Με τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο να επαναπροσδιορίζονται και τις πιέσεις στο διεθνές σύστημα να εντείνονται, τα ελληνοτουρκικά «κινούνται» σε ένα ιδιαίτερα σύνθετο περιβάλλον, ενώ η Αθήνα καλείται να τοποθετηθεί σε έναν παγκόσμιο χάρτη που μεταβάλλεται ταχύτατα. Ο καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Δημήτρης Τριανταφύλλου αναλύει, μιλώντας στο Liberal και την Ευαγγελία Μπίφη, τις παραμέτρους αυτής της νέας εξίσωσης, εστιάζοντας στις δυνατότητες και τα όρια των συνεργασιών, την ανάγκη μιας ενεργητικής, πολυεπίπεδης εξωτερικής πολιτικής χωρίς αυτοπεριορισμούς και τον διάλογο με την Τουρκία στο ανώτατο επίπεδο.
Η συζήτηση με τον κ. Τριανταφύλλου αγγίζει το ευρύτερο ερώτημα της ελληνικής στρατηγικής: Πώς μπορεί η χώρα να κινηθεί ενεργά σε πολλαπλά μέτωπα, να ενισχύσει το γεωπολιτικό της ρόλο και να αποφύγει τον αυτοπεριορισμό, σε μια εποχή όπου η παραδοσιακή διπλωματία δεν αρκεί.
Ο Δημήτρης Τριανταφύλλου υπογραμμίζει ότι η τριμερής συνεργασία Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ εντάσσεται σε ένα ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο, που υπερβαίνει τα στενά όρια της Ανατολικής Μεσογείου. Η πρόσφατη διακήρυξη των τριών χωρών αντανακλά τη συνειδητοποίηση ότι το διεθνές σύστημα βρίσκεται σε ιστορική καμπή. Νέοι εμπορικοί, ενεργειακοί και γεωπολιτικοί διάδρομοι, όπως ο IMEC, διαμορφώνονται μέσα σε ένα περιβάλλον έντονων ανταγωνισμών και αβεβαιότητας, που τροφοδοτείται από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, τον πόλεμο στην Ουκρανία και τον αστάθμητο παράγοντα Τραμπ.
Αναφερόμενος στα ελληνοτουρκικά, ο καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, με προγενέστερη μακρά ακαδημαϊκή πορεία στην Τουρκία, δεν διαβλέπει σημαντική όξυνση της έντασης εκ μέρους της κυβέρνησης Ερντογάν. Τόσο η Αθήνα όσο και η Άγκυρα αντιλαμβάνονται πως οι πιέσεις από αμερικανικής πλευράς για εξεύρεση λύσεων θα αυξηθούν, γεγονός που καθιστά αναγκαίο να προχωρήσει ο διάλογος στο ανώτατο επίπεδο, επισημαίνει ο κ. Τριανταφύλλου. Η Ελλάδα, όπως υποστηρίζει, οφείλει να συνδυάσει τον διάλογο με την ενίσχυση της γεωπολιτικής και οικονομικής της αξίας, επενδύοντας σε υποδομές, άμυνα και στρατηγικές συνεργασίες - και έχοντας στο νου πως καμία διπλωματική κρίση δεν κρατά για πάντα, ούτε και καμία συμμαχία είναι αιώνια.
Συνέντευξη στην Ευαγγελία Μπίφη
Κύριε Τριανταφύλλου, σε ένα ταχέως μεταβαλλόμενο και αβέβαιο διεθνές περιβάλλον, ποιο πρέπει να είναι το βασικό στίγμα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και τι έχει έλθει να αποτυπώσει η πρόσφατη τριμερής Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ για τη δυναμική της στην Ανατολική Μεσόγειο και ευρύτερα;
Το βασικό στίγμα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής δεν μπορεί πλέον παρά να είναι η ενεργή παρουσία σε πολλαπλά -αν όχι σε όλα- τα μέτωπα. Η παραδοσιακή διπλωματία δεν λειτουργεί πια όπως την γνωρίζαμε και ουσιαστικά δεν υπάρχει άλλη επιλογή από το να επιδείξουμε κινητικότητα και να αποφύγουμε τον αυτοπεριορισμό.
