμός είχε τους επικριτές του από την στιγμή που εμφανίστηκε ως θεωρία. Ωστόσο, πριν από το 1920, αυτή η κριτική αφορούσε περισσότερο την ανθρώπινη φύση παρά, αυστηρά μιλώντας, την οικονομία. Οι επικριτές του ισχυρίζονταν ότι ο σοσιαλισμός θα ήταν ανέφικτος, επειδή βασίζεται στην προθυμία των ανθρώπων να εργαστούν για το κοινό καλό και όχι για τον εαυτό τους, και οι περισσότεροι άνθρωποι θα ήταν υπερβολικά εγωιστές για να το κάνουν αυτό.

Αλλά η Διαμάχη για τον Σοσιαλιστικό Υπολογισμό δεν αφορά καθόλου αυτό.

Το 1920, ο Αυστριακός οικονομολόγος Ludwig von Mises δημοσίευσε μια εργασία με τίτλο Die Wirtschaftsrechnung im sozialistischen GemeinwesenΟικονομικός Υπολογισμός στη Σοσιαλιστική Κοινοπολιτεία - όπου ασκούσε κριτική στον σοσιαλισμό από μια εντελώς διαφορετική οπτική γωνία. Πήγε με τα νερά των σοσιαλιστών και απλώς παρέκαμψε το ζήτημα της ανθρώπινης φύσης:

«Ακόμα και αν δεχθούμε ότι κάθε άτομο σε μια σοσιαλιστική κοινωνία θα κοπιάζει με τον ίδιο ζήλο όπως και σήμερα, εξακολουθεί να υπάρχει το πρόβλημα της μέτρησης του αποτελέσματος της οικονομικής δραστηριότητας σε μια σοσιαλιστική κοινοπολιτεία που δεν επιτρέπει κανέναν οικονομικό υπολογισμό».

Για να δούμε τι εννοούσε με αυτό, πρέπει να κάνουμε ένα βήμα πίσω.

Όταν λέμε ότι μια μονάδα ενός αγαθού Χ αξίζει πέντε φορές περισσότερο από μια μονάδα ενός διαφορετικού αγαθού Υ - τι εννοούμε με αυτό; Πώς το ξέρουμε αυτό; Πώς ξέρουμε ότι είναι πέντε φορές περισσότερο, αντί για 13 ή 3000 φορές;

Η απάντηση είναι: επειδή αυτή είναι η αναλογία στην οποία οι άνθρωποι είναι γενικά πρόθυμοι να ανταλλάξουν τα Χ και Υ μεταξύ τους. Εάν δώσετε σε ορισμένα άτομα Χ και σε άλλα άτομα Υ, και τα αφήσετε να συναλλάσσονται μεταξύ τους, θα συγκλίνουν σε αυτήν την αναλογία ανταλλαγής 5:1.

Αλλά για να συμβεί αυτό, χρειάζεστε ανταλλαγή. Εάν κανείς δεν ανταλλάξει ποτέ το X και το Y, δεν έχουμε ιδέα ποια είναι η "σωστή" αναλογία.

Ο Μίζες υπέθεσε ότι ακόμη και σε μια σοσιαλιστική οικονομία, θα εξακολουθούσαν να υπάρχουν κάτι σαν «τιμές αγοράς» για καταναλωτικά αγαθά. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι υπέθεσε ότι θα υπήρχαν εκτεταμένες άτυπες δευτερογενείς αγορές. Ας υποθέσουμε ότι το κράτος υποθέτει ότι το X αξίζει τρεις φορές περισσότερο από το Y, και μοιράζει μερίδες των X και Y σε αυτή τη βάση.

Αυτή όμως είναι η λάθος αναλογία, επειδή οι καταναλωτές αξιολογούν το X πέντε - και όχι τρεις - φορές περισσότερο από το Y. Οι άνθρωποι θα άρχιζαν τότε να συναλλάσσονται μεταξύ τους και η αναλογία 5:1 θα μπορούσε να παρατηρηθεί στη δευτερογενή αγορά. Το κράτος θα μπορούσε τότε να αντιδράσει σε αυτό και να διορθώσει την πρωτογενή κατανομή.

Αυτό δεν συνέβη ποτέ εξ όσων γνωρίζω. Υπήρχαν εκτεταμένες μαύρες αγορές στον σοσιαλισμό, αλλά δεν έχω υπόψη μου οι σοσιαλιστές σχεδιαστές να παρατηρούν τις τιμές της αγοράς σε αυτές τις μαύρες αγορές και να ανταποκρίνονται σε αυτές.

Η αισιόδοξη πάντως υπόθεση του φον Μίζες ήταν ότι μια σοσιαλιστική οικονομία θα μπορούσε, έστω με αυτόν τον έμμεσο τρόπο, να παράγει κάτι που μοιάζει με τις τιμές της αγοράς για καταναλωτικά αγαθά.

Αλλά αυτό που δεν θα μπορούσε να υπάρχει είναι τιμές της αγοράς για τα αγαθά που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή: τους συντελεστές των εισροών και τα κεφαλαιακά αγαθά. Δεν θα υπήρχαν τιμές αγοράς για τους διάφορους τύπους μηχανημάτων, τους διάφορους τύπους εργοστασιακών κτιρίων, τους διάφορους τύπους πρώτων υλών, τους διάφορους τύπους ημικατεργασμένων προϊόντων κ.λπ.

Εάν δεν έχουμε τιμές αγοράς για αυτά τα αγαθά, δεν μπορούμε να έχουμε οικονομικό υπολογισμό, με τη συμβατική έννοια. Δεν μπορούμε να υπολογίσουμε αν μια μέθοδος παραγωγής θα είναι πιο αποτελεσματική από μια άλλη. Θα βρισκόμασταν αντιμέτωποι με μυριάδες διαφορετικές εναλλακτικές λύσεις, αλλά δεν θα είχαμε καμία λογική μέθοδο για να βρούμε ποιες από αυτές είναι καλύτερες και ποιες χειρότερες.

Ο «σοσιαλιστικός σχεδιασμός» δεν θα ήταν απλώς μια κακή ιδέα. Θα ήταν κυριολεκτικά αδύνατος.

(Συνεχίζεται)

*Ο Kristian Niemietz είναι επικεφαλής ζητημάτων Πολιτικής Οικονομίας στο Institute of Economic Affairs.    

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στα αγγλικά στις 21 Σεπτεμβρίου 2023 και παρουσιάζεται στα ελληνικά με την άδεια του Institute of Economic Affairs και τη συνεργασία του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών.