Τα ελληνικά διοικητικά συμβούλια στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης: Ένα χάσμα εποπτείας
Shutterstock
Shutterstock

Τα ελληνικά διοικητικά συμβούλια στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης: Ένα χάσμα εποπτείας

Τα διοικητικά συμβούλια των μεγαλύτερων Ελληνικών επιχειρήσεων υπολείπονται στις τεχνολογικές δεξιότητες οι οποίες θα τους επέτρεπαν να εποπτεύσουν και να καθοδηγήσουν ουσιαστικά τους οργανισμούς των οποίων προΐστανται. Έρευνα της Searchlight Partners/ IIC Partners Athens.

Σε ένα δείγμα 800 μελών Διοικητικών Συμβουλίων στις μεγαλύτερες ελληνικές εταιρείες, η μέση βαθμολογία τεχνολογικής επάρκειας ανέρχεται σε μόλις 13% μιας κλίμακας που αντικατοπτρίζει τέσσερις άξονες: μηχανολογική παιδεία, εμπειρία Information Technology, ψηφιακός μετασχηματισμός και γνώση Τεχνητής Νοημοσύνης.

Τα ευρήματα αυτά δεν είναι απλώς στατιστικά — είναι διαγνωστικά, και αποκαλύπτουν ότι μεγάλο μέρος των Ελληνικών Διοικητικών Συμβουλίων αντιμετωπίζει ψηφιακές επενδύσεις δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ χωρίς την εμπειρογνωμοσύνη να τις αξιολογήσει, να τις αμφισβητήσει, ή και να τις εποπτεύσει αποτελεσματικά. Σε μια εποχή που η Τεχνητή Νοημοσύνη αναδιαμορφώνει ολόκληρους κλάδους, η έλλειψη αυτή δεν συνιστά οργανωτική αδυναμία — συνιστά διακυβερνητικό κίνδυνο.

Η ψηφιακή μετάβαση δεν είναι στρατηγική επιλογή· είναι ζήτημα επιβίωσης, και εκπλήρωσης της κοινωνικοοικονομικής αποστολής των επιχειρήσεων. Η ικανότητα προσδιορισμού των δυνατοτήτων συνεργασίας ανθρώπων και μηχανών θα ορίσει σε πολύ μεγάλο βαθμό την εργασία τα επόμενα έτη, αλλά και την επιτυχία ή αποτυχία των επιχειρήσεων.

Οι ασύμμετρες ψηφιακές απειλές, έχουν φθάσει και στη χώρα μας. Ωστόσο, η έρευνα την οποία διεξήγαμε στο τέλος του 2025, αξιολογώντας 800+ μέλη ΔΣ στις μεγαλύτερες ελληνικές εταιρείες, σε 11 κλάδους, αποκαλύπτει μια ανησυχητική αναντιστοιχία: τα Συμβούλια τα οποία καλούνται να αντιληφθούν, και να καθοδηγήσουν τις εκτελεστικές ομάδες, σε επενδύσεις δεκάδων εκατομμυρίων για ψηφιακά συστήματα, κυβερνοασφάλεια και Τεχνητή Νοημοσύνη, στερούνται κατά κανόνα της εμπειρογνωμοσύνης να το πράξουν.

Το παράδοξο της ανεξαρτησίας

Ο νόμος 4706/2020 επιβάλλει στα ελληνικά ΔΣ τουλάχιστον το ένα τρίτο των μελών τους να είναι ανεξάρτητα. Η λογική είναι αδιαμφισβήτητη: οι ανεξάρτητοι σύμβουλοι ασκούν αντικειμενική εποπτεία, απαλλαγμένοι από συγκρούσεις συμφερόντων. Στην πράξη, όμως, τα δεδομένα μας αποκαλύπτουν ένα βαθύ δομικό παράδοξο.

Τα ανεξάρτητα μέλη κατέχουν το 34% των εδρών, αλλά συγκεντρώνουν μόλις το 18% της τεχνολογικής εμπειρογνωμοσύνης. Αυτό, πρακτικά, σημαίνει ότι οι πλέον αρμόδιοι να ασκήσουν αντικειμενική εποπτεία είναι ακριβώς εκείνοι οι οποίοι αδυνατούν να αξιολογήσουν τεχνολογικές προτάσεις. Η ανεξαρτησία, χωρίς επάρκεια, μετατρέπεται σε θεσμική οφθαλμαπάτη, οδηγώντας τα διοικητικά συμβούλια Εν τοις πράγμασι στην αθέτηση της υποχρέωσης θεματοφυλακής/ fiduciary duty.

Η απόκλιση των κλάδων

Το εύρημα που ξεχωρίζει περισσότερο δεν είναι το γενικό επίπεδο — είναι η ακραία απόκλιση μεταξύ κλάδων. Η τεχνολογική επάρκεια δεν είναι ζήτημα διαθεσιμότητας: είναι ζήτημα επιλογής, παρά το γεγονός ότι κάποιες εξ αυτών υπόκεινται στις ίδιες, ή και αυστηρότερες ευρωπαϊκές οδηγίες, οι οποίες επιβάλλουν την ικανότητα επιστασίας, του ψηφιακού μετασχηματισμού και κυβερνοανθεκτικότητας.

Η ανάλυσή μας δείχνει ότι ο ανταγωνισμός αγοράς συσχετίζεται ισχυρά με την τεχνολογική επάρκεια (R²=0,67), ενώ η κανονιστική συμμόρφωση συσχετίζεται αδύναμα (R²=0,31). Οι κλάδοι οι οποίοι αντιμετωπίζουν διεθνή ανταγωνισμό αναπτύσσουν επάρκεια ανεξαρτήτως κανονισμών. Οι κλάδοι με προστατευμένες αγορές υστερούν, ακόμα και με αυστηρότερα νομοθετικά πλαίσια.

 

Η αντίδραση

Η αντίδραση δεν μπορεί να είναι μόνο η εκπαίδευση και ανάπτυξη. Η ανάπτυξη δεξιοτήτων στα υφιστάμενα μέλη είναι αναγκαία, αλλά ανεπαρκής. Η λύση είναι δομική, όπως και τα κενά: τα Συμβούλια πρέπει να υποδεχθούν νέα διαφορετικά προφίλ — στελέχη με βαθιά επιχειρησιακή εμπειρία σε τεχνολογία, ψηφιακό μετασχηματισμό και τεχνητή νοημοσύνη, με την ικανότητα να λειτουργήσουν ως ανεξάρτητοι, μη εκτελεστικοί επόπτες. Συχνά, αρκεί ένα ή δύο τέτοια μέλη για να μεταβληθεί η δυναμική ολόκληρου του Συμβουλίου.

Το πρώτο, προφανές βήμα είναι η δημιουργία Επιτροπής Τεχνολογίας, υπό ανεξάρτητη προεδρία και με καταστατικό αντίστοιχο εκείνου της Επιτροπής Ελέγχου ή της Επιτροπής Υποψηφιοτήτων. Η επόμενη κίνηση είναι η διεύρυνση του αποδεκτού προφίλ υποψηφίων: τεχνολόγοι, Έλληνες της διασποράς με διεθνή καριέρα, υψηλόβαθμα στελέχη άλλων κλάδων. Η πρακτική αυτή δεν είναι θεωρητική — εφαρμόζεται ήδη σε ορισμένους από τους οργανισμούς που εξετάσαμε, και τα αποτελέσματα είναι ορατά στα δεδομένα. Αυτό, φυσικά, θα πιέσει τις αμοιβές μελών ΔΣ προς τα πάνω, καθώς ο ανταγωνισμός για αυτά τα στελέχη είναι έντονος, και παγκόσμιος.

Το κανονιστικό τοπίο κινείται προς την ίδια κατεύθυνση. Η επερχόμενη Οδηγία ΕΕ για την ΤΝ αναμένεται να θεσμοθετήσει απαιτήσεις τεχνολογικής εποπτείας σε επίπεδο Διοικητικών Συμβουλίων, το αν αυτές θα αντιμετωπισθούν ουσιαστικά, ή διακοσμητικά, είναι απόφαση των επιχειρήσεων, και των διοικήσεών τους. Η υφιστάμενη νομοθεσία, χωρίς να επιβάλλει ακόμα αυστηρή συμμόρφωση, κατευθύνει ήδη τις επιχειρήσεις προς αυτή την πραγματικότητα, αναφερόμενη στη συνολική ικανότητα των μελών να υποστηρίξουν τη στρατηγική μιας σύγχρονης επιχείρησης. Τα Συμβούλια τα οποία θα προετοιμαστούν έγκαιρα θα έχουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Εκείνα τα οποία θα καθυστερήσουν θα βρεθούν αντιμέτωπα με κενά διακυβέρνησης τα οποία αναπληρώνονται με δυσκολία, χρόνο — και κόστος.

Η έρευνα βασίστηκε σε δημόσια διαθέσιμα στοιχεία (Ετήσιες Εκθέσεις, LinkedIn, εταιρικές ιστοσελίδες) και διεξήχθη μεταξύ Σεπτεμβρίου–Νοεμβρίου 2025. Η πλήρης έκθεση «Board Technology Fluency: A Fiduciary Imperative» διατίθεται από τη Searchlight Partners.

*Πέτρος Μίχος, Εταίρος, Searchlight Partners, IIC Partners Athens