Θ. Τσίκας για κρίση ΗΠΑ-Ιράν: Η λεπτή κόκκινη γραμμή μεταξύ διαπραγμάτευσης και στρατιωτικής δράσης
Shutterstock
Shutterstock

Θ. Τσίκας για κρίση ΗΠΑ-Ιράν: Η λεπτή κόκκινη γραμμή μεταξύ διαπραγμάτευσης και στρατιωτικής δράσης

Πυρηνικά, βαλλιστικοί πύραυλοι και μια εικόνα θολή ως προς τον στόχο ενδεχόμενης αμερικανικής στρατιωτικής εμπλοκής βρίσκονται στο φόντο των συνομιλιών στο Ομάν. Ο πολιτικός επιστήμονας και διεθνολόγος Θόδωρος Τσίκας αποτυπώνει, μιλώντας στο Liberal και την Ευαγγελία Μπίφη, τις πολύπλευρες παραμέτρους της ιρανικής κρίσης. Η στάση Τραμπ και το εύρος των στρατιωτικών επιλογών· οι υπολογισμοί του καθεστώτος Χαμενεΐ και οι εσωτερικές ισορροπίες στο Ιράν. Οι φόβοι Τουρκίας και χωρών του Κόλπου,  ο ευρύτερος γεωπολιτικός ανταγωνισμός των ΗΠΑ με την Κίνα, αλλά και τι σηματοδοτεί η εκπνοή της Συνθήκης New START για τον περιορισμό και έλεγχο των πυρηνικών οπλοστασίων Ουάσινγκτον και Μόσχας.

Ενώ όλα παραμένουν ανοιχτά και η διπλωματία συνυπάρχει με την απειλή στρατιωτικής δράσης, ο κ. Τσίκας, επικεφαλής του Προγράμματος Θεωρίας και Πράξης των Διεθνών Σχέσεων στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ), δίνει έμφαση στο γεγονός ότι αυτή τη στιγμή δεν διαφαίνεται καθαρός στόχος πίσω από ενδεχόμενη αμερικανική στρατιωτική εμπλοκή. Και αυτό ιστορικά είναι πάντα επικίνδυνο: στρατιωτική εμπλοκή χωρίς σαφή πολιτικό στόχο οδηγεί συνήθως σε αδιέξοδο, δηλώνει.

Τίθεται το ερώτημα αν η πίεση αφορά το πυρηνικό πρόγραμμα και το οπλοστάσιο βαλλιστικών πυραύλων του Ιράν ή αν υποκρύπτει επιδίωξη αλλαγής καθεστώτος - επιλογές που συνεπάγονται εντελώς διαφορετικά μέσα, κλίμακα και κινδύνους. Ο ίδιος δεν «βλέπει» ούτε τη στρατιωτική δράση ούτε την αλλαγή καθεστώτος ως πρώτη επιλογή του Τραμπ, αλλά δεν θα διστάσει εάν δεν εξασφαλίσει συγκεκριμένες δεσμεύσεις ασφαλείας από το Ιράν - γιατί κανείς δεν συγκεντρώνει τέτοια δύναμη πυρός χωρίς να είναι διατεθειμένος, αν χρειαστεί, να τη χρησιμοποιήσει, αναφέρει.

Ο Θόδωρος Τσίκας παραθέτει πώς περιπλέκεται η εικόνα από τις εσωτερικές ισορροπίες στη θεοκρατία του Ιράν, ενώ ξηγεί τους φόβους της Τουρκίας και των χωρών του Κόλπου όχι μόνο λόγω του κινδύνου ευρύτερης αποσταθεροποίησης, αλλά και υπό το πρίσμα της αποδυνάμωσης του ειδικού τους βάρους στη στρατηγική των ΗΠΑ εάν πάψει να υφίσταται ένα εχθρικό προς τη Δύση καθεστώς στο Ιράν. Παράλληλα αποτυπώνει πώς εντάσσεται το Ιράν στην εξίσωση του ευρύτερου γεωπολιτικού ανταγωνισμού των ΗΠΑ με την Κίνα. Η Ρωσία σαφώς επιδιώκει να μη χάσει (άλλον έναν μετά το καθεστώς Άσαντ) κρίσιμο σύμμαχο, αλλά είναι η Κίνα που αποτελεί τον βασικό έμμεσο αποδέκτη των εξελίξεων, λόγω της ενεργειακής της εξάρτησης ταυτόχρονα από το Ιράν και τη Βενεζουέλα.

Ακολουθεί το κείμενο της συνέντευξης:

Κύριε Τσίκα, από ανατροπή σε ανατροπή όσον αφορά τις συνομιλίες ΗΠΑ-Ιράν. Γιατί Ομάν και όχι Κωνσταντινούπολη για τη σημερινή κρίσιμη συνάντηση του διδύμου Γουίτκοφ-Κούσνερ με τον Αμπάς Αραγτσί; Ποιο είναι το πλαίσιο και τι αναμένουμε;

Όσον αφορά το διαδικαστικό των συνομιλιών, το Ιράν απέρριψε την Κωνσταντινούπολη διότι δεν επιθυμούσε τη συμμετοχή και την παρουσία χωρών που ενεργούν ως διαμεσολαβητές, ήτοι η Τουρκία, η Αίγυπτος και το Κατάρ, καθώς και άλλων αραβικών και μουσουλμανικών χωρών ως ήταν ο προγραμματισμός. Η Τεχεράνη θέλει να διαπραγματευτεί απευθείας και αποκλειστικά με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Υπό αυτή την έννοια, η επιλογή του Ομάν εξυπηρετεί αυτόν τον στόχο. Πρόκειται για χώρα που διατηρεί πολύ καλές σχέσεις με το Ιράν και έχει διαδραματίσει και στο παρελθόν διαμεσολαβητικό ρόλο μεταξύ Τεχεράνης και Ουάσινγκτον. Συνεπώς, θεωρείται πιο «βολική» και πολιτικά ουδέτερη έδρα σε σχέση με την Κωνσταντινούπολη.

Η δεύτερη και ουσιαστικότερη διάσταση πίσω από την αλλαγή της τοποθεσίας είναι ότι οι προτάσεις που έχουν κατατεθεί από τους διαμεσολαβητές δεν περιορίζονται μόνο στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Περιλαμβάνουν, πέραν αυτού, ζητήματα που αφορούν το πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων, καθώς και τη διακοπή της υποστήριξης του Ιράν προς εξτρεμιστικές οργανώσεις στην ευρύτερη περιοχή. Στην Κωνσταντινούπολη, οι συνομιλίες θα διεξάγονταν, κατά πάσα πιθανότητα, με βάση αυτό το ευρύτερο πλαίσιο. Το Ιράν, επιλέγοντας το Ομάν, επιδιώκει ένα είδος «επανεκκίνησης» της διαδικασίας και να περιορίσει την ατζέντα, εστιάζοντας στο πυρηνικό πρόγραμμα.

Το αρχικό πλαίσιο, όπως είχε διατυπωθεί από Τουρκία, Κατάρ και Αίγυπτο, περιλάμβανε τέσσερα βασικά σημεία: Πρώτον, το Ιράν θα δεσμευόταν να αναστείλει πλήρως τον εμπλουτισμό ουρανίου για τρία χρόνια. Μετά την παρέλευση αυτής της περιόδου, θα αποδεχόταν τον περιορισμό του εμπλουτισμού σε επίπεδα κάτω του 1,5%. Δεύτερον, το υπάρχον απόθεμα υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου -περίπου 440 κιλά, εμπλουτισμένα σε ποσοστό κοντά στο 60%- θα μεταφερόταν εκτός Ιράν, σε τρίτη χώρα. Τρίτον, το Ιράν θα δεσμευόταν να σταματήσει την διάθεση όπλων, χρηματοδότησης και τεχνολογίας στους πληρεξουσίους του. Και τέταρτον, θα αναλάμβανε τη δέσμευση να μην προχωρήσει πρώτο στη χρήση βαλλιστικών πυραύλων.

Υπάρχουν σοβαρές ενστάσεις από την ιρανική πλευρά σε περισσότερα από ένα σημεία. Η Τεχεράνη δυσκολεύεται να δεχτεί την τριετή αναστολή του εμπλουτισμού ουρανίου κυρίως λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης προς την αμερικανική πλευρά και προσωπικά προς τον Ντόναλντ Τραμπ. Διότι θυμάται ότι επί πρώτης θητείας του οι ΗΠΑ είχαν αποχωρήσει μονομερώς από τη συμφωνία του 2015 μεταξύ των έξι παγκόσμιων δυνάμεων -ΗΠΑ, Ρωσία, Γαλλία, Κίνα, Βρετανία και Γερμανία- και του Ιράν. Αυτό τους δημιουργεί την αίσθηση ότι μια νέα συμφωνία θα μπορούσε να αποδειχθεί παγίδα. Παράλληλα, και πέρυσι είχαν ξεκινήσει διαπραγματεύσεις επί του πυρηνικού προγράμματος και εν μέσω διαπραγματεύσεων είχε πραγματοποιηθεί η συνδυασμένη επίθεση ΗΠΑ-Ισραήλ. 

Ως προς το ζήτημα της υποστήριξης των «δορυφόρων», εάν αυτή διακοπεί το καθεστώς θεωρεί ότι καθίσταται πιο ευάλωτο σε ενδεχόμενες επιθέσεις, καθώς χάνει τη δυνατότητα έμμεσης απάντησης. Θα πάψει να μπορεί να απειλεί ότι διά των πληρεξουσίων του θα αποσταθεροποιήσει την περιοχή. Το δίκτυο αυτό είναι και ένας βασικός λόγος ύπαρξης των Φρουρών της Επανάστασης, που συντονίζουν, εκπαιδεύουν, στέλνουν όπλα, χρήματα και τεχνολογία σε αυτές τις οργανώσεις. Η «δουλειά» τους είναι ουσιαστικά να συντονίζουν τρομοκρατικές επιθέσεις στο εξωτερικό μέσω των «δορυφόρων» τους. Η αποδοχή μιας τέτοιας δέσμευσης θα μπορούσε πολύ δύσκολα να γίνει αποδεκτή στο εσωτερικό του καθεστώτος. 

Τι ισχύει για το ζήτημα των βαλλιστικών πυραύλων;

Εκεί οι αποκλίσεις είναι επίσης μεγάλες. Από τη μία πλευρά, η ιρανική ηγεσία θεωρεί το πυραυλικό της πρόγραμμα απολύτως απαραίτητο για λόγους αποτροπής και δεν δείχνει διάθεση να συζητήσει ουσιαστικούς περιορισμούς. Από την άλλη, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ θέλουν την πλήρη καταστροφή των βαλλιστικών πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς.

Με δεδομένη την πίεση που δέχεται ένα σαφώς αποδυναμωμένο σε σύγκριση με το παρελθόν ιρανικό καθεστώς και την αμερικανική δύναμη πυρός στην περιοχή, τι περιθώρια κινήσεων έχει η Τεχεράνη; Τι επιδιώκει άμεσα στο Ομάν;

Σε πρώτη φάση, ο βασικός στόχος του Ιράν είναι να κερδίσει χρόνο. Θέλει να εισέλθει σε μια διαπραγματευτική διαδικασία και να αποφύγει άμεσες εξελίξεις. Αυτό στο οποίο προσωπικά θεωρώ ότι ποντάρει το Ιράν είναι ότι ο Ντόναλντ Τραμπ έχει μεν αναπτύξει τη μεγαλύτερη δυνατή στρατιωτική δύναμη, αλλά γνωρίζει ότι ένα στρατιωτικό χτύπημα δεν έχει εγγυημένο αποτέλεσμα. Επομένως, η ιρανική πλευρά θεωρεί ότι η αμερικανική ηγεσία θα προτιμούσε να αποσπάσει όσα μπορεί μέσω διαπραγμάτευσης, παρά μέσω μιας αβέβαιης στρατιωτικής σύγκρουσης. Αυτό το Ιράν φαίνεται να το συνυπολογίζει, προσδοκώντας ότι με ορισμένα ανταλλάγματα μπορεί να επιτευχθεί κάποια συμφωνία.

Παράλληλα, υπάρχουν ενδείξεις ότι το Ιράν έχει αρχίσει να διασκορπίζει στοιχεία του πυρηνικού του προγράμματος σε άλλες τοποθεσίες, πέραν αυτών που γνωρίζουν οι μυστικές υπηρεσίες. Αυτό σημαίνει ότι ίσως επιδιώκει χρόνο και γι’ αυτό - δηλαδή, ακόμη και στην περίπτωση χτυπήματος να διασώσει κρίσιμα τμήματα του προγράμματος, τα οποία θα χρειαστεί χρόνος για να εντοπιστούν.

Φυσικά, ο Τραμπ δεν θα διστάσει να χτυπήσει εάν δει ότι η όλη διαδικασία δεν προχωράει. Η ενίσχυση των αμερικανικών δυνάμεων στην περιοχή είναι διαρκής και κανείς δεν συγκεντρώνει τέτοια ισχύ χωρίς να είναι διατεθειμένος, αν χρειαστεί, να τη χρησιμοποιήσει. Δεν είναι απαραίτητα η πρώτη επιλογή του Τραμπ, αλλά δεν υπάρχει και ουσιαστικός δισταγμός απέναντι σε αυτήν, εφόσον κριθεί ότι οι διπλωματικές προσπάθειες έχουν εξαντληθεί.

Να πούμε στο σημείο αυτό ότι από πλευράς του το Ισραήλ θεωρεί δεδομένο ότι δεν θα τηρηθούν από το ιρανικό καθεστώς οι όποιες ενδιάμεσες συμφωνίες τυχόν υπάρξουν είτε για το πυρηνικό πρόγραμμα, είτε για τους βαλλιστικούς πυραύλους, και προκρίνει στρατιωτικό χτύπημα. Η θέση του Ισραήλ είναι ότι το Ιράν επιχειρεί εμπαιγμό και ουδέποτε έχει τηρήσει τις υποσχέσεις του. Γνωρίζουν ότι ο Τραμπ θα θέσει ούτως ή άλλως το ζήτημα του πυρηνικού προγράμματος και εκείνοι πιέζουν για το θέμα των βαλλιστικών πυραύλων - διότι είδαμε ότι οι βαλλιστικοί πύραυλοι του Ιράν μπορούν να χτυπήσουν το Ισραήλ.

Επίσης, σε συνέχεια των πολυμέτωπων επιχειρήσεών του και μετά τον «πόλεμο των 12 ημερών» με το Ιράν, το Ισραήλ δεν έχει ακόμη συμπληρώσει πλήρως τα κενά της αντιπυραυλικής του άμυνας. Αυτό περιπλέκει σε κάποιο βαθμό την κατάσταση, αλλά κατά βάση η γραμμή του και ο μαξιμαλιστικός του στόχος είναι η αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν - κάτι το οποίο ακόμη ο Τραμπ φαίνεται ότι δεν το έχει αποφασίσει.

Συνεπώς όλα παραμένουν ανοιχτά. Βρισκόμαστε μεταξύ διαρπαγμάτευσης και στρατιωτικής δράσης και δεν γνωρίζουμε πού θα γείρει η πλάστιγγα. Εάν υπάρξει αμερικανική εμπλοκή, ποια μορφή θεωρείτε ότι θα μπορούσε να λάβει;

Ναι, όλα είναι ανοιχτά. Το βασικό που πρέπει να πούμε είναι ότι κάθε στρατιωτική ενέργεια οφείλει να έχει σαφή στόχο. Στην προκειμένη περίπτωση, τη δεδομένη στιγμή τουλάχιστον, ο στόχος από την πλευρά των Ηνωμένων Πολιτειών δεν είναι σαφής.

Δηλαδή, τι ακριβώς επιδιώκεται; Θέλουν να αποδυναμώσουν το πυρηνικό πρόγραμμα; Αυτό αναπόφευκτα έρχεται και σε μία αντίφαση με παλαιότερους ισχυρισμούς του Ντόναλντ Τραμπ, μετά τα χτυπήματα στο Ιράν, ότι το πυρηνικό πρόγραμμα είχε ήδη εξουδετερωθεί πλήρως. Θέλουν να χτυπήσουν το οπλοστάσιο βαλλιστικών πυραύλων; Κάθε στόχος απαιτεί συγκεκριμένη δράση. Αν ο στόχος είναι το πυρηνικό πρόγραμμα, τότε μιλάμε για πλήγματα σε υπόγειες εγκαταστάσεις, εγκαταστάσεις εμπλουτισμού, κρίσιμες υποδομές. Αν ο στόχος είναι οι βαλλιστικοί πύραυλοι, τότε μιλάμε για επιθέσεις σε σιλό και αποθήκες, που επίσης βρίσκονται σε μεγάλο βαθμό υπόγεια και διασπαρμένα στο ιρανικό έδαφος.

Εδώ πρέπει να σημειωθεί και ότι το Ιράν διαθέτει μεγάλο αριθμό βαλλιστικών πυραύλων, αλλά αρκετά λιγότερους εκτοξευτήρες. Στον πρόσφατο πόλεμο, το Ισραήλ κατέστρεψε τους περισσότερους εκτοξευτήρες. 

Όλα αυτά που συζητάμε κατανοούμε βέβαια ότι συνδέονται και με την εσωτερική πολιτική στις Ηνωμένες Πολιτείες. Επίκεινται τον Νοέμβριο οι ενδιάμεσες εκλογές και υπάρχει ένα ισχυρό ρεύμα -το κίνημα MAGA- που δεν επιθυμεί νέες εξωτερικές εμπλοκές. Αυτό είναι κάτι που η αμερικανική ηγεσία το συνυπολογίζει σοβαρά.

Αν ο στόχος ήταν η αλλαγή καθεστώτος, πώς θα κινούνταν στρατιωτικά οι ΗΠΑ;

Εκεί μιλάμε για εντελώς διαφορετικού τύπου επιχείρηση. Θα πρέπει να πληγούν κέντρα διοίκησης και ελέγχου, δίκτυα επικοινωνιών του καθεστώτος, καθώς και πρόσωπα και δομές ψηλά στην ιεραρχία του καθεστώτος, συμπεριλαμβανομένου του ίδιου του Αγιατολάχ Χαμενεΐ. Θα πρέπει να χτυπηθούν οι Φρουροί της Επανάστασης και η πολιτοφυλακή Μπασίτζ που αναμειγνύεται κυρίως στη βάναυση καταστολή των διαδηλώσεων.

Πρέπει, όμως, να είναι σαφές: η ανατροπή ενός καθεστώτος μόνο μέσω αεροπορικών βομβαρδισμών είναι εξαιρετικά δύσκολη έως αδύνατη. Θα πρέπει να υπάρξει και κάποια μορφή χερσαίας δράσης. Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει αποκλείσει -στο μέτρο που αυτό μπορεί να θεωρηθεί δεσμευτικό- ότι θα πατήσουν αμερικανικές «μπότες» στο Ιράν. Άρα τι θα μπορούσε να συμβεί; Να διεξάγουν Αμερικανοί ή Ισραηλινοί πράκτορες -που γνωρίζουμε ότι έχουν προσβάσεις, ειδικά οι Ισραηλινοί- μυστικές επιχειρήσεις στο εσωτερικό του Ιράν παράλληλα με τα αεροπορικά πλήγματα; Να επιχειρηθεί ταυτόχρονα η ενεργοποίηση ένοπλων ομάδων της ιρανικής αντιπολίτευσης, ώστε να υπάρξει εσωτερική αποσταθεροποίηση; Πρόκειται για κάτι εξαιρετικά περίπλοκο και δίχως εγγυημένη έκβαση.

Σε μία γενικευμένη αποσταθεροποίηση εδράζονται και οι φόβοι πολλών χωρών της περιοχής

Υπάρχουν δύο βασικοί φόβοι. Ο πρώτος -τον οποίο μοιράζεται και ο ίδιος ο Τραμπ- είναι ότι μια τέτοια σύγκρουση μπορεί να είναι παρατεταμένη. Ακόμη κι αν υπάρξουν αρχικά πλήγματα, το Ιράν διατηρεί τη δυνατότητα να απαντήσει, είτε άμεσα είτε μέσω συμμάχων του, οι οποίοι μπορεί να έχουν αποδυναμωθεί, αλλά δεν έχουν εξαφανιστεί. Τότε θα χρειαστεί οι Αμερικανοί να ανταπαντήσουν. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια πολυήμερη ή και παρατεταμένη σύγκρουση, με την ανάγκη συνεχών αντιποίνων.

Ο δεύτερος φόβος αφορά το ενδεχόμενο να κλείσει το Ιράν τα Στενά του Ορμούζ. Από εκεί διέρχεται πάνω από το 20% του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου. Ένα τέτοιο σενάριο θα έπληττε σοβαρά τις χώρες του Περσικού Κόλπου και συνολικά τη διεθνή οικονομία. Επιπλέον, δεν μπορεί να αποκλειστεί η μεταφορά της αστάθειας στο εσωτερικό ορισμένων αραβικών καθεστώτων. Υπάρχει φυσικά και ο φόβος μαζικών προσφυγικών κυμάτων προς τις γειτονικές χώρες.

Αυτό που οι περισσότερες αραβικές χώρες προτιμούν είναι ένα αποδυναμωμένο ιρανικό καθεστώς, χωρίς απαραίτητα την πλήρη ανατροπή του και μάλιστα υπό συνθήκες χάους.

Παρατηρούμε πάντως ότι ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και προστασίας των διαδηλωτών δεν τίθενται πλέον στο προσκήνιο

Πράγματι. Ούτε ο εκδημοκρατισμός του καθεστώτος, ούτε οι διαδηλώσεις, ούτε οι εκτελέσεις και η καταστολή βρίσκονται σήμερα στο επίκεντρο. Αυτά λειτουργούσαν ως ένα είδος «περιτυλίγματος», αλλά πια φαίνεται ότι δεν το χρησιμοποιούν καν το «περιτύλιγμα» αυτό.

Αν θα μπορούσα να επανέλθω, πρωτίστως λοιπόν τι επιδιώκει σήμερα ο Ντόναλντ Τραμπ;

Το βασικό ζήτημα, όπως προανέφερα, είναι ότι δεν είναι σαφής ο πολιτικός στόχος μίας στρατιωτικής εμπλοκής των ΗΠΑ. Και αυτό ιστορικά είναι πάντα επικίνδυνο: στρατιωτική εμπλοκή χωρίς σαφή πολιτικό στόχο οδηγεί συνήθως σε αδιέξοδο.

Αυτό που φαίνεται να επιδιώκει κατά βάση ο Τραμπ είναι δεσμεύσεις από το Ιράν σε ζητήματα ασφάλειας: κάποιον έλεγχο ή περιορισμό του πυρηνικού προγράμματος και ρυθμίσεις για τους βαλλιστικούς πυραύλους. Τα ζητήματα αυτά αφορούν όχι μόνο το Ισραήλ αλλά και τους συμμάχους των ΗΠΑ στον αραβικό κόσμο -Σαουδική Αραβία, Κουβέιτ, Κατάρ. Απειλείται και η περιφερειακή ασφάλεια, αλλά και οι αμερικανικές βάσεις στην περιοχή.

Ενδεχομένως να πιέζει και στο θέμα των «δορυφόρων», αλλά αυτά είναι ζητήματα που, θεωρητικά, θα μπορούσαν να ενταχθούν μεταγενέστερα σε μια διαπραγματευτική διαδικασία.

Σε πολιτικό επίπεδο, θα ήθελε να παρουσιάσει την εικόνα και το αφήγημα ενός ηγέτη που, με την αποφασιστικότητά του, πέτυχε σε σχέση με το Ιράν αυτό που δεν κατάφεραν οι προκάτοχοί του: να «κλείσει» το ζήτημα του πυρηνικού προγράμματος. Αυτό θα ήταν, πιθανότατα, το βέλτιστο αποτέλεσμα για τον ίδιο. Γνωρίζουμε ότι έχει ζητήσει από τους στρατηγούς του σχέδια για περιορισμένα, εφάπαξ πλήγματα, χωρίς μακρόχρονη εμπλοκή - κάτι το οποίο ωστόσο ούτε οι στρατηγοί του μπορούν να εγγυηθούν. Το τελευταίο που επιθυμεί ο Τραμπ είναι παρατεταμένες συγκρούσεις. Θέλει ένα εντυπωσιακό, αποφασιστικό αποτέλεσμα και να αποφύγει ένα σενάριο παρατεταμένης κρίσης. Αυτό συνδέεται άμεσα και με τον χαρακτήρα και τον πολιτικό του τρόπο σκέψης.

Πόσο βαρύνουν οι ισορροπίες στο εσωτερικό του ιρανικού καθεστώτος την εξέλιξη της διαπραγμάτευσης;

Αναμφίβολα, πολλά θα κριθούν στο εσωτερικό του ίδιου του ιρανικού καθεστώτος. Το βασικό ερώτημα είναι πώς θα κινηθούν οι σκληροπυρηνικοί που εξακολουθούν να έχουν το πάνω χέρι. Προς το παρόν αφήνουν τους μετριοπαθείς, όπως τον πρόεδρο Μασούντ Πεζεσκιάν και τον υπουργό Εξωτερικών Αμπάς Αρακτσί, να διαπραγματευτούν, όμως οι σκληροπυρηνικοί είναι αυτοί που τελικά θα κρίνουν ποιοι όροι μπορούν να γίνουν αποδεκτοί. Σε ένα τόσο κλειστό και μυστικοπαθές καθεστώς, δεν είναι καθόλου σαφές πώς θα ληφθούν οι τελικές αποφάσεις.

Από την αμερικανική πλευρά υπάρχει η εκτίμηση ότι η Τεχεράνη βιώνει αυτή τη στιγμή την πιο αδύναμη περίοδό της. Υπό αυτή τη λογική, θεωρούν ότι «τώρα είναι η στιγμή» για να αποσπάσουν το μέγιστο δυνατό. Το δε Ισραήλ έχει στο μυαλό του τη δήλωση Νετανιάχου περί αλλαγής του χάρτη στη Μέση Ανατολή και πιέζει τις ΗΠΑ να κινηθούν προς ανατροπή του καθεστώτος και εγκαθίδρυση ενός φιλοδυτικού-φιλοαμερικανικού καθεστώτος.

Πέραν τον φόβων αστάθειας από πιθανή αμερικανική δράση, ποιες παράλληλες σκέψεις μπορεί να έχουν άλλοι περιφερειακοί δρώντες όσον αφορά μια ενδεχόμενη εγκαθίδρυση ενός μη εχθρικού προς τη Δύση καθεστώτος στο Ιράν;

Τόσο οι σύμμαχοι των Ηνωμένων Πολιτειών στον αραβικό κόσμο όσο και η Τουρκία ενδέχεται να βλέπουν ένα τέτοιο σενάριο με επιφύλαξη. Ένα μη εχθρικό καθεστώς στο Ιράν θα μείωνε και τον δικό τους στρατηγικό ρόλο στην περιοχή. Η θέση τους ενισχύθηκε ακριβώς από τη στιγμή που ανατράπηκε το καθεστώς του Σάχη.

Ένα νέο, φιλοδυτικό Ιράν θα άλλαζε αυτές τις ισορροπίες. Εάν εγκαθιδρυθεί ένα τέτοιο καθεστώς στο Ιράν γιατί θα έχουν τόσο ανάγκη τη Σουαδική Αραβία ή την Τουρκία οι Αμερικανοί στην περιοχή; Δεν συνεπάγεται αυτό ότι δεν θα συνεργάζονται ή δεν θα είναι σύμμαχοι, όμως ο ρόλος τους ενισχύθηκε ακριβώς αφότου ανετράπη ο Σάχης και επομένως πρόκειται για ένα παράγοντα που προσμετρούν.

Που στέκεται η Ρωσία στην όλη εξίσωση; Πόσο υπαρκτό είναι το ενδεχόμενο μεταφοράς του ιρανικού εμπλουτισμένου ουρανίου στη Ρωσία, βάσει ρύθμισης ανάλογης του 2015;

Η Ρωσία διατηρεί συμμαχική σχέση με το Ιράν και ασκεί επιρροή. Δεν είναι τυχαίο ότι έχουν κυκλοφορήσει πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες, σε περίπτωση αμερικανικού χτυπήματος, υπήρχε σχέδιο διαφυγής του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ στη Ρωσία.

