Θ. Τσίκας: Οι ρωγμές στη διατλαντική σχέση και ο ευρωπαϊκός μονόδρομος
Shutterstock
Shutterstock

Θ. Τσίκας: Οι ρωγμές στη διατλαντική σχέση και ο ευρωπαϊκός μονόδρομος

Ούτε η ρήξη, ούτε προφανώς η αποδοχή μιας διατλαντικής σχέσης με όρους αμερικανικής «επικυριαρχίας», όπως την αντιλαμβάνεται ο Ντόναλντ Τραμπ, αλλά μία φυγή προς τα εμπρός πρέπει να είναι η απάντηση της Ευρώπης στους καιρούς της μεγάλης αβεβαιότητας και των αλλαγών που συντελούνται στο μεταπολεμικό σύστημα ασφάλειας, επισημαίνει ο πολιτικός επιστήμονας και διεθνολόγος Θόδωρος Τσίκας σε συνέντευξη που παραχώρησε στο Libeal και την Ευαγγελία Μπίφη.

Όταν η εμπιστοσύνη μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ έχει διαρραγεί και η αμερικανική αποτροπή στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ παύει να θεωρείται δεδομένη, διακυβεύεται όχι μόνο η ευρωπαϊκή αλλά και η παγκόσμια ασφάλεια. Σε συγκυρία όπου ο πόλεμος στην Ουκρανία βρίσκεται στην καρδιά της Ευρώπης, τα ερωτήματα που τίθενται δεν είναι θεωρητικά, αλλά απολύτως πραγματικά, τόσο για τη συνοχή και την αξιοπιστία της Συμμαχίας όσο και για τη σταθερότητα του διεθνούς συστήματος. 

Αναθεωρητικές δυνάμεις -από τη Ρωσία έως την Κίνα- ενδέχεται να επαναξιολογήσουν τα όρια της στρατιωτικής τους δράσης και στο εύθραυστο αυτό γεωπολιτικό περιβάλλον η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει την πολυτέλεια της αναμονής - πρέπει να κινηθεί προς την πολιτική και οικονομική ολοκλήρωση και την αμυντική της αυτονομία, και η αξιοποίηση των ήδη θεσμοθετημένων ενισχυμένων συνεργασιών -αντίστοιχα με το μοντέλο του ευρώ- είναι ο ταχύτερος δρόμος για αυτήν την επιβεβλημένη πλέον φυγή προς τα εμπρός, κατά την εκτίμηση του κ. Τσίκα, ο οποίος και έρχεται να υπογραμμίσει ότι στις σημερινές συνθήκες, η παράλυση ισοδυναμεί με παράδοση.

Ακολουθεί το κείμενο της συνέντευξης

Κύριε Τσίκα, καθώς το μόνο βέβαιο πλέον στις σχέσεις της Ευρώπης με την Αμερική του Ντόναλντ Τραμπ είναι η αβεβαιότητα, θα θέλαμε την εκτίμησή σας για όσα διακυβεύονται και όσα αλλάζουν. Ξεκινώντας από την έκτακτη Σύνοδο Κορυφής, τι εξέπεμψαν οι ανακοινώσεις και οι δηλώσεις των Ευρωπαίων ηγετών;

