Μ. Ευθυμιόπουλος: Τι σηματοδοτεί η εκεχειρία ΗΠΑ και Ιράν - Η επόμενη μέρα στη Μέση Ανατολή
Shutterstock
Shutterstock

Μ. Ευθυμιόπουλος: Τι σηματοδοτεί η εκεχειρία ΗΠΑ και Ιράν - Η επόμενη μέρα στη Μέση Ανατολή

Η αποδοχή της πρότασης Τραμπ από την Τεχεράνη για μια προσωρινή εκεχειρία δεν σηματοδοτεί το τέλος της κρίσης, αλλά μια εύθραυστη φάση διαπραγμάτευσης με ανοιχτό ορίζοντα. Όπως εξηγεί στο Liberal, πίσω από αυτή την εξέλιξη βρίσκονται η στρατιωτική πίεση, ο φόβος ευρύτερης σύγκρουσης, η παράμετρος των Στενών του Ορμούζ και η προσπάθεια του ιρανικού καθεστώτος να κερδίσει πολιτικό χρόνο.

Ο καθηγητής Διεθνούς  Ασφάλειας και Στρατηγικής του πανεπιστημίου Vytautas Magnus και Διευθυντής του Strategy International, Μάριος Ευθυμιόπουλος, αναλύει στο Liberal και τον Χρήστο Θ. Παναγόπουλο τον ρόλο των ΗΠΑ, τα «αγκάθια» της επόμενης ημέρας και παραθέτει λόγους αναφερόμενος πως η παρούσα εκεχειρία δεν αποτελεί ειρήνευση. Παράλληλα, φωτίζει τις γεωστρατηγικές, οικονομικές και περιφερειακές προεκτάσεις μιας συνεχιζόμενης κρίσης.

Συνέντευξη στον Χρήστο Θ. Παναγόπουλο

Τι ήταν αυτό που έγειρε τελικά την πλάστιγγα υπέρ της αποδοχής της πρότασης Τραμπ από την Τεχεράνη; Ήταν πρωτίστως η στρατιωτική πίεση, ο κίνδυνος περαιτέρω καταστροφής κρίσιμων υποδομών, η οικονομική ασφυξία λόγω του Ορμούζ ή μια ψυχρή στρατηγική επιλογή του, Ιράν να κερδίσει χρόνο για την επόμενη φάση;

Νομίζω ότι είναι λίγο απ’ όλα. Ανάλογα με την πλευρά από την οποία το βλέπει κανείς. Το πρώτο, δηλαδή η στρατιωτική πίεση, ήταν η πιο εμφανής διάσταση των γεγονότων αυτών. Είχε να κάνει με μια μαζική στρατιωτική επιχείρηση από αέρα, θάλασσα και ξηρά. Αυτή η πραγματικότητα δεν ήταν μπλόφα. Για να μπορέσει, όμως, κάποιος να την εξηγήσει, πρέπει να δει πίσω από το θέατρο των επιχειρήσεων τι ακριβώς συνέβαινε μέχρι το βράδυ εκείνης της στιγμής, όταν ανακοινώθηκε ότι θα αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις. Να πω εδώ ότι αυτό δεν είναι ειρήνη. Είναι προσωρινή εκεχειρία.

Γιατί πρόκειται για μια περίοδο διαμεσολάβησης και διαπραγμάτευσης. Δεν συνεπάγεται ότι έχει και αποτελέσματα. Δεύτερον, το γεγονός ότι πηγαίναμε προς μια στρατιωτική επιχείρηση πολύ μεγάλης κλίμακας φαινόταν ήδη από την προηγούμενη ημέρα, από τους βομβαρδισμούς που πραγματοποιούσαν και οι Ισραηλινοί και οι Αμερικανοί, από τη ρητορική που χρησιμοποιούνταν, αλλά και από κάποια γεγονότα που εκτυλίχθηκαν παράλληλα και ουσιαστικά έδειχναν ότι οι προηγούμενες διαπραγματεύσεις είχαν αποτύχει, ότι όλες οι πλευρές απέρριπταν η μία την άλλη και, βεβαίως, υπήρχε και η απόρριψη του δεύτερου σχεδίου που έφερε ο Μπακρ στο Συμβούλιο Ασφαλείας, το οποίο μπλόκαραν η Ρωσία και η Κίνα, λίγες ώρες πριν λήξει το τελεσίγραφο του Τραμπ.

Πόσο καθοριστικός υπήρξε, κατά την άποψή σας, ο προσωπικός χειρισμός του Τραμπ στη διαμόρφωση αυτής της προσωρινής κατάπαυσης του πυρός;

Ο Τραμπ ακολούθησε μια πολιτική που μπορεί κάποιος να τη θεωρήσει ως μια μεγάλης κλίμακας μπλόφα, η οποία κοστίζει πολλά εκατομμύρια, γιατί υπήρξε πολύ μεγάλη μετακίνηση στρατιωτικού προσωπικού και εξοπλισμού στην περιοχή, όπως επίσης και αεροπορική υποστήριξη, η οποία ξεκίνησε από συγκεκριμένες αεροπορικές βάσεις με κατεύθυνση προς το Ιράν. Άρα, αυτή η μπλόφα δεν ήταν μπλόφα μόνο με την έννοια του «θα το κάνω». Είχε ήδη ληφθεί η απόφαση ως επιλογή.

Όλοι οι ηγέτες επιθυμούν να το τραβήξουν μέχρι την ύστατη στιγμή, ώστε να αποφευχθεί ένα μαζικό χτύπημα που θα μπορούσε να προκαλέσει τεράστιες καταστροφές, με άγνωστες συνέπειες. Αυτή η μπλόφα, λοιπόν, φαίνεται ότι δεν πέρασε απαρατήρητη από τους Ιρανούς, οι οποίοι, βέβαια, προσπάθησαν και οι ίδιοι να συντάξουν ένα μικρό αφήγημα, ότι ήταν αυτοί που σταμάτησαν την κατάσταση. Εξού και το γεγονός ότι στα 11 σημεία που έχουν προτείνει, αυτά που προβάλλουν οι Ιρανοί δεν συνιστούν βάση λύσης. Ωστόσο, υπάρχει μια καλή θέληση για διαπραγμάτευση στο τραπέζι, οπότε αυτό μάλλον δίνει βάθος χρόνου δύο εβδομάδων.

Υπάρχει, όμως, και ένα άλλο χαρακτηριστικό: δεν είναι η πρώτη φορά που υπάρχει τελεσίγραφο και διαπραγμάτευση. Είναι η πολλοστή. Αν και αυτή τη φορά οι διαπραγματεύσεις δεν φέρουν κάποιο αποτέλεσμα, δεν νομίζω ότι θα υπάρξει νέο τελεσίγραφο. Απλώς θα υπάρξει χτύπημα.

Παρ’ όλα αυτά, φαίνεται τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα ότι ο Τραμπ το εκμεταλλεύεται πλήρως, δεδομένου ότι έρχονται και εκλογές. Έχει κι άλλα στοιχεία που μπορεί να αξιοποιήσει πολιτικά, άρα έχει αρκετά εχέγγυα, για να πορευθεί με πολλές δημόσιες δηλώσεις, προκειμένου να δείξει τόσο τη μεγαλοπρέπεια του αμερικανικού στρατού όσο και την ικανότητα των ευρύτερων δυτικών δυνάμεων να ασκήσουν πίεση. Οι Αμερικανοί φημίζονται για την πίεσή τους, κυρίως επί προεδρίας Τραμπ, ότι πριν μπει σε κίνηση η στρατιωτική μηχανή, με κάποιον τρόπο ανατρέπεται όλο το πολιτικό σκηνικό.