Πριν υπεισέλθω περαιτέρω, να σταθούμε στη μεγάλη εικόνα της τριμερούς Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ, όπως αναδείχθηκε από τη Διακήρυξη της δέκατης αυτής Συνόδου Κορυφής του σχήματος συνεργασίας. Εύλογα, στη δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα -και ενδεχομένως και στην Κυπριακή Δημοκρατία, αλλά και εν μέρει στο Ισραήλ- η τριμερής συχνά προσεγγίζεται μέσα από το πρίσμα των περιφερειακών ανταγωνισμών, με συνεχή αναφορά στην Τουρκία.
Ωστόσο, αν δει κανείς προσεκτικά το κείμενο και το συγκρίνει με εκείνο της ένατης τριμερούς, που πραγματοποιήθηκε τον Σεπτέμβριο του 2023, θα διαπιστώσει μια σημαντική διαφοροποίηση: Η προηγούμενη διακήρυξη περιοριζόταν αυστηρά στην Ανατολική Μεσόγειο και περιλάμβανε μόλις μία παράγραφο που αναφερόταν θετικά στις Συμφωνίες του Αβραάμ του 2020 -μεταξύ Ισραήλ, Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, Μπαχρέιν, Μαρόκου και Σουδάν- και στις προοπτικές που αυτές δημιουργούν.
Στη φετινή Διακήρυξη, όμως, το πλαίσιο διευρύνεται. Ήδη από την αρχή, αναγνωρίζεται ότι η περιοχή βρίσκεται σε μια ιστορική καμπή, με τη δυνατότητα να αναδυθεί μια νέα εποχή σταθερότητας, ευημερίας και συνεργασίας, η οποία εκτείνεται από την Ινδία, μέσω της Μέσης Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου, έως την Ευρώπη. Αυτή η διάσταση απουσίαζε από το κείμενο του 2023.
Αξίζει επίσης να υπενθυμιστεί ότι λίγες ημέρες μετά την τριμερή του Σεπτεμβρίου 2023 πραγματοποιήθηκε η Σύνοδος της G20 στο Νέο Δελχί, όπου, στο περιθώριο, υπογράφηκε το μνημόνιο συνεργασίας για τον Διάδρομο Ινδίας-Μέσης Ανατολής-Ευρώπης (IMEC). Στη φετινή τριμερή γίνεται πλέον αναφορά στον IMEC, γεγονός που καταδεικνύει πώς σταδιακά «χτίζεται» αυτή η συνεργασία μεταξύ των τριών χωρών.
Συχνά η ανάλυση των τριμερών διασκέψεων γίνεται μέσα από δηλώσεις, όπως εκείνες του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου περί «πρώην αυτοκρατοριών», και το πώς αυτές ερμηνεύονται σε σχέση με την Τουρκία, την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία. Όμως, αυτό που αναδεικνύουν οι τρεις χώρες είναι κάτι ευρύτερο: ότι το διεθνές περιβάλλον συνολικά βρίσκεται σε μια ιστορική καμπή, όχι μόνο σε περιφερειακό αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο.
Το δεύτερο βασικό στοιχείο είναι η συνειδητοποίηση ότι ζούμε μια περίοδο βαθιάς αλλαγής του διεθνούς συστήματος. Άλλοι τη χαρακτηρίζουν μετατόπιση, άλλοι αποδόμηση, άλλοι απλώς αλλαγή. Το βέβαιο είναι ότι οι εξελίξεις έχουν επιταχυνθεί, ιδιαίτερα λόγω του απρόβλεπτου παράγοντα Τραμπ. Πρόκειται για τάσεις που προϋπήρχαν, αλλά με την προεδρία Τραμπ εκδηλώνονται ταχύτερα και εντονότερα.
Παράλληλα, βρισκόμαστε στη μετά πολέμου στη Γάζα περίοδο, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι τα ζητήματα έχουν επιλυθεί. Μιλάμε για τη δεύτερη φάση μιας συμφωνίας εκεχειρίας που είχε επιτευχθεί πριν από μερικούς μήνες, χωρίς να γνωρίζουμε αν και πώς θα εφαρμοστεί. Προστίθεται, φυσικά, και το ρωσοουκρανικό, το οποίο μας επηρεάζει άμεσα.
Όλη αυτή η αβεβαιότητα επηρεάζει χώρες όπως η Ελλάδα, ως μέλος του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως όταν δεν είναι σαφές ποιος θα είναι ο ρόλος του ΝΑΤΟ στο μέλλον, δεδομένης της διαφορετικής αντίληψης της διοίκησης Τραμπ. Ταυτόχρονα, βλέπουμε μια Κυπριακή Δημοκρατία που έχει αλλάξει σημαντικά στάση μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022, με δημόσιες πλέον συζητήσεις για ενδεχόμενη ένταξη στο ΝΑΤΟ.
Όσον αφορά το Ισραήλ, για τα ελληνικά και κυπριακά δεδομένα, το γεγονός ότι τερματίστηκε ο πόλεμος στη Γάζα είναι κρίσιμο, καθώς διαφορετικά θα βρισκόμασταν μπροστά σε πολύ σοβαρά διλήμματα. Ήδη, η συνεργασία με το Ισραήλ προκαλεί κριτική, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, λόγω της στάσης της ισραηλινής κυβέρνησης στον πόλεμο της Γάζας. Αν δεν είχε υπάρξει αυτό το τέλος, θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να πραγματοποιηθεί η τριμερής. Υπάρχουν, μάλιστα, και νομικά ζητήματα, καθώς εκκρεμεί διαδικασία στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, γεγονός που καθιστά ακόμη και τις συναντήσεις με τον Νετανιάχου πολιτικά και νομικά περίπλοκες.
Ωστόσο, όλες οι κυβερνήσεις οφείλουν να σκέφτονται με βάση τον βασικό στόχο κάθε κράτους: την ασφάλεια, τη σταθερότητα και την ευημερία των πολιτών του. Οι εξελίξεις τρέχουν, τίποτα δεν είναι δεδομένο και η στάση των Ηνωμένων Πολιτειών μεταβάλλεται συνεχώς. Γι’ αυτόν τον λόγο πραγματοποιήθηκε αυτή η συνάντηση.
Οι χώρες προσπαθούν να διαμορφώσουν το περιβάλλον ασφαλείας τους με γνώμονα ότι δεν μπορούν πλέον να βασίζονται ακριβώς στα κλασικά εγχειρίδια της διπλωματίας;
Η πραγματικότητα δείχνει ότι οι εξελίξεις «τρέχουν» και ότι τίποτα από όσα θεωρούσαμε δεδομένα δεν παραμένει πλέον αυτονόητο. Ιδίως αν λάβει κανείς υπόψη τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες-για διαφορετικούς λόγους- είναι κομβικής σημασίας για την ασφάλεια της Ελλάδας, του Ισραήλ και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η αμερικανική στάση και πολιτική αναδιαμορφώνονται διαρκώς και, αυτή τη στιγμή, δεν γνωρίζουμε αν η επιτάχυνση των εξελίξεων που παρατηρείται, λόγω της περιόδου Τραμπ, θα έχει διάρκεια ή όχι.
Αυτό είναι κάτι που συζητείται σε κάθε πρωτεύουσα. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν αυτή η κατάσταση θα συνεχιστεί για τα επόμενα χρόνια όσο ο Τραμπ παραμένει στην εξουσία ή αν, αντιθέτως, θα υπάρξει μια σταδιακή επαναφορά. Γνωρίζουμε ότι το «βαθύ κράτος» των ΗΠΑ -δηλαδή το πολιτικό, διπλωματικό και αμυντικό κατεστημένο- υποστηρίζει πως δεν μπορούν να γίνουν τόσο γρήγορα συστημικές αλλαγές και ότι, στη μετά-Τραμπ εποχή, η αμερικανική εξωτερική πολιτική ενδέχεται να επιστρέψει σε πιο παραδοσιακές ισορροπίες, με έμφαση στους συμμάχους και τις συμμαχίες.
Αυτή η αβεβαιότητα αναγκάζει κάθε χώρα να επανεξετάζει ζητήματα ασφάλειας και να επιδεικνύει μεγαλύτερη κινητικότητα. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι συνεργασίες που αναπτύσσονται σήμερα είναι δεδομένες ή μόνιμες. Μπορεί αυτή τη στιγμή να συζητάμε την ουσία της τριμερούς συνεργασίας Ελλάδας-Ισραήλ-Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία πλέον αποκτά και σαφή στρατηγική διάσταση, όχι απλώς σε επίπεδο ρητορικής αλλά ως πιο ενισχυμένη και αμυντική συνεργασία. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί και να έχει ημερομηνία λήξεως, αν αλλάξουν ξανά τα δεδομένα. Αυτή ακριβώς είναι η αβεβαιότητα που βιώνουν και οι τρεις πλευρές και η οποία διαπερνά συνολικά το σημερινό διεθνές περιβάλλον. Τα δεδομένα έχουν αλλάξει και κάθε χώρα αναγκάζεται να κινηθεί ανάλογα.
Βλέπουμε, ενδεικτικά, τις αναφορές σε μεγάλα σχέδια, όπως ο IMEC, που θα μπορούσαν να ενισχύσουν όχι μόνο το Ισραήλ αλλά και την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία, ιδιαίτερα στο πλαίσιο των Συμφωνιών του Αβραάμ και της πιθανής διεύρυνσής τους με τη Σαουδική Αραβία. Ωστόσο, τίποτα από αυτά δεν είναι δεδομένο, καθώς απαιτείται η συμμετοχή πολλών χωρών: της Ινδίας, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, της Σαουδικής Αραβίας, της Ιορδανίας, του Ισραήλ, της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ελλάδας, όπως και η Γαλλία και η Ιταλία. Την ίδια στιγμή, προωθούνται ανταγωνιστικά σχέδια, όπως, για παράδειγμα, η λεγόμενη «γέφυρα του Μωυσή» στην Ερυθρά Θάλασσα που θα ενώνει Σαουδική Αραβία και Αίγυπτο, η οποία έχει και τουριστική αλλά και εμπορική διάσταση, και ενδεχομένως θα μπορούσε να επηρεάσει τους σχεδιασμούς για τον IMEC.
Βλέπουμε παράλληλα ανταγωνισμούς μεταξύ χωρών που είναι συμμαχικές με την ευρεία έννοια με εμάς. Υπάρχουν εντάσεις μεταξύ Σαουδικής Αραβίας -όπου η Ελλάδα διατηρεί μία συστοιχία αντιαεροπορικών πυραύλων Patriot με 120 αξιωματικούς, που θα βρίσκονται εκεί έως το Νοέμβριο του 2026- και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, τόσο για ενεργειακά όσο και για γεωπολιτικά ζητήματα, πέραν της σύγκρουσης στην Υεμένη. Η πρόσφατη δε ανακοίνωση του Ισραήλ για την αναγνώριση της Σομαλιλάνδης, η οποία προκάλεσε αντιδράσεις σε όλο τον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο -πλην Σαουδικής Αραβίας, Εμιράτων και Μαρόκου, δηλαδή οι χώρες που έχουν υπογράψει τις Συμφωνίες του Αβραάμ-, δημιουργεί επιπλέον πολυπλοκότητα λόγω του Κυπριακού. Την ίδια εβδομάδα που υπογράφουμε τη Διακήρυξη με το Ισραήλ και την Κύπρο, το Ισραήλ αναγνωρίζει μία αποσχισθείσα οντότητα και αυτό είναι ένα ζήτημα στο οποίο είμαστε εξαιρετικά προσεκτικοί ακριβώς λόγω του Κυπριακού, ειδάλλως θα είχαμε αναγνωρίσει την ανεξαρτησία του Κοσσυφοπεδίου και θα ακολουθούσαμε μία άλλη πολιτική στα Βαλκάνια.
Αυτό που επιχειρώ να καταδείξω είναι ότι δεν γνωρίζουμε τη διάρκεια και τη δυναμική της τριμερούς, καθώς αν κοιτάξουμε άμεσα την περιοχή μας, διαπιστώνουμε ότι υπάρχει μία λογική για κοινές δράσεις μεταξύ του τριγώνου αυτού, που θα μπορούσε σε κάθε περίπτωση να διευρυνθεί και με άλλες χώρες μελλοντικά, όμως από την άλλη πλευρά, βλέπουμε και τον ανταγωνισμό που αναπτύσσεται μεταξύ μεσαίων χωρών και περιφερειακών δυνάμεων, όπως η Τουρκία, το Ισραήλ, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Ως εκ τούτου, πολλές μεσαίες δυνάμεις δεν επιθυμούν την περαιτέρω ενίσχυση του Ισραήλ, θεωρώντας ότι ήδη διαθέτει σημαντική ισχύ και ακολουθεί μια διαφορετική αντίληψη για την ασφάλειά του. Γι’ αυτό και τίθεται συχνά το ζήτημα της δημιουργίας ενός «αντίβαρου» στις συνεργασίες του Ισραήλ, μέσω της οικοδόμησης συμμαχιών με χώρες με τις οποίες το ίδιο δεν διατηρεί καλές σχέσεις. Αυτό δημιουργεί μια μόνιμη αβεβαιότητα.
