Είναι το Περού το επόμενο πείραμα του μαρξισμού-λενινισμού;

Είναι το Περού το επόμενο πείραμα του μαρξισμού-λενινισμού;

Του Rainer Zitelmann

Τα τελευταία 100 χρόνια, έγιναν απόπειρες για την οικοδόμηση σοσιαλιστικών κοινωνιών σε τουλάχιστον 24 χώρες ανά τον κόσμο. Ο σοβιετικός σοσιαλισμός διέφερε από τον σοσιαλισμό στην Κίνα, ο γιουγκοσλαβικός σοσιαλισμός διέφερε από τον σοσιαλισμό στην Κούβα, ο σοσιαλισμός της Βόρειας Κορέας διέφερε από αυτόν του Βιετνάμ, και ο αλβανικός σοσιαλισμός διέφερε από τον ανατολικογερμανικό. Χωρίς εξαίρεση, κάθε ένα από αυτά τα σοσιαλιστικά πειράματα κατέληξε σε αποτυχία. Ο σοσιαλισμός όμως, που κηρύχθηκε νεκρός μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και των χωρών του ανατολικού μπλοκ στις αρχές της δεκαετίας του 1990, γνωρίζει σήμερα μια αναγέννηση σε πολλές χώρες. Στο Περού, ο Πέδρο Καστίγιο, του μαρξιστικού-λενινιστικού κόμματος Perú Libre εξελέγη πρόσφατα πρόεδρος της χώρας με μικρή πλειοψηφία.

Το κόμμα του αυτοπροσδιορίζεται ως ένας “αριστερός σοσιαλιστικός οργανισμός” που εκφράζει τον μαρξισμό και τον λενινισμό. Ο Πέδρο Καστίγιο έχει δηλώσει ότι αντιτάσσεται στον κομμουνισμό, αλλά αυτό δεν είναι κάτι το ασυνήθιστο. Μετά από 24 καταστροφικά πειράματα, οι σύγχρονοι σοσιαλιστές θέλουν να απομακρυνθούν από τις αποτυχίες του παρελθόντος - αποτυχίες που ευθύνονται για τους θανάτους πάνω από 100 εκατομμυρίων ανθρώπων. 

Αρχικά, οι στόχοι του Perú Libre περιελάμβαναν την εθνικοποίηση ορυχείων, του φυσικού αερίου, του πετρελαίου, του υδροηλεκτρισμού και των τηλεπικοινωνιών προκειμένου να χρηματοδοτηθούν κοινωνικά προγράμματα. Σε μια προσπάθεια όμως να κατευνάσει ξένα επιχειρηματικά συμφέροντα, ο νέος πρόεδρος του Περού, Πέδρο Καστίγιο υποσχέθηκε ότι η κυβέρνησή του δεν θα εθνικοποιήσει επιχειρήσεις στη χώρα.

Όλα αυτά θυμίζουν έντονα τον Ούγκο Τσάβες στη Βενεζουέλα, ο οποίος, όταν ανέλαβε την εξουσία το 1999 ξεκίνησε κι αυτός δηλώνοντας ότι θα σεβαστεί τα δικαιώματα ιδιωτικής ιδιοκτησίας και δεν θα “απαλλοτριώσει ποτέ τίποτα από κανέναν”. Πριν από τις εκλογές, περιέργως παρουσιαζόταν ως φίλος των ξένων επενδύσεων και γενικότερα των δυτικών αξιών. Τότε, ο Βρετανός σοσιαλδημοκράτης Τόνυ Μπλερ ήταν δημοφιλής στη διεθνή σκηνή και ο Τσάβες αυτοχαρακτηριζόταν “ο Τόνυ Μπλερ της Καραϊβικής”.

Ζω στη Γερμανία, όπου εγκαθιδρύθηκε μια σοσιαλιστική δικτατορία στις ανατολικές περιοχές της χώρας μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Εκείνη την εποχή, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Γερμανίας διαβεβαίωνε στο μανιφέστο του της 11ης Ιουνίου του 1945 τα εξής: “Έχουμε τη γνώμη ότι η επιβολή του σοβιετικού συστήματος στη Γερμανία θα είναι λάθος δρόμος…

Αντιθέτως, έχουμε τη γνώμη ότι τα πιεστικότερα συμφέροντα των Γερμανών στη σημερινή κατάσταση επιβάλλουν η Γερμανία να ακολουθήσει έναν διαφορετικό δρόμο, τον δρόμο της εγκαθίδρυσης ενός αντιφασιστικού, δημοκρατικού καθεστώτος, μιας κοινοβουλευτικής δημοκρατίας με όλα τα δημοκρατικά δικαιώματα και της ελευθερίες για τον λαό”. Στα χρόνια που ακολούθησαν όμως, οι ηγέτες της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας έκαναν ακριβώς το αντίθετο: υπό την πρόφαση του αντιφασισμού, η γη και τα αναγκαία μέσα παραγωγής κρατικοποιήθηκαν και έτσι εγκαθιδρύθηκε μια δικτατορία στο πρότυπο της Σοβιετικής Ένωσης.