Και βεβαίως, το γεγονός ότι οι Ισραηλινοί συμφώνησαν είναι μεγάλο επίτευγμα, με εξαίρεση τον Λίβανο. Κάτι το οποίο είχα πει και στο παρελθόν: ότι το ζήτημα του Ιράν ίσως λυθεί, αλλά το ζήτημα του Λιβάνου δεν θα λυθεί.

Σε κάθε περίπτωση, ας μην περιμένουμε τον Αμερικανό πρόεδρο να λέει όλη την αλήθεια δημοσίως. Είναι ένας άνθρωπος που κινείται με ανορθόδοξο τρόπο. Μιλάει τη «μέση αμερικανική γλώσσα», όχι απαραίτητα τη διπλωματική. Μιλάει τη γλώσσα της πολιτικής πίεσης. Μιλάει μια γλώσσα που δείχνει ότι η Αμερική είναι μεγάλη υπερδύναμη και πρωτογενώς παραγωγική χώρα. Και αυτό είναι κάτι που το εκμεταλλεύεται στο έπακρο.

Παράλληλα, ο Τραμπ παίρνει ένα πολύ μεγάλο ρίσκο: ότι μπορεί να υπάρξει ένας εκτεταμένος πόλεμος, ο οποίος θα κοστίσει πολύ περισσότερο από οτιδήποτε ίσως υπολογίζει κανείς. Δεν είναι τυχαίο ότι ζήτησε 200 δισεκατομμύρια, γιατί αυτά τα 200 δισεκατομμύρια θα τα χρειαστεί σε μια εμπόλεμη ζώνη. Άρα, ποτέ δεν αποσύρεται από το τραπέζι η στρατιωτική επιλογή. Φαίνεται ότι δεν την επιθυμεί, προφανώς υπάρχουν και φωνές λογικής που λένε «διαπραγμάτευση μέχρι τέλους, πιεστική διαπραγμάτευση, με απειλές, με χαρτιά», αλλά να υπάρχει πάντοτε ως επιλογή πάνω στο τραπέζι και να φαίνεται.

Είπατε πριν ότι, αν δεν υπάρξει κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα επί της βάσης των διαπραγματεύσεων, τότε θα έχουμε χτύπημα. Εσείς βλέπετε όλη αυτή την ιστορία με την προσωρινή εκεχειρία, ως ένα ουσιαστικό βήμα αποκλιμάκωσης ή είναι μια προσωρινή ανακοχή με ενσωματωμένους μηχανισμούς μελλοντικής κρίσης;

Όπως είπα στην αρχή, είναι προσωρινή ανακοχή. Δεν είναι ειρήνευση.

Για να υπάρξει ειρήνευση στο Ιράν, πρέπει η πολιτική ηγεσία να παραιτηθεί. Το πρόβλημα για τους Αμερικανούς είναι ότι η πολιτική ηγεσία του Ιράν δεν παραιτείται. Η ηγεσία του Ιράν γνωρίζει ότι αυτό επιθυμούν οι Αμερικανοί και δεν το κάνει.

Και ουσιαστικά λέει: «Αν θέλετε, ελάτε χερσαίως». Δηλαδή προσκαλεί τον αντίπαλο σε ένα πεδίο στο οποίο θεωρεί ότι μπορεί να τον παγιδεύσει. Εκεί μπαίνει η μπλόφα εκατέρωθεν.

Αν θέλουμε να υπάρχει ειρήνευση, πρέπει να υπάρξει, καταρχάς, μια μεταβατική δύναμη, που θα παραδώσει τη σκυτάλη σε μια άλλη μεταβατική πολιτική δύναμη, η οποία θα φέρει το Ιράν σε σταθερότητα και σε ένα άνοιγμα προς τις διεθνείς αγορές από την αρχή. Δεν λέω απαραίτητα να πάει με τη Δύση. Λέω να ανοιχθεί στην προσφορά και στη ζήτηση των παγκόσμιων αγορών.