Η εικόνα που κυριάρχησε στη Σύνοδο Κορυφής ήταν αυτή μίας γενικευμένης επιφυλακτικότητας. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες, σε έναν βαθμό ανακουφισμένοι από την -έστω και καταρχήν- μεταστροφή των δηλώσεων Τραμπ σε σχέση με τη Γροιλανδία, δεν προσέδωσαν τελικά στη Σύνοδο Κορυφής τον ίδιο επείγοντα χαρακτήρα που είχε αρχικά η σύγκλησή της. Ωστόσο, είναι σαφές ότι παραμένουν σοβαρά προβληματισμένοι για το πώς πρέπει να προχωρήσουν. Δεν επιθυμούν τη ρήξη με τις Ηνωμένες Πολιτείες, κατανοούν όμως ότι οι σχέσεις αυτές έχουν εισέλθει σε μια νέα φάση. Επομένως, αναζητούν τον τρόπο με τον οποίο θα κινηθούν μέσα σε αυτό το νέο περιβάλλον.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτή τη φορά εμφανίστηκαν πιο συντονισμένοι σε σχέση με άλλες Συνόδους. Παρ’ όλα αυτά, αρχίζουμε ήδη να παρατηρούμε διαφορετικές προσεγγίσεις, οι οποίες συνδέονται και με τις διμερείς σχέσεις που διατηρούν επιμέρους κράτη-μέλη με τις ΗΠΑ. Πώς βλέπετε να διαμορφώνονται οι κυρίαρχες τάσεις εντός της ΕΕ όσον αφορά τη στάση έναντι της προεδρίας Τραμπ και τα επόμενα βήματα;

Πράγματι, η εμφάνισή τους ήταν ενιαία, ίσως με μοναδική εξαίρεση -όπως συνηθίζεται να λέγεται- το «πλήθος των Λακεδαιμονίων», δηλαδή τον Βίκτορ Όρμπαν της Ουγγαρίας. Ακόμη και στην περίπτωση της Ουγγαρίας, όμως, δεν υπήρξε πρόθεση να τιναχθεί στον αέρα η ενιαία στάση. Με την έννοια ότι δεν υπήρχε ζήτημα βέτο· είχαν ήδη προαναγγείλει πως εάν έπρεπε να ληφθούν αποφάσεις θα απείχαν της ψηφοφορίας, ώστε να επιτρέψουν στους υπόλοιπους να προχωρήσουν. Αυτό το στοιχείο το θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς δείχνει ότι υπήρχε η αίσθηση πως η συγκυρία είναι εξαιρετικά σοβαρή. 

Θα μπορούσαν πράγματι να είχαν μπλοκάρει τη διαδικασία, αλλά επέλεξαν να μην το κάνουν. Αν δεν είχε μεσολαβήσει η μεταστροφή του Τραμπ, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα έπρεπε πιθανότατα να λάβει πιο σαφείς αποφάσεις, γεγονός που θα έθετε το ζήτημα της ομοφωνίας. Γνωρίζουμε ότι, όταν δεν υπάρχει ομοφωνία, οι αποφάσεις δεν προχωρούν. Όμως, είχε σταλεί το μήνυμα ότι, παρά τη διαφοροποίηση, δεν θα εμποδιστεί η κοινή στάση των υπολοίπων. Αυτό αξίζει να επισημανθεί, διότι συχνά τονίζεται μόνο η διαφοροποίηση και όχι το γεγονός ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν θα τίθετο εμπόδιο.

Τώρα, είναι σαφές ότι η Γαλλία, υπό τον Εμανουέλ Μακρόν, επιθυμεί μια πολύ αυστηρή απάντηση και στάση των Ευρωπαίων απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ. Από την άλλη πλευρά, η πρωθυπουργός της Ιταλίας, Τζόρτζια Μελόνι, παρεμβαίνει ώστε να μην διευρυνθεί το ρήγμα μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Τραμπ, ακριβώς λόγω των προσωπικών σχέσεων που διατηρεί μαζί του.

Παρά τις διαφοροποιήσεις αυτές, όλοι προσπαθούν να τις εντάξουν στο πλαίσιο μιας κοινής στάσης. Κανείς δεν τραβά το σχοινί προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση, έχοντας πλήρη επίγνωση της δυσκολίας και της κρισιμότητας της στιγμής.

Στη γραμμή Μελόνι θα εντάσσατε και τη στάση του Γερμανού καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς;

Ο Φρίντριχ Μερτς θα έλεγα αποτελεί μια ειδική περίπτωση. Η αίσθησή μου είναι ότι, αν είχε επιμείνει ο Ντόναλντ Τραμπ, θα είχε ταχθεί πιο ξεκάθαρα στο πλευρό του Μακρόν. Φαίνεται πως είχαν βρει ένα κοινό μήκος κύματος. Οι δε δηλώσεις που είχε κάνει ήταν εξαιρετικά αυστηρές, τόσο όσον αφορά τον τρόπο που συνηθίζει να μιλά ο Μερτς όσο και για Γερμανό καγκελάριο γενικότερα. Μετά τη μεταστροφή, όμως, δείχνει να υιοθετεί μια πιο συγκρατημένη στάση, με το σκεπτικό ότι δεν πρέπει να υπάρξει πλήρης ρήξη.

Πέραν των πολιτικών σχέσεων Γερμανίας -Ηνωμένων Πολιτειών, υπήρξε και το ζήτημα των επαπειλούμενων δασμών, οι οποίοι θα έπλητταν εκ νέου τη γερμανική οικονομία, δεδομένου ότι πρόκειται για μία κατ' εξοχήν εξαγωγική χώρα. Επιπλέον, η Γερμανία φιλοξενεί πολλές αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις στο έδαφός της, συμπεριλαμβανομένης της μεγαλύτερης στην Ευρώπη, στο Ράμσταϊν.

Η ασφάλειά της, επομένως, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις επιλογές και τη στάση των Ηνωμένων Πολιτειών, ιδίως αν λάβει κανείς υπόψη ότι η Γερμανία δεν διαθέτει δική της πυρηνική αποτροπή. Προς το παρόν, εξαρτάται πλήρως από την αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας. Και μάλιστα, βρίσκεται γεωγραφικά πιο κοντά στην πρώτη γραμμή αντιπαράθεσης με τη Ρωσία σε σύγκριση με άλλα δυτικοευρωπαϊκά κράτη. Όλα αυτά λαμβάνονται σοβαρά υπόψη.

Ποια είναι η «διάγνωσή» σας για το βαθμό που νοσούν η διατλαντική σχέση και το ΝΑΤΟ σήμερα;

Κατά τη γνώμη μου, το βασικό στοιχείο που έχει πλέον εμφιλοχωρήσει είναι η διάρρηξη της εμπιστοσύνης. Κάθε συμμαχία, ανεξαρτήτως καταστατικού, άρθρων και δεσμεύσεων, στηρίζεται πρωτίστως στην εμπιστοσύνη. Στην πεποίθηση, δηλαδή, ότι όσα προβλέπονται από το καταστατικό και τις διατάξεις της συμμαχίας θα εφαρμοστούν στην πράξη.

Εδώ, λοιπόν, τίθεται ένα κρίσιμο ερώτημα: θεωρείται αξιόπιστη η αποτροπή από πλευράς των Ηνωμένων Πολιτειών, εάν ένα κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ δεχθεί επίθεση και χρειαστεί να ενεργοποιηθεί η συλλογική άμυνα; Επί προεδρίας Τραμπ, φαίνεται να τίθεται υπό αμφισβήτηση. Η αίσθηση που δημιουργείται είναι ότι ο Τραμπ ασκεί επιλεκτική προστασία, εκεί όπου ο ίδιος κρίνει σκόπιμο, όταν το κρίνει σκόπιμο και εφόσον θεωρεί -με βάση τη δική του υποκειμενική αντίληψη- ότι διακυβεύονται τα καίρια συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών. Και από τη στιγμή που υπάρχει ένας ανοιχτός πόλεμος στην καρδιά της Ευρώπης, ο οποίος έχει φτάσει στα σύνορα αρκετών κρατών-μελών τόσο της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και του ΝΑΤΟ, το ερώτημα αυτό δεν είναι θεωρητικό αλλά απολύτως πρακτικό.

Δεν βρισκόμαστε σε ένα σημείο όπου «απλώς» οι Αμερικανοί και οι Ευρωπαίοι διαφωνούν και «θα δούμε τι θα γίνει». Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία θέτει όλα αυτά τα ζητήματα σε ένα εξαιρετικά πραγματικό πλαίσιο. Τι θα συμβεί, για παράδειγμα, αύριο εάν ο Πούτιν επιτεθεί σε μία από τις τρεις χώρες της Βαλτικής, στην Εσθονία για παράδειγμα; 

Ταυτόχρονα, οι Ευρωπαίοι παρατηρούν δύο ακόμη κρίσιμα στοιχεία. Πρώτον, το γνωστό έγγραφο Στρατηγικής Ασφάλειας των ΗΠΑ, το οποίο αντιμετωπίζει την Ευρώπη, αν όχι ως «εχθρό», τουλάχιστον ως σκληρό ανταγωνιστή, ενώ την ίδια στιγμή δεν θέτει τη Ρωσία ως εχθρό. Δεύτερον, συνυπολογίζεται ο ωμός και σχεδόν αποικιακού τύπου εκβιασμός του Τραμπ στο ζήτημα της Γροιλανδίας, καθώς και το γεγονός ότι δεν διστάζει να λάβει οικονομικά και εμπορικά μέτρα όχι για καθαρά οικονομικούς λόγους, αλλά για γεωπολιτικούς. Όλα αυτά δημιουργούν ένα σοβαρό πρόβλημα στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ, στις σχέσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρωπαίων συμμάχων, αλλά και ως προς τη μελλοντική πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ζητήματα ασφάλειας και άμυνας.

Τι σήματα λαμβάνουν την ίδια στιγμή οι αντίπαλοι του ΝΑΤΟ;

Αυτό ακριβώς είναι το άλλο, εξίσου κρίσιμο σκέλος. Το πώς δηλαδή εκλαμβάνουν οι αντίπαλοι της Συμμαχίας αυτές τις εξελίξεις.

Διότι, εάν χαθεί η αξιοπιστία, αν χαθεί η βεβαιότητα ότι το ΝΑΤΟ θα απαντήσει συλλογικά και ότι θα υπάρξει παρέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών σε περίπτωση επίθεσης εναντίον κράτους-μέλους, τότε στην ουσία διαρρηγνύεται το πλαίσιο ασφάλειας σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο. Ίσως νομίζει δηλαδή ο Πούτιν ότι θα μπορούσε, εφόσον το επιλέξει, να κάνει ό,τι θέλει. Αυτό θα ανέτρεπε πλήρως όλη αυτή την αίσθηση ισορροπίας που είχε διαμορφωθεί μέχρι σήμερα στην Ευρώπη.

Θα μπορούσε αυτή η αμφισβήτηση της αποτροπής να έχει ακόμη ευρύτερες συνέπειες, πέρα από την Ευρώπη;

Αν δεν θεωρείται δεδομένη η αποτροπή, τότε αλλάζουν συνολικά οι όροι ασφάλειας, τόσο στο πλαίσιο των σχέσεων Ευρώπης-ΗΠΑ όσο και στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ. Αυτό ενδέχεται να απελευθερώσει, σε ευρύτερη κλίμακα, και άλλους δρώντες. Θα μπορούσε η Κίνα να θεωρήσει ότι έχει μεγαλύτερα περιθώρια να παρέμβει στρατιωτικά στην Ταϊβάν, εκτιμώντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ίσως να μην παρέμβουν. Με άλλα λόγια, η διάρρηξη της εμπιστοσύνης μπορεί να έχει σεισμικές συνέπειες στο παγκόσμιο σύστημα ασφάλειας και στο σύστημα ισορροπιών συνολικά στον πλανήτη. Ξεκινά από την Ευρώπη, αλλά μπορεί να αποκτήσει παγκόσμιες διαστάσεις.

Με τα σημερινά δεδομένα δεν μπορούμε να θεωρούμε πια αυτονόητο το πλαίσιο ασφάλειας. Διακρίνετε περιθώρια αποκατάστασης της εμπιστοσύνης επί Τραμπ ή μετά τον Τραμπ;

Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ο ισχυρότερος σύμμαχος, του οποίου το βασικό καθήκον είναι να προστατεύει τους υπολοίπους. Το ΝΑΤΟ, επί της ουσίας, οικοδομήθηκε πάνω στην παραδοχή ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εγγυώνται την ασφάλεια της Ευρώπης. Όταν ο ισχυρότερος σύμμαχος αμφισβητεί την εδαφική ακεραιότητα ενός μικρότερου συμμάχου, όπως η Δανία, και όταν δεν διστάζει στη λήψη μέτρων ακόμη και εναντίον άλλων συμμάχων που τον στηρίζουν, τότε λοιπόν κατά την άποψή μου, τουλάχιστον επί προεδρίας Τραμπ, αυτό το ρήγμα στην εμπιστοσύνη δεν μπορεί να αποκατασταθεί. 

Επιπλέον, ακόμη και πέραν της συγκεκριμένης προεδρίας, όλοι γνωρίζουν ότι ούτως ή άλλως οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα έχουν στο μέλλον τον ίδιο βαθμό δέσμευσης για την ευρωπαϊκή ασφάλεια.

Ποιο είναι συνεπώς το μεγάλο διακύβευμα και στοίχημα για την Ευρώπη;

Εδώ τίθεται το μείζον ερώτημα της πλήρους ολοκλήρωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τόσο σε πολιτικό όσο και σε οικονομικό και αμυντικό επίπεδο. Αυτό είναι το κύριο διακύβευμα και νομίζω ότι πλέον όλοι το αντιλαμβάνονται.

Μπορεί να μην υπάρχει απόλυτη συμφωνία ως προς την πορεία και την ταχύτητα, αλλά έχει γίνει κοινό κτήμα μεταξύ των Ευρωπαίων ηγετών ότι έχουμε περάσει σε μια νέα εποχή. Τα εργαλεία που είχαμε μέχρι τώρα, τόσο για την ανάλυση της πραγματικότητας όσο και για τη διαχείρισή της, δεν επαρκούν πλέον και πρέπει να αλλάξουν ριζικά.

Βέβαια, πρέπει να σημειώσουμε, καθότι επικρατεί και ένας μηδενισμός ως προς την πορεία της Ευρώπης, ότι τον τελευταίο χρόνο, από τότε που ανέλαβε την προεδρία ο Τραμπ, έχουν γίνει αρκετά βήματα στον αμυντικό τομέα. Αυτά, όμως, πρέπει να ενταχθούν σε μια συνολική προοπτική, ώστε η Ευρώπη να αποκτήσει, έστω και μεσοπρόθεσμα, ειδικό βάρος στις διεθνείς εξελίξεις.

Πρώτα απ’ όλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να είναι μια απλή ένωση κρατών. Χρειάζεται ολοκλήρωση σε όλους τους τομείς, σε μια κατεύθυνση ομοσπονδιακής λογικής, που θα ενισχύει και τον τρόπο λήψης αποφάσεων.

Δεν είναι μόνο τα μέσα που πρέπει να αποκτήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση· είναι και ο τρόπος με τον οποίο λαμβάνονται οι αποφάσεις. Δεν μπορεί η εξωτερική πολιτική και η άμυνα να εξαρτώνται αποκλειστικά από την ομοφωνία, όπου ακόμη και μόνο ένα κράτος-μέλος -είτε η Ουγγαρία του Όρμπαν, είτε οποιοσδήποτε άλλος- μπορεί να μπλοκάρει τις πρωτοβουλίες των υπολοίπων. Απαιτείται ευέλικτος και αποτελεσματικός τρόπος λήψης αποφάσεων, με ενισχυμένη πλειοψηφία, ώστε να μην μπορεί μόνο ένα κράτος-μέλος να εμποδίζει τις πρωτοβουλίες των άλλων. Αυτό ισοδυναμεί με παράλυση. Και στις σημερινές συνθήκες, η παράλυση ισοδυναμεί με παράδοση.

