Τη στρατηγική και τους στόχους της HELLENiQ ENERGY για την επέκταση στις ΑΠΕ και την αποθήκευση ενέργειας «ξετυλίγει» σε συνέντευξή του στο Liberal, ο Δρ. Σωτήρης Καπέλλος, Chief Operating Officer του ομίλου.
Ο ίδιος αναλύει πώς η εταιρεία θα «πιάσει» τον στόχο των 2 GW στις ΑΠΕ έως το 2030, αλλά και ποια μεγάλα έργα σε Ελλάδα και Βαλκάνια είναι στα «σκαριά».
Παράλληλα, ιδιαίτερη μνεία κάνει στον κρίσιμο ρόλο της αποθήκευσης ενέργειας ενώ αναφέρει πότε μπορούμε να αναμένουμε σταθεροποίηση στο φαινόμενο των περικοπών, περιγράφοντας τα θεσμικά και ρυθμιστικά εμπόδια που επιβραδύνουν την ανάπτυξη της αγοράς.
Στο πλαίσιο του πράσινου μετασχηματισμού του ομίλου, παρουσιάζει τις επενδύσεις για το «πρασίνισμα» των διυλιστηρίων ενώ εξηγεί τον ρόλο των ΑΠΕ στη διαμόρφωση των χονδρεμπορικών τιμών ηλεκτρικής ενέργειας.
Συνέντευξη στη Μαργαρίτα Ασημακοπούλου
Κύριε Καπέλλο, ο Όμιλος HELLENiQ ENERGY έχει θέσει ιδιαίτερα φιλόδοξους στόχους ανάπτυξης στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, με 1 GW εγκατεστημένης ισχύος έως το 2026 και 2 GW έως το 2030. Ποια είναι η στρατηγική διαδρομή για την επίτευξη αυτών των στόχων και ποια έργα βρίσκονται ψηλά στις προτεραιότητές σας για το προσεχές διάστημα στο πλαίσιο του πράσινου μετασχηματισμού του Oμίλου;
Τα τελευταία χρόνια καταφέραμε να ενισχύσουμε, με τρόπο ουσιαστικό, την παρουσία μας στον κλάδο των Ανανεώσιμων Πηγών, θέτοντας φιλόδοξους στόχους που όμως αποδεικνύονται απολύτως εφικτοί. Αυτή τη στιγμή ο Όμιλος έχει σε λειτουργία περίπου 0,5 GW έργων ΑΠΕ, εκ των οποίων τα 100 MW αφορούν Αιολικά πάρκα και τα άλλα 400 MW φωτοβολταϊκούς σταθμούς σε Ελλάδα και Κύπρο (40 MW). Υπό κατασκευή βρίσκονται άλλα 211 MW φωτοβολταϊκά στη Ρουμανία τα οποία ολοκληρώνονται εντός του πρώτου εξαμήνου του 2026 και ένα αιολικό, ισχύος 100 MW, πάλι στη Ρουμανία, που θα τεθεί σε λειτουργία εντός του 2027. Επίσης, στην Ελλάδα είναι υπό κατασκευή το έργο standalone μπαταριών στη βιομηχανική εγκατάσταση της Θεσσαλονίκης 100 MW/200 MWh, που κερδήθηκε στον 1ο διαγωνισμό που διενήργησε η ΡΑΑΕΥ, όπως και άλλο ένα έργο μπαταρίας στην Φλώρινα, 50 MW/200 MWh, που κερδήθηκε στον 3ο διαγωνισμό των μπαταριών.
Παράλληλα, εντός του 2026 ξεκινά η κατασκευή ενός φωτοβολταϊκού έργου στην Αλεξανδρούπολη 200 MW, αλλά και ακόμη ενός φωτοβολταϊκού ισχύος 123 MW με αποθήκευση 90 MW/180 MWh, με στόχο την ολοκλήρωσή τους μέχρι το τέλος του 2027.
Αν συμπεριλάβουμε όλες αυτές τις επενδύσεις και τα έργα που είναι ήδη σε λειτουργία, ο Όμιλος θα διαθέτει περίπου 1,5 GW μέχρι το τέλος του 2027. Tα 500 MW που υπολείπονται για την επίτευξη του στόχου των 2 GW του 2030, θα καλυφθούν κυρίως από το άνω των 6 GW χαρτοφυλάκιο υβριδικών (φωτοβολταϊκά με αποθήκευση), merchant μπαταριών και αιολικών έργων που αναπτύσσει ο Όμιλος σε Ελλάδα, Κύπρο, Ρουμανία και Βουλγαρία.
Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που απασχολούν τον κλάδο είναι οι περικοπές ενέργειας, οι οποίες επηρεάζουν ιδιαίτερα τη βιωσιμότητα των φωτοβολταϊκών έργων. Πιστεύετε ότι η ευρεία εγκατάσταση συστημάτων αποθήκευσης μπορεί να αποτελέσει ουσιαστική λύση και να επαναφέρει την ελκυστικότητα της αγοράς;
Οι περικοπές είναι αυτή τη στιγμή το μεγαλύτερο πρόβλημα των παραγωγών του κλάδου . Το 2025 οι περικοπές σε ΑΠΕ ξεπέρασαν το 7%, ήταν δηλαδή υπερδιπλάσιες του 2024. Μάλιστα, στα φωτοβολταϊκά οι περικοπές ξεπέρασαν ακόμη και το 7%. Η αποθήκευση θεωρητικά αντιμετωπίζει το πρόβλημα των περικοπών. Αλλά, όσο συνεχίζεται η διείσδυση των ΑΠΕ και οι ρυθμοί με τους οποίους τίθενται σε λειτουργία οι νέοι σταθμοί αποθήκευσης είναι αργοί, τόσο οι περικοπές θα αυξάνουν τα επόμενα χρόνια.
Εντός του 2026 θα πρέπει να αναμένουμε 1 GW μπαταριών σε λειτουργία και οι επόμενες μπαταρίες (οι μη επιδοτούμενες merchant standalone) δεν θα είναι σε λειτουργία πριν το τέλος του 2028, ως αποτέλεσμα των αργών ρυθμών με τους οποίους εξελίσσεται η διαδικασία επιλογής των έργων που θα λάβουν όρους σύνδεσης. Όλο αυτό το διάστημα θα αυξάνονται οι ΑΠΕ που θα τίθενται σε λειτουργία χωρίς επαρκή αποθήκευση. Συνεπώς, δεν θα πρέπει να αναμένουμε σταθεροποίηση των περικοπών πριν το 2029.
Το τελευταίο διάστημα παρατηρείται έντονη επενδυτική κινητικότητα στον τομέα των ΑΠΕ στις αγορές των Βαλκανίων, με τη HELLENiQ ENERGY να αναπτύσσει σημαντική δραστηριότητα, ιδίως σε Ρουμανία και Βουλγαρία. Ποιο είναι το αναπτυξιακό σας πλάνο για την ευρύτερη περιοχή και ποια θεωρείτε ότι είναι τα συγκριτικά πλεονεκτήματα των συγκεκριμένων αγορών;
Ο στόχος μας είναι τα 600 έως 1000 MW ΑΠΕ (φωτοβολταϊκά, αιολικά μπαταρίες) στη Ρουμανία μέχρι το 2030. Αντίστοιχα, για τη Βουλγαρία επιδιώκουμε να φτάσουμε σε εγκατεστημένη ισχύ μέχρι τα 500 MW. Για την επόμενη διετία, οι συγκεκριμένες αγορές έχουν ακόμα περιθώριο για την ανάπτυξη ΑΠΕ και υπάρχουν χαμηλότερες περικοπές ενέργειας. Ειδικότερα για την Ρουμανία, η οποία έχει περίπου την ίδια κατανάλωση ενέργειας με την Ελλάδα, προβλέπεται ταχύτερη αύξησή της τα επόμενα χρόνια.
Με την ακόμη πιο δυναμική διείσδυση των ΑΠΕ στην Ευρώπη, αυξάνεται και ο ανταγωνισμός, επομένως η γεωγραφική διαφοροποίηση των χαρτοφυλακίων είναι ένας από τους τρόπους για την διασπορά του σχετικού ρίσκου. Παράλληλα η συνεργασία που έχουμε με την εταιρεία ηλεκτρικής ενέργειας του Ομίλου μας, την enerwave, η αξιοποίηση της τεχνογνωσίας που διαθέτει στη διαχείριση της ενέργειας (energy management), αλλά και η δραστηριοποίησή της στις ίδιες αγορές, ενδυναμώνει περαιτέρω την παρουσία μας.
Πώς μεταφράζεται στην πράξη o «πράσινος» μετασχηματισμός του Ομίλου σε επίπεδο επενδυτικών αποφάσεων; Εξετάζετε νέες επενδύσεις σε ΑΠΕ, τόσο εντός όσο και εκτός Ελλάδας;
Ο πρωταρχικός στόχος για εγκατεστημένη ισχύ άνω των 2 GW σε έργα ΑΠΕ μέχρι το 2030, παραμένει κυρίαρχος. Ταυτόχρονα όμως, έχουν ανακοινωθεί και επιπλέον επενδύσεις, ώστε η παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ να χρησιμοποιηθεί για το «πρασίνισμα» της κατανάλωσης ενέργειας των διυλιστηρίων της Αττικής και της Θεσσαλονίκης (Green Hubs).
Οι επενδύσεις αυτές, που βρίσκονται στην φάση του σχεδιασμού, αρχικά έχουν στόχο την κάλυψη των αναγκών με «πράσινη» ενέργεια, αλλά μεσοπρόθεσμα στοχεύουν και στην παραγωγή υδρογόνου ή/και πράσινων καυσίμων, στο βαθμό που και η αγορά ωριμάζει ως προς την στροφή της σε μία οικονομία υδρογόνου.
Παρά τη ραγδαία διείσδυση των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα, οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, γεγονός που προβληματίζει καταναλωτές και επιχειρήσεις. Πώς εξηγείτε αυτή την αντίφαση και ποια είναι η πραγματική επίδραση των Ανανεώσιμων Πηγών στη διαμόρφωση των τιμών στη χονδρεμπορική αγορά;
Οι τιμές χονδρεμπορικής της ηλεκτρικής ενέργειας, ειδικότερα τις ώρες που υπάρχει έντονη παραγωγή των φωτοβολταϊκών - μεταξύ Μαρτίου και Οκτωβρίου και μεταξύ των ωρών 11.00-16.00 - είναι οι χαμηλότερες εντός της ημέρας και πολλές φορές και μηδενικές ή και αρνητικές. Τότε συμβαίνουν και οι περικοπές πράσινης ενέργειας, επειδή η παραγωγή από ΑΠΕ (και ειδικότερα από φωτοβολταϊκά) είναι μεγαλύτερη από τις ανάγκες της κατανάλωσης.
Συνεπώς, η συνεισφορά των ΑΠΕ (φωτοβολταϊκά) μειώνει τις χονδρεμπορικές τιμές ενέργειας κατά την διάρκεια της ημέρας.
Όταν όμως πέφτει το φως, η παραγωγή ΑΠΕ περιορίζεται κυρίως σε αιολική παραγωγή η οποία, αν και μειώνει τη συμμετοχή των συμβατικών μονάδων στο μείγμα ηλεκτροπαραγωγής, δεν αρκεί ώστε να καθορίσει τις χονδρεμπορικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας. Σε αυτές τις ώρες, επομένως, παραμένουν οι συμβατικές μονάδες, κυρίως φυσικού αερίου, οι οποίες καλύπτουν την κατανάλωση και οι χονδρεμπορικές τιμές ανεβαίνουν, εξαρτώμενες από τις διεθνείς τιμές του φυσικού αερίου.
Συμπερασματικά, οι υψηλές χονδρεμπορικές τιμές ενέργειας δεν οφείλονται στις ΑΠΕ. Αντιθέτως, οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας μειώνουν τις τιμές και, επιπλέον, υπόκεινται τις ίδιες ώρες και σε υψηλές περικοπές πράσινης ενέργειας, η οποία κυριολεκτικά «πετιέται»!