Δεύτερον, το Ορμούζ είναι ένα πολύ κακό χαρτί στην πραγματικότητα. Επειδή μπορούν να το παίξουν, στρέφουν εναντίον τους την παγκόσμια οικονομία και τη διεθνή κοινότητα. Τρίτον, το μήνυμα ότι μπορούν να επηρεάσουν χαοτικά την πολιτική και οικονομική ισχύ περιφερειακά, δηλαδή στις αραβικές χώρες ή αλλού, το έχουν ήδη πετύχει. Αυτός ήταν ο στόχος τους: να καλλιεργήσουν τη μυθοπλασία ότι μπορούν να αντισταθούν στους Αμερικανούς. Και θεωρούν ότι αυτό τους πετυχαίνει.

Βεβαίως, πιστεύουν ότι μέσω αυτής της διαπραγμάτευσης μπορούν να κερδίσουν πολιτικό χρόνο. Σας λέω, όμως, ξεκάθαρα ότι δεν υπάρχει περίπτωση, στο αποτέλεσμα οποιασδήποτε διαπραγμάτευσης, είτε τώρα είτε αργότερα, να παραμείνει το συγκεκριμένο καθεστώς. Το συγκεκριμένο καθεστώς έχει ημερομηνία λήξης.

Το ζήτημα είναι πώς θα φύγουν. Θα τους πουν οι Αμερικανοί: «Παραδώστε την εξουσία. Μπορείτε να μείνετε και να δικαστείτε ή μπορείτε να φύγετε». Όμως οι διαπραγματεύσεις δεν θα τερματιστούν θετικά αν δεν φύγει το καθεστώς.

Δεύτερον, οι Ιρανοί μιλούν και για αποζημιώσεις λόγω των καταστροφών στις υποδομές της χώρας. Με ένα καινούργιο καθεστώς, αυτό θα μπορούσε να πάρει τη μορφή μαζικών επενδύσεων. Άρα, ουσιαστικά θα ξαναχτιστούν όλα από την αρχή.

Θα υπάρξει οικονομική διολίσθηση, αλλά και ανοικοδόμηση. Και ποιος δεν θα ήθελε να έχει την Αμερική ως μεγάλη επενδύτρια δύναμη στη χώρα; Καταλαβαίνετε, λοιπόν, ότι μπορούν να έχουν έμμεσα οφέλη, όχι άμεσα.

Αλλά το Ιράν δεν είναι σε θέση, ούτε πρόκειται από εδώ και πέρα να είναι σε θέση, να έχει τέτοιου είδους απαιτήσεις. Αυτές οι απαιτήσεις είναι απαιτήσεις πολιτικής επικοινωνίας. Πρέπει να αφηγηθούν ένα εσωτερικό μυθιστόρημα σε όσους έχουν απομείνει.

Όμως, όσο διαρκούν οι διαπραγματεύσεις, όποιοι δορυφόροι υπάρχουν, είτε είναι οι Χούθι, είτε η Χαμάς, είτε η Χεζμπολάχ, είτε οποιοσδήποτε υποστηρικτής του Ιράν, πλέον θα βρεθούν στο στόχαστρο ώστε να εξουδετερωθούν, να απομονωθούν και να μείνει μόνο του το καθεστώς, για να πιεστεί από έξω προς τα μέσα.

Ποια είναι τα μεγάλα «αγκάθια» της επόμενης ημέρας;

Το ένα ζήτημα είναι το πολεμικό: δηλαδή η περίοδος της σύγκρουσης. Η δεύτερη περίοδος είναι η μεταπολεμική, κατά την οποία ουσιαστικά αναμορφώνονται οικονομίες και υποδομές, όλοι μετρούν τα αποτελέσματα, αξιολογούν τι έχει συμβεί, τι έχουν κερδίσει και τι έχουν χάσει.