Στο πλαίσιο αυτό, θα ήθελα να σας παραπέμψω στην πρόταση του Ισπανού πρωθυπουργού, Πέδρο Σάντσεθ, που πέρασε σχετικά απαρατήρητη εν μέσω του καταιγισμού των εξελίξεων, και την οποία θεωρώ πολύ ενδιαφέρουσα. Ο Σάντσεθ δήλωσε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να προχωρήσει στη γεωπολιτική της ολοκλήρωση, δηλαδή στους τομείς της εξωτερικής πολιτικής και της άμυνας, ακόμη και αν δεν συμμετάσχουν όλα τα κράτη-μέλη. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, διότι, παρότι συζητείται εδώ και χρόνια σε κύκλους σε θεωρητικό επίπεδο, είναι η πρώτη φορά που αρχηγός κυβέρνησης, και μάλιστα μιας όχι ασήμαντης χώρας, το θέτει δημόσια και επίσημα. 

Πώς υλοποιείται πρακτικά η πρόταση αυτή;

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θεσπίσει ήδη τις λεγόμενες ενισχυμένες συνεργασίες. Αυτό σημαίνει ότι ορισμένα κράτη-μέλη που επιθυμούν να προχωρήσουν σε βαθύτερη συνεργασία, μπορούν να το κάνουν χωρίς να εμποδίζονται από εκείνα που είτε δεν θέλουν είτε δεν μπορούν.

Με την προϋπόθεση βεβαίως ότι η συνεργασία αυτή μένει ανοιχτή σε όσα κράτη-μέλη αποφασίσουν αργότερα να συμμετάσχουν. Δεν αποκλείεται κανείς οριστικά. Ένα κλασικό παράδειγμα ενισχυμένης συνεργασίας είναι το ευρώ, στο οποίο δεν συμμετέχουν όλα τα κράτη-μέλη και στο οποίο δεν εντάχθηκαν όλα τα συμμετέχοντα κράτη την ίδια χρονική στιγμή. Η Βουλγαρία, για παράδειγμα, εντάχθηκε πρόσφατα.

Με βάση αυτό το μοντέλο, θα μπορούσε να προχωρήσει και μια ενισχυμένη συνεργασία στον τομέα της άμυνας και της εξωτερικής πολιτικής, που δεν απαιτεί μάλιστα αλλαγή των Συνθηκών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Προσωπικά βέβαια πιστεύω ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να αποκτήσει πλήρη πολιτική και γεωπολιτική υπόσταση χωρίς μεταρρύθμιση των υφιστάμενων Συνθηκών. Όμως, επειδή αυτή είναι μια χρονοβόρα διαδικασία και απαιτεί ομοφωνία, σε αυτό το στάδιο οι ενισχυμένες συνεργασίες αποτελούν μια ρεαλιστική και άμεση λύση. Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, το μεγάλο διακύβευμα. Όλα τα υπόλοιπα περιστρέφονται γύρω από αυτό. Είναι μια πρόταση που μπορεί να αξιοποιηθεί με ρυθμούς συμβατούς με τις ανάγκες της εποχής.