Για παράδειγμα, ενώ χτίζουμε τις σχέσεις μας με την Αίγυπτο, γνωρίζουμε ταυτόχρονα ότι υπάρχουν προσπάθειες προσέγγισης και ενίσχυσης των σχέσεων μεταξύ Αιγύπτου και Τουρκίας. Αντίστοιχα, δεν αποκλείεται στο μέλλον ακόμη και το Ισραήλ να βελτιώσει τις σχέσεις του με την Τουρκία σε επιμέρους ζητήματα, παρά τις βαθιές διαφορές τους.
Στη λογική ότι καμία διπλωματική κρίση δεν διαρκεί για πάντα και απαιτείται εξωστρεφής και μακρόπνοη στρατηγική;
Δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να μπούμε δυναμικά στο παιχνίδι και, σε κάποιο βαθμό, να υπερβούμε τα παραδοσιακά μας όρια. Αυτό ήδη το κάνουμε στον τομέα της άμυνας, γεγονός που βοηθά, αλλά χρειάζεται και πολιτική τόλμη. Πρέπει να πάψει ο διαχρονικός ελληνικός αυτοπεριορισμός - η αντίληψη ότι ο κόσμος μας περιορίζεται στο Αιγαίο, την Ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια και όλα τα άλλα είναι δευτερεύοντα. Οι εξελίξεις στα Στενά του Ορμούζ, στην Ερυθρά Θάλασσα ή σε περιοχές της Αφρικής μάς αφορούν άμεσα. Αν θέλουμε να είμαστε ενεργειακός, εμπορικός και εφοδιαστικός κόμβος, πρέπει να έχουμε λόγο και θέση για όσα συμβαίνουν και πέρα από τη γειτονιά μας. Ταυτόχρονα, όμως, οφείλουμε να λαμβάνουμε υπόψη ότι κάθε μας κίνηση επηρεάζει και επηρεάζεται από τις σχέσεις που διατηρούν οι άλλες χώρες μεταξύ τους.
Αυτός είναι ο κόσμος στον οποίο ζούμε σήμερα. Ένας κόσμος που μας ωθεί να προχωρούμε σε τριμερείς συνεργασίες με το Ισραήλ, με διακηρύξεις που είναι ισχυρές και μας ανοίγουν σημαντικές προοπτικές, ιδίως στον τομέα της άμυνας. Την ίδια στιγμή, όμως, η κοινή λογική μάς υποχρεώνει να διατηρούμε ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας και να συνομιλούμε με την Τουρκία, ενδεχομένως προχωρώντας και στο Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας, και όχι μόνο.
Λόγω και των εξελίξεων στις Ηνωμένες Πολιτείες και της προεδρίας Τραμπ, αναδεικνύονται εκ νέου τα ενεργειακά ζητήματα που μας αφορούν άμεσα και τα οποία δημιουργούν και νέα πεδία τριβής με την Τουρκία. Η Τουρκία, ανεξάρτητα από το αν αυτή τη στιγμή φαίνεται να βρίσκεται εκτός παιχνιδιού σε ορισμένα σχήματα και ζητήματα, συνεχίζει να προβάλλει τον εαυτό της ως μεγάλο ενεργειακό κόμβο και πράγματι διαθέτει υποδομές τις οποίες εμείς δεν έχουμε ακόμη σε επάρκεια. Για παράδειγμα, διαθέτουμε μόνο έναν Σταθμό Αποθήκευσης και Επαναεριοποίησης Υγροποιημένου Φυσικού Αερίου (FSRU) όταν η Τουρκία διαθέτει τουλάχιστον πέντε. Έχουμε κάνει βήματα, αλλά δεν έχουμε φτάσει στο επίπεδο που θα μας επέτρεπε να ανταποκριθούμε πλήρως στις απαιτήσεις και τις προσδοκίες μας.