Όπως καταγράφει ο Kristian Niemietz στο βιβλίο του Σοσιαλισμός: Η αποτυχημένη ιδέα που ποτέ δεν πεθαίνει, κάθε νέο σοσιαλιστικό πείραμα γίνεται δεκτό με ενθουσιασμό από διανοούμενους. Το ίδιο συνέβη με τον Στάλιν, όπως και με τον Μάο. Και μετά την εκλογή του Ούγκο Τσάβεζ ως προέδρου της Βενεζουέλας, κορυφαίοι διανοούμενοι και αριστεροί πολιτικοί στην Ευρώπη και τις Ηνωμένης Πολιτείες εξήραν τη Βενεζουέλα ως ένα πρότυπο του “σοσιαλισμού του 21ου αιώνα”.

Αυτό ακουγόταν θελκτικό καθώς τους επέτρεπε να πάρουν τις αποστάσεις τους από τις θλιβερές αποτυχίες του σοσιαλισμού στον 20ο αιώνα. Όμως ο σοσιαλισμός απέτυχε οικτρά και στην πιο πλούσια σε κοιτάσματα πετρελαίου χώρα του πλανήτη. Σήμερα, ο πληθωρισμός στη Βενεζουέλα είναι υψηλότερος από οποιαδήποτε άλλη χώρα στον κόσμο και πάνω από το 10% του πληθυσμού της χώρας την έχει εγκαταλείψει καθώς κυριαρχεί η πείνα και η καταστολή.

Μετά την κατάρρευση του βενεζολάνικου πειράματος, οι σοσιαλιστές αρχικά έμειναν σιωπηροί. Στη συνέχεια ισχυρίστηκαν ότι φταίει το μποϋκοτάζ των ΗΠΑ, ή εξήγησαν ότι ο Μαδούρο δυστυχώς είχε εγκαταλείψει τον ορθό δρόμο του Τσάβες. Τυχαίνει το βασικό τους επιχείρημα να είναι σήμερα πως η Βενεζουέλα ποτέ δεν ήταν εντέλει μια πραγματικά σοσιαλιστική χώρα, και ότι οι αποτυχίες της χώρας δεν μπορούν συνεπώς να επιρριφθούν στον σοσιαλισμό.

Οι σοσιαλιστές βασίζονται στο γεγονός ότι οι περισσότεροι άνθρωποι γνωρίζουν ελάχιστα για την ιστορία, την ακραία φτώχεια και τις απάνθρωπες συνθήκες υπό τις οποίες ζούσαν οι πρόγονοί μας πριν αναδυθεί ο καπιταλισμός. Και είναι σίγουροι ότι μια μεγάλη πλειονότητα των μαθητών και των φοιτητών δεν θα ακούσει στα σχολεία και τα πανεπιστήμια σχεδόν τίποτα για τις απάνθρωπες συνθήκες του σοσιαλισμού.

Το γεγονός όμως ότι κάθε ένα αντικαπιταλιστικό σύστημα χωρίς εξαίρεση κατέληξε σε αποτυχία είναι μια αλήθεια που οι σοσιαλιστές δεν είναι διατεθειμένοι να αποδεχθούν: Αυτά δεν ήταν “πραγματικός σοσιαλισμός”. Στην περίπτωση του Πέδρο Καστίγιο, για μια ακόμη φορά ένας σοσιαλιστής εξελέγη υπό τον ισχυρισμό ότι μετά από 100 χρόνια αποτυχημένων σοσιαλιστικών πειραμάτων, επιτέλους αυτός βρήκε την σωστή συνταγή για το πώς ο σοσιαλισμός μπορεί τελικά να δουλέψει.

--

Ο Rainer Zitelmann είναι ιστορικός και κοινωνιολόγος. Είναι συγγραφέας του βιβλίου The Rich in Public Opinion

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στα αγγλικά στις 22 Ιουλίου 2021 και παρουσιάζεται στα ελληνικά με την άδεια του Institute of Economic Affairs και τη συνεργασία του ΚΕΦίΜ - Μάρκος Δραγούμης