Η Μόσχα έχει διαθέσει τεχνολογία για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα για πολιτικούς σκοπούς, το ειρηνικό πυρηνικό πρόγραμμα. Υπάρχουν Ρώσοι τεχνικοί και επιστήμονες στο Ιράν. Δηλαδή το κεφάλαιο «πυρηνικό πρόγραμμα Ιράν», έχει βασικό συντελεστή τη Ρωσία. Από την άλλη, η Τεχεράνη έχει προμηθεύσει τη Ρωσία με drones και άλλο οπλισμό στον πόλεμο κατά της Ουκρανίας.

Για τη Ρωσία, η απώλεια του Ιράν θα ήταν σοβαρό πλήγμα. Ήδη έχει χάσει έναν σημαντικό σύμμαχο στη Συρία, το καθεστώς Άσαντ, και το Ιράν αποτελεί κρίσιμο παράγοντα ισχύος στον Περσικό Κόλπο. Θεωρητικά, λόγω των αρκετών καλών σχέσεων Πούτιν-Τραμπ, κάποιοι εκτιμούν ότι η Ρωσία ίσως θα μπορούσε να διαδραματίσει κάποιο ρόλο. Όμως, εκτιμώ, ότι δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ο Αμερικανός πρόεδρος θα επιθυμούσε μια τέτοια εμπλοκή. Θεωρεί πως μπορεί να διαχειριστεί την υπόθεση μόνος του, χωρίς να ανοίξει τον χώρο για ρωσική παρέμβαση.

Ως προς ενδεχόμενη μεταφορά του εμπλουτισμένου ουρανίου στη Ρωσία, οι πληροφορίες καταδεικνύουν ότι έχει σταματήσει και το Ιράν να το συζητά. Παρότι ορισμένες μεσολαβήτριες χώρες θα μπορούσαν να το δουν θετικά, η ιρανική πλευρά φαίνεται να απομακρύνεται από αυτό το σενάριο. Τουλάχιστον στις τελευταίες διαβουλεύσεις, το Ιράν εμφανίζεται απρόθυμο να αποδεχθεί αυτή την πρόταση, αν και πιστεύω ότι υπάρχει και διαφορά εκτιμήσεων ανάμεσα στα διάφορα κέντρα εξουσίας στο Ιράν.

Για τη Ρωσία βέβαια είναι κάτι που θα επιθυμούσε, καθώς θα τις έδινε ένα ρόλο στην περιοχή. Αλλά δεν δείχνει να το επιθυμεί ο Τραμπ. Σε παλαιότερη επικοινωνία με τον Πούτιν, ο Τραμπ είπε πως του μετέφερε να λύσει εκείνος το ζήτημα στην Ουκρανία, και το Ιράν θα το χειριστεί ο ίδιος.

Και η θέση της Κίνας; Πώς την επηρεάζουν οι εξελίξεις και τι περιθώρια αντίδρασης έχει - αν έχει;

Όλα όσα εξελίσσονται βλάπτουν κυρίως στην Κίνα - και αυτό σε συνάρτηση και με τη Βενεζουέλα. Η Κίνα λαμβάνει τεράστιες ποσότητες πετρελαίου τόσο από το Ιράν όσο και από τη Βενεζουέλα και υπάρχει πολύ σοβαρή πιθανότητα να αποκοπεί από δύο πολύ σημαντικές πλουτοπαραγωγικές πηγές που είναι απολύτως αναγκαίες για να διατηρηθούν οι υψηλοί αριθμοί ανάπτυξης της οικονομίας της.

Με αυτόν τον τρόπο, ο Τραμπ μπορεί να την αποδυναμώσει έμμεσα, χωρίς να τη χτυπά ευθέως. Είτε περιορίζοντας την πρόσβασή της σε κρίσιμες πλουτοπαραγωγικές πηγές, είτε θέτοντας όρους για το από πού και με ποιους όρους θα προμηθεύεται ενέργεια. Αυτό αποδυναμώνει την Κίνα, η οποία δεν έχει πολλές δυνατότητες αντίδρασης σε αυτό το επίπεδο. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, και όχι μόνο για τον Τραμπ, η Κίνα είναι ο βασικός ανταγωνιστής - και αυτός ο ευρύτερος ανταγωνισμός αποτελεί κεντρικό στοιχείο της στρατηγικής τους.

Δεν είναι τυχαίο ότι τον Μάρτιο του 2023 υπήρξε η προσπάθεια εξομάλυνσης των σχέσεων μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ιράν με κινεζική μεσολάβηση - χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είναι οι βασικοί ανταγωνιστές στην περιοχή. Πέραν του ότι η Ρωσία, εάν ανατραπεί το καθεστώς χάνει έναν ισχυρό σύμμαχο, η Κίνα αντιμετωπίζει ούτως ή άλλως σημαντικό πρόβλημα. Διότι το τι θα γίνει με το ιρανικό πετρέλαιο σχετίζεται απόλυτα με την οικονομία της, η οποία είναι το μεγάλο όπλο που της εξασφαλίζει και γεωπολιτική δύναμη. 

Καταλήγοντας κ. Τσίκα, μπορούμε να έχουμε το σχόλιό σας για το τέλος της Συνθήκης New START και τι αυτό συνεπάγεται σε αυτές τις συνθήκες αβεβαιότητας παγκοσμίως;

Κατ' αρχήν, πρόκειται για μία εξέλιξη που είναι ανησυχητική έως έναν βαθμό, κυρίως γιατί ήταν γνωστό εδώ και καιρό ότι η Συνθήκη New START θα έληγε. Δεν αιφνιδίασε κανέναν. Παρ' όλα αυτά, δεν υπήρξε προετοιμασία και δεν ξεκίνησαν εγκαίρως συνομιλίες για την ανανέωσή της. Θεωρητικά, βέβαια, δεν αποκλείεται να υπάρξει στο μέλλον μία νέα συμφωνία, όμως στο μεσοδιάστημα το πλαίσιο αλλάζει ριζικά.

Χωρίς τη New START, αμφότερες οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ρωσία θα έχουν τη δυνατότητα να αυξήσουν τον αριθμό των πυρηνικών κεφαλών χωρίς περιορισμούς. Ακόμη πιο σημαντικό είναι ότι, καθώς παύουν να ισχύουν οι σχετικοί περιορισμοί, θα μπορούν να προχωρούν ανεξέλεγκτα σε πυρηνικές δοκιμές και να εξελίξουν την τεχνολογία των πυρηνικών όπλων, κάτι το οποίο είχε σταματήσει ή εν πάση περιπτώσει, εξ όσων γνωρίζουμε, δεν είχε προχωρήσει - δηλαδή να γίνουν ακόμα πιο καταστροφικά τα πυρηνικά όπλα. Παράλληλα, καταργείται και ο μηχανισμός αμοιβαίων ελέγχων και επιθεωρήσεων, μέσω του οποίου οι δύο πλευρές επαλήθευαν ότι τηρούνται οι δεσμεύσεις για τον αριθμό των κεφαλών και τη μη διεξαγωγή δοκιμών.

Στο επίκεντρο των υπολογισμών του Τραμπ βρίσκεται και πάλι η Κίνα, η οποία δεν συμμετείχε στη New START. Αυτό της επέτρεπε να ενισχύει το πυρηνικό της οπλοστάσιο, έστω κι αν απέχει αρκετά από τα επίπεδα ΗΠΑ και Ρωσίας, και κυρίως να προχωρά σε δοκιμές και να εξελίσσει την τεχνολογία της. Αυτό είναι κάτι που ανησυχεί πολύ τις ΗΠΑ και θέλουν να εντάξουν και την Κίνα σε μία μελλοντική συμφωνία, κάτι που όμως δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι το Πεκίνο επιθυμεί. Αν η Κίνα δεν συμμετάσχει, πιθανώς οι ΗΠΑ να μην έχουν κίνητρο να επανέλθουν σε ένα νέο καθεστώς περιορισμών.

Από την πλευρά της, η Ρωσία εμφανίζεται διατεθειμένη να συζητήσει μια ευρύτερη συμφωνία, υπό την προϋπόθεση ότι θα συμμετέχουν και άλλες πυρηνικές δυνάμεις, όπως η Βρετανία και η Γαλλία. Αυτό όμως περιπλέκει περαιτέρω το πλαίσιο, καθώς συνδέεται άμεσα με τη συζήτηση για τη μελλοντική αρχιτεκτονική ασφαλείας στην Ευρώπη. Οι Ευρωπαίοι εξετάζουν σοβαρά το ενδεχόμενο, σε περίπτωση αποδυνάμωσης της αμερικανικής πυρηνικής «ομπρέλας», να βασιστούν στις πυρηνικές δυνατότητες Λονδίνου και Παρισιού απέναντι στη Ρωσία, την οποία αντιλαμβάνονται ως άμεση απειλή.

Όλα αυτά καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη την επίτευξη μιας νέας, συνολικής συμφωνίας τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον. Και φυσικά σε έναν κόσμο όπου οι κανόνες και οι ρυθμίσεις αποδυναμώνονται, αν δεν εξαϋλώνονται, η εκπνοή της New START αποτελεί ένα στοιχείο μίας εποχής εξαιρετικά απρόβλεπτης και άρα εξαιρετικά επικίνδυνης.