Επομένως, θα βρισκόμαστε διαρκώς σε μια κατάσταση κινητικότητας, κατά την οποία θα χρειάζεται να έχουμε θέσεις και ρόλο σε πολλά διαφορετικά μέτωπα και να διεκδικούμε ενεργά τη συμμετοχή μας. Είναι απολύτως λογικό, για παράδειγμα, η Ελλάδα να θέλει να συμμετάσχει με κάποιον τρόπο σε οποιαδήποτε δύναμη σταθεροποίησης δημιουργηθεί για τη Γάζα - είτε με στρατιωτική παρουσία είτε με έναν συνδυασμό στρατιωτικής, οικονομικής και πολιτικής συμμετοχής.
Αντίστοιχα, είναι λογική και η στάση που έχουμε κρατήσει στο Ουκρανικό, όπως και η πίεση που ασκούμε εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα της άμυνας. Αυτό που φαίνεται πλέον να διαμορφώνεται -υπό πίεση και από τους Ευρωπαίους- είναι η ανάγκη για μια κοινή ευρωπαϊκή άμυνα που θα στηριχθεί σε γερά θεμέλια και όχι σε κινήσεις πανικού. Ο πανικός οδηγεί σε λογικές του τύπου «χρειαζόμαστε την Τουρκία πάση θυσία». Όμως αυτό δεν μπορεί να γίνεται χωρίς όρους.
Καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν είναι σήμερα έτοιμη να ανταποκριθεί από μόνη της σε μια ενδεχόμενη μελλοντική κρίση, είτε αυτή προκύψει με τη Ρωσία είτε με οποιονδήποτε άλλον δρώντα. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα έχει λόγο και κύρος, καθώς συγκαταλέγεται στις χώρες που επενδύουν ένα από τα υψηλότερα ποσοστά του ΑΕΠ τους στην άμυνα. Αυτό μας επιτρέπει να λέμε: «Εμείς το κάνουμε πράξη». Και εφόσον υπάρχει συλλογική συμφωνία για αύξηση των αμυντικών δαπανών -από το 3% ακόμη και προς το 5%-, τότε απαιτούμε να ακουστούμε. Ως εκ τούτου, χρησιμοποιεί η χώρα όλα τα μέσα που έχουμε στη διάθεσή μας, πολιτικά και νομικά, για να πείσει τους εταίρους ότι το μέλλον της Ευρωπαϊκής άμυνας πρέπει να χτιστεί σε στέρεες βάσεις, γιατί ο κόσμος αλλάζει διαρκώς.
Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα πρέπει να έχει λόγο και ρόλο και σε άλλες περιοχές του κόσμου - είτε μιλάμε για την Ινδία, είτε για την Κίνα, είτε για αφρικανικές χώρες. Οι εξελίξεις είναι πλέον τόσο σύνθετες που δεν μπορούμε να αποκλειστούμε από αυτές. Δεν μπορούμε να περιχαρακωθούμε λέγοντας ότι μας αφορούν μόνο το Αιγαίο και η Ανατολική Μεσόγειος, όπως κάναμε για χρόνια.
Αντιλαμβανόμαστε, λοιπόν, πως πρέπει να δούμε τη «μεγάλη εικόνα». Και πράγματι, με έναν τρόπο, αυτή τη μεγάλη εικόνα την ανέδειξε η ίδια η Διακήρυξη της τριμερούς. Όσο για τον ορίζοντα μέσα στον οποίο πρέπει να κινηθεί η Ελλάδα: χωρίς περιχαρακώσεις, με συμμαχίες όπως αυτή με το Ισραήλ, αλλά ταυτόχρονα με προσοχή στον ευρύτερο περίγυρο. Διότι δεν μπορούμε να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο μελλοντικά η Τουρκία και το Ισραήλ να αποκαταστήσουν πλήρως τις διπλωματικές τους σχέσεις.
Όλα είναι ευμετάβλητα, ιδίως σε ένα περιβάλλον έντονης αβεβαιότητας όπως αυτό της προεδρίας Τραμπ. Το γεγονός ότι δύο χώρες, όπως η Ελλάδα και το Ισραήλ, έχουν αναπτύξει στενή συνεργασία είναι απολύτως λογικό. Το κρίσιμο ερώτημα όμως είναι τι σημαίνουν όλες αυτές οι μεταβολές για εμάς. Και εδώ έρχεται το ευρύτερο πλαίσιο: η Ανατολική Μεσόγειος, η Μέση Ανατολή, το Αιγαίο και οι γύρω περιοχές είναι γεμάτες εντάσεις, αλλά ταυτόχρονα υπάρχει και μια προσπάθεια εξισορρόπησης και διαμόρφωσης πλαισίων συνεργασίας.