Περνώντας στο εμπορικό πεδίο, στη Σύνοδο Κορυφής, ο πρόεδρος του Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, ζήτησε από την Κομισιόν την άμεση εφαρμογή της συμφωνίας με τη Merscosur. Απαντά η ΕΕ στον Ντόναλντ Τραμπ με το δικό του «όπλο», την οικονομία;

Γνωρίζουμε ότι ο Ντόναλντ Τραμπ είναι υπέρ της πολιτικής του εθνικού προστατευτισμού. Δεν διστάζει να χρησιμοποιεί τους δασμούς όχι μόνο για καθαρά εμπορικούς ή οικονομικούς λόγους, αλλά και για γεωπολιτικούς. Ταυτόχρονα, έχουμε την Κίνα, η οποία με καταχρηστικές πρακτικές διαστρεβλώνει το παγκόσμιο εμπόριο: μέσω της τεχνητής υποτίμησης του νομίσματός της και ουσιαστικά της κρατικής επιδότησης των εξαγωγών της. Με αυτόν τον τρόπο, η Κίνα «πλημμυρίζει» την ευρωπαϊκή αγορά με φθηνά προϊόντα και πλήττει ευθέως την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών προϊόντων.

Η απάντηση σε αυτή την κατάσταση δεν μπορεί παρά να είναι η σύναψη εμπορικών συμφωνιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με μεγάλες οικονομικές δυνάμεις παγκοσμίως. Μία τέτοια περίπτωση είναι οι χώρες της Λατινικής Αμερικής που συμμετέχουν στη Mercosur, διαμορφώνοντας μια κοινή αγορά περίπου 700 εκατομμυρίων ανθρώπων. Παράλληλα, πρέπει να προχωρήσει η συμφωνία που βρίσκεται ήδη υπό διαπραγμάτευση με την Ινδία, καθώς και οι συνεργασίες με άλλες οικονομικές δυνάμεις, όπως η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα, η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία και, φυσικά, ο Καναδάς. Μόνο έτσι μπορεί να σταθεί η Ευρώπη στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον. Η συζήτηση για τους επιμέρους όρους είναι θεμιτή, όμως ο βασικός στρατηγικός στόχος πρέπει να είναι αυτός.

Γιατί, κατά τη γνώμη σας, ο Τραμπ έκανε τελικά πίσω όσον αφορά τη Γροιλανδία;

Ο Τραμπ εκτιμώ ότι έκανε πίσω λόγω ενός συνδυασμού παραγόντων. Πρώτα απ’ όλα, παρά την τάση του να υποτιμά τις αντιδράσεις, είδε μία απάντηση από την Ευρώπη. Είδε τη διεξαγωγή της στρατιωτικής άσκησης των οκτώ χωρών στη Γροιλανδία, την άμεση σύγκληση έκτακτης Συνόδου Κορυφής για το ζήτημα των επιπλέον δασμών που απειλούσε να επιβάλει, καθώς και την απροθυμία των Ευρωπαίων ηγετών να τον συναντήσουν στο Νταβός. Αυτό ήταν ιδιαίτερα ηχηρό και έδειξε μια τάση πολιτικής απομονώσής του. Σε άλλες συγκυρίες, όλοι θα έσπευδαν να τον συναντήσουν.

Βεβαίως, όμως ο Τραμπ είδε και τις αντιδράσεις στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι δημοσκοπήσεις δεν έδειχναν υποστήριξη στην πολιτική του για τη Γροιλανδία, με τα ποσοστά να είναι ιδιαίτερα χαμηλά. Κυρίως, όμως, είδε την αντίδραση στο αμερικανικό Κογκρέσο. Όχι μόνο από τους Δημοκρατικούς, αλλά και από τους ίδιους τους Ρεπουμπλικανούς υπήρξαν σοβαρές αντιδράσεις. Και αυτό γιατί υπάρχουν άνθρωποι και πολιτικές δυνάμεις στις ΗΠΑ που αναρωτιούνται «πού οδηγούμαστε», βλέποντας ότι η χώρα χάνει με πολύ γρήγορους ρυθμούς συμμάχους και φίλους σε παγκόσμιο επίπεδο.

Και φυσικά σημαντικό ρόλο έπαιξαν και οι αντιδράσεις των αγορών, ιδίως των αγορών ομολόγων, στις οποίες φαίνεται ότι ο Τραμπ δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα.

Συχνά ακούμε ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να σταθεί χωρίς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το υποστήριξε και ο ίδιος ο Τραμπ με κάθε τρόπο στην ομιλία του στο Νταβός. Αντιστρέφοντας το ερώτημα, τι θα ήταν όμως η Αμερική χωρίς την Ευρώπη;

Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να πούμε ότι η Ευρώπη διαθέτει ισχύ και ότι η εικόνα απόλυτης αδυναμίας είναι λανθασμένη. Αν δει κανείς την Ευρώπη ενωμένη, πρόκειται για μεγαλύτερη αγορά από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Επομένως έχει μία δύναμη.

Το δεύτερο στοιχείο είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελούν τις πιο αλληλεξαρτώμενες περιφέρειες του κόσμου. Σε οικονομικό και εμπορικό επίπεδο, στα ζητήματα πνευματικών δικαιωμάτων, αλλά και στους τομείς της ασφάλειας, δεν υπάρχουν πιο αλληλεξαρτώμενες περιφέρειες στον κόσμο. Επομένως, κανένα από τα δύο μέρη δεν μπορεί να αποκοπεί από το άλλο χωρίς εξαιρετικά σοβαρές συνέπειες. Οι ζημίες θα ήταν αμοιβαίες. Και πιστεύω ότι υπάρχουν δυνάμεις και πρόσωπα στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών που το αντιλαμβάνονται αυτό.

Εδώ, ο στόχος δεν είναι η ρήξη Ευρώπης-Αμερικής, αλλά η διαμόρφωση πιο ισότιμων σχέσεων - όπου η Ευρώπη θα διατηρεί την αυτονομία της, θα θέτει τα δικά της όρια και θα απαιτεί σεβασμό, ενώ ταυτόχρονα θα επιδιώκει μια πιο ισότιμη συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτός είναι ο στόχος. Η διαφορά με τον Τραμπ είναι ότι ο ίδιος αυτό το αντιλαμβάνεται με όρους επικυριαρχίας και όχι συνεργασίας. Αυτό είναι το βασικό ζήτημα που τίθεται.

Και στο σημείο αυτό θα ήθελα επίσης να τονίσουμε το εξής: η Ευρωπαϊκή Ένωση φάνηκε ότι σε αυτή τη φάση δεν βρέθηκε χωρίς συμμάχους. Ακόμη και χώρες που δεν συμμετέχουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως η Βρετανία, η Νορβηγία και η Ισλανδία, τάχθηκαν στο πλευρό της. Δεν μιλάμε, δηλαδή, μόνο για την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά σχεδόν για το σύνολο της ευρωπαϊκής ηπείρου, που διαφοροποιήθηκε από τις πρακτικές του Τραμπ. Το ίδιο ακριβώς είδαμε και με τον Καναδά. Αυτό είναι ένα στοιχείο που οι Ηνωμένες Πολιτείες οφείλουν -και θα πρέπει- να συνυπολογίζουν σοβαρά. 

Ποιο είναι, τελικά, το βασικό στίγμα που προκύπτει;

Το βασικό στίγμα είναι, πρώτον, ότι ο Τραμπ αντιλαμβάνεται τη σχέση με την Ευρώπη με όρους επικυριαρχίας και όχι συνεργασίας. Και, δεύτερον, ότι η Ευρώπη καλείται να προχωρήσει σε μια φυγή προς τα εμπρός. Όχι πλέον σε θεωρητικό ή αναλυτικό επίπεδο, όπου τέτοιες σκέψεις υπήρχαν εδώ και χρόνια, αλλά στο επίπεδο της πρακτικής εφαρμογής. Το πώς δηλαδή αυτή η φυγή προς τα εμπρός θα υλοποιηθεί στην πράξη. Αυτό είναι πλέον το κρίσιμο ζητούμενο.