Στην πραγματικότητα, όμως, υπάρχουν πολύ συγκεκριμένα αγκάθια. Το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν πρέπει να σταματήσει να υπάρχει πλήρως. Γιατί, αν δεν καταστραφεί πλήρως, τότε θα υπάρξουν νέοι στόχοι, μικροί ή μεγάλοι, και νέα χτυπήματα.

Δεύτερον, οποιαδήποτε εργαστήρια συνδέονται με αυτό. Γι’ αυτό έγιναν και βομβαρδισμοί σε πανεπιστήμια και άλλες εγκαταστάσεις όπου υπήρχαν πυρηνικά εργαστήρια.

Τρίτο και σημαντικό: δεν μπορεί κάποιος να ελέγχει τα Στενά του Ορμούζ με τον τρόπο που το κάνουν αυτοί. Το κάνουν εδώ και 35 χρόνια. Είναι η έβδομη φορά που τα κλείνουν. Δεν είναι η πρώτη.

Άρα αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί, γιατί δεν είναι καλό για την παγκόσμια ναυσιπλοΐα, δεν είναι καλό για το εμπόριο, γιατί πρόκειται για ένα κράτος που δεν λειτουργεί με ισόρροπο τρόπο και με ένα καθεστώς που να μπορεί να ενταχθεί σε ένα διεθνοποιημένο περιβάλλον.

Υπάρχει επίσης το γεγονός ότι έχει αρχίσει η μετανάστευση, κυρίως η παράνομη, από το Ιράν προς πολλές κατευθύνσεις στον κόσμο. Ο κόσμος φεύγει, προσπαθεί να φύγει, προφανώς για να αποφύγει μια νέα πολεμική φάση.

Το άλλο είναι ότι αυτή τη στιγμή η εκεχειρία δίνει προσωρινή σταθερότητα, όχι μακροχρόνια. Υπάρχουν και άλλα αγκάθια. Η ευρωπαϊκή πολυφωνία. Η πολυφωνία που υπάρχει συλλογικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία έχει καθυστερήσει. Η πολυφωνία στις διμερείς σχέσεις, για παράδειγμα της Ιταλίας, της Αυστρίας, της Γαλλίας και ούτω καθεξής. Όπως επίσης και η πολυφωνία απέναντι στο Ισραήλ.

Αυτά τα γεγονότα θα είναι καθοριστικά, γιατί θα σημάνουν και αλλαγή στην ισορροπία σταθερότητας και συμμαχιών. Θα φανεί ποιος συνέβαλε, σε ποιο επίπεδο και κατά πόσο ήταν πετυχημένος. Δηλαδή, θα αξιολογηθούν γεωπολιτικά, στρατηγικά και επιχειρηματικά.

Τα γεγονότα αυτά μάς κάνουν να σκεφτόμαστε ακόμη και κάτι χειρότερο. Δεν μπορούμε να προδιαγράψουμε απαραίτητα το μακροχρόνιο σκέλος, γιατί υπάρχει και το ζήτημα της ηγεσίας. Κάποιες από τις ηγεσίες που υπάρχουν σήμερα είναι ικανές, κάποιες δεν είναι. Και πάντοτε στις δημοκρατίες υπάρχει και το ζήτημα των εκλογών, υπάρχει και το ζήτημα του τι έχεις φέρει μέσα στην οικονομία σου, στην κοινωνία σου, πώς την προστατεύεις, αν είσαι ικανός ή όχι.

Εδώ αποδεικνύεται ότι οι Ισραηλινοί και οι Αμερικανοί κάνουν ό,τι θεωρούν αναγκαίο για τον εαυτό τους. Οι Ευρωπαίοι έχουν εθνικά και διεθνή συμφέροντα, μονοκρατικά ή ολιγοκρατικά. Άλλοτε συμφωνούν, άλλοτε δεν συμφωνούν. Άρα ακόμη δεν είναι έτοιμοι να παίξουν αυτό το χαρτί της «παγκόσμιας Ευρώπης».

Βεβαίως, υπάρχει και το γεγονός ότι σε πολλές περιπτώσεις έχει διαβαστεί λάθος η αντίδραση της οικονομίας και της αγοράς ενέργειας. Να σας δώσω ένα παράδειγμα: η Ευρώπη δεν εξαρτάται από το ιρανικό πετρέλαιο. Εξαρτάται εν μέρει, και σε πολύ μικρότερο βαθμό, από το πετρέλαιο των αραβικών κρατών, αλλά πολύ περισσότερο από το αέριο. Αυτό, όμως, δεν είναι το μόνο που καθορίζει την αγορά και τον φόβο των ανατιμήσεων.

Αυτό που καθορίζει είναι τα ίδια τα γεγονότα: ο φόβος του πολέμου, το κόστος ασφάλισης της ναυσιπλοΐας, το κλείσιμο του Ορμούζ, η καθυστέρηση στους χρόνους μεταφοράς, όλα αυτά δημιουργούν πρόσθετο χρηματικό κόστος.

Και υπάρχει επίσης το γεγονός ότι δεν μπορεί κάποιος εύκολα να περιγράψει μια πραγματικότητα που περνάει και μέσα από πιθανώς λανθασμένες μελέτες, οι οποίες αναπαράγονται μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Δηλαδή, ο πόλεμος προπαγάνδας, ο πόλεμος παραπληροφόρησης, ο οποίος πολλαπλασιάζεται και δημιουργεί από μόνος του φόβο.

Σε τέτοιες περιπτώσεις έχουμε δει, την ώρα πολεμικών συγκρούσεων, να αυξάνεται το κόστος για τις αεροπορικές εταιρείες, τις ναυτιλιακές εταιρείες, συνεπώς και για το cargo και τα logistics. Αυξήθηκαν αυτομάτως τα ασφάλιστρα και, την ίδια στιγμή, δεν είδαμε τις χώρες να παίζουν έναν καθοριστικό και κάθετο ρόλο, λέγοντας «εγώ θα προστατεύσω τα εθνικά μου συμφέροντα». Αντίθετα, είδαμε μια ροπή προς σκεπτικισμό: «να το δούμε, να το συζητήσουμε, να το διαπραγματευτούμε».

Όμως πρέπει να είσαι καθοριστικός. Και ξέρετε ποια είναι η διαφορά; Όλοι ήξεραν ότι θα έρθει η ώρα της σύγκρουσης με το Ιράν για έναν και μόνο λόγο: όταν η Ευρώπη λέει ότι θέλει εμπορεύματα από την Ανατολή προς τη Δύση και στηρίζει διαδρόμους ενέργειας και εμπορίου, πώς θα το καθορίσεις αυτό αν τα λεγόμενα choke points δεν είναι ανοιχτά;

Άρα, ήξερες ότι θα έρθει η στιγμή που αυτοί θα το εκμεταλλεύονταν, δεδομένου ότι την τελευταία δεκαετία γίνονται διαπραγματεύσεις όχι μόνο για το πυρηνικό πρόγραμμα, αλλά και για το πώς θα συμπεριφέρεται το Ιράν απέναντι στις άλλες περιφερειακές δυνάμεις και στα κράτη γύρω από τον Αραβικό και τον Περσικό Κόλπο.

Να υπενθυμίσω εδώ ότι οι δορυφόροι τους έκαναν πολιτικό παιχνίδι. Και το πολιτικό τους παιχνίδι δεν ήταν μόνο στρατιωτικό. Ήταν να προκαλούν πολιτικό και οικονομικό χάος σε όλες τις περιοχές όπου ήθελαν να εμπλακούν, ώστε να αναδεικνύεται το Ιράν μέσα από αυτή τη γενικευμένη αστάθεια.

Αυτό, λοιπόν, έχει πλέον φτάσει στην ώρα της κρίσης. Και θα δούμε πώς θα εξελιχθούν οι διαπραγματεύσεις τις επόμενες δύο εβδομάδες ακριβώς πάνω σε αυτούς τους δρόμους.

Σε γεωστρατηγικό επίπεδο, τι συνιστά η αποδοχή αυτής της προσωρινής πρότασης εκεχειρίας από πλευράς Ιράν;

Από την πλευρά του Ιράν; Κερδίζουν πολιτικό χρόνο. Είναι ξεκάθαρο. Κερδίζουν μόνο πολιτικό χρόνο. Οι Ιρανοί θα χτίσουν μια πολιτική προπαγάνδα στο εσωτερικό. Και αυτό είναι ένα πρόβλημα, γιατί τώρα όσοι είναι αντικαθεστωτικοί, που εκτιμώ ότι είναι περίπου το 80% του πληθυσμού αυτή τη στιγμή, φοβούνται για πογκρόμ. Και είναι βέβαιο ότι φοβούνται. Αυτό πρέπει να διασφαλιστεί.

Γι’ αυτό λέω ότι δεν έχει μέλλον αυτή η στάση των κυβερνώντων. Και δεν μιλάμε καν για κυβερνώντες. Μιλάμε για καθεστώς. Δεν είναι τίποτε άλλο. Ούτε καν τους αξίζει να τους αποκαλεί κανείς κυβέρνηση. Πρόκειται για ένα καθεστώς που στρέφεται παράνομα σε πολλές κατευθύνσεις, γιατί είναι εξτρεμιστικό. Όχι απλώς θεοκρατικό. Εξτρεμιστικό. Άρα, αυτό το καθεστώς θα κάνει προπαγάνδα, θα επιχειρήσει πογκρόμ και θα χτίσει ένα εσωτερικό αφήγημα, ίσως και για την ανάδυση νέων τρομοκρατικών ομάδων. Αυτό όλοι το γνωρίζουν ότι μπορεί να συμβεί.

Επομένως, στις διαπραγματεύσεις, ενώ ξέρουν τι θα ακούσουν, γιατί δεν έχουν και πολλά επιχειρήματα να προβάλλουν, ουσιαστικά αυτό που θα προσπαθήσουν να κερδίσουν είναι πολιτικός χρόνος.

Αν θέλουν να επιβιώσουν πολιτικά, θα πρέπει να παραδοθούν. Και από εκεί να αρχίσουν οι πραγματικές διαπραγματεύσεις. Γιατί, αν δεν παραδοθούν και αν δεν αλλάξει το καθεστώς, οποιεσδήποτε άλλες συζητήσεις απλώς θα λειτουργήσουν ως χρόνος ανασύνταξης, ώστε να ξαναστηθούν τα πιόνια και να υπάρξει ακόμη πιο ουσιαστική προεργασία για οποιοδήποτε επόμενο χτύπημα.

Και να σας πω και κάτι άλλο: υπάρχει και η επιλογή να γίνονται χτυπήματα κάτω από το τραπέζι, εκεί που δεν φαίνονται, σε χρόνο ανύποπτο. Δηλαδή να «σερβιριστεί το πιάτο κρύο», όπως είχα πει ότι κάποτε θα έκαναν οι Ισραηλινοί στους Ιρανούς. Και το κάνουν. Απλώς μπορεί να σερβιριστεί κρύο σε στιγμές που δεν το περιμένουν, σε νεκρούς χρόνους, ακόμη και μέσα στην περίοδο της επιφανειακής εκτόνωσης.


* Ο Μάριος Παναγιώτης Ευθυμιόπουλος είναι επικεφαλής του Strategy International, Καθηγητής Διεθνούς Ασφάλειας και Στρατηγικής στο Τμήμα Πολιτικής και Διπλωματίας στο Πανεπιστήμιο Vytautas Magnus, στο Κάουνας της Λιθουανίας.