Το βλέπουμε στην πρόοδο της Κυπριακής Δημοκρατίας στο ζήτημα της ΑΟΖ με τον Λίβανο. Το βλέπουμε και στις συζητήσεις Ελλάδας–Λιβύης, έστω και αν είναι δύσκολες και τεχνικά περίπλοκες, με τη σύσταση επιτροπών και νέες συναντήσεις που αναμένονται. Όλα αυτά συμβαίνουν επειδή η περιοχή αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία - όχι μόνο για τις χώρες της περιοχής, αλλά και παγκοσμίως, λόγω της ενέργειας, του εμπορίου και της διασυνδεσιμότητας. Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα δεν μπορεί να είναι αμέτοχη. Και σίγουρα δεν μπορεί να αποδεχθεί λογικές που λένε ότι «αύριο θα μας επιβάλουν να καθίσουμε στο τραπέζι με την Τουρκία». Όχι. Οι διάλογοι και οι συνεργασίες γίνονται με όρους, στρατηγική και ξεκάθαρη εικόνα του πού θέλουμε να πάμε.
Δεδομένου του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζει ο Ντόναλντ Τραμπ τις διεθνείς υποθέσεις και του γεγονότος ότι η Ανατολική Μεσόγειος αφορά σαφώς τα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ, πόσο θα έπρεπε να μας ανησυχεί μία παρέμβαση τρίτων προς διευθέτηση των διαφορών με την Τουρκία και πώς πρέπει να κινηθούμε μπροστά, ή καλύτερα πριν, από ένα τέτοιο ενδεχόμενο;
Η παρέμβαση τρίτων, θεωρώ, πως όπως μπορεί να ανησυχεί εμάς, όπως ανησυχεί και την Τουρκία. Καμία χώρα δεν θέλει να βρεθεί στη θέση όπου άλλοι θα της επιβάλλουν λύσεις σε διάφορα ζητήματα, ούτε να φανεί ότι η εκάστοτε κυβέρνηση -και κυρίως η ίδια η χώρα- κάνει πίσω σε βασικές της αρχές. Μπορεί να έχουμε διαφορές με την Τουρκία, αλλά εμείς έχουμε τις αρχές μας και εκείνοι έχουν τις δικές τους. Από εκεί προκύπτουν οι διαφορές. Και ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο υπάρχει η αναγκαιότητα του διαλόγου. Παρά τις εντάσεις των τελευταίων ημερών -με παραβιάσεις και παραβάσεις εντός του Δεκεμβρίου, σε ένταση ασυνήθιστες σε σχέση με την τελευταία διετία-, παρ’ όλα αυτά θεωρώ πως είναι απαραίτητο οι δύο ηγέτες να καθίσουν στο τραπέζι και να συζητήσουν.
Αυτό που συχνά ακούγεται ως κλισέ, ότι οι δυο πλευρές «θα συζητηθούν τα περιφερειακά ζητήματα», δεν είναι αμελητέο. Μας αφορά άμεσα, και έχει να κάνει και με το γεγονός ότι τόσο στην Άγκυρα όσο και στην Αθήνα λαμβάνουν μηνύματα πως θα υπάρξουν πιέσεις να «τα βρούμε». Άρα θα πρέπει οι δύο πλευρές να αξιολογήσουν τι τους συμφέρει, πώς μπορεί να γίνει, με ποιους όρους και αν μπορούν οι ίδιες οι χώρες να προχωρήσουν σε αυτό που, έτσι κι αλλιώς, ήταν η αρχική επιδίωξη: να πέσουν οι τόνοι και να λύσουν τις διμερείς διαφορές τους. Αυτή η προσπάθεια ξεκινά τουλάχιστον από τον Μάρτιο του 2023, μετά τους φονικούς σεισμούς στην Τουρκία, τη λεγόμενη «διπλωματία των σεισμών», και θεσμοθετήθηκε με τη Διακήρυξη των Αθηνών το Δεκέμβριο του ιδίου έτους.
Αν οι ηγέτες δεν συζητήσουν και δεν λάβουν κάποιες αποφάσεις, αν δεν συμφωνήσουν ένα πλαίσιο για το πώς θα προχωρήσουν από εδώ και πέρα, εν όψει των πιέσεων που ενδεχομένως θα δεχθούν, τα πράγματα ενδέχεται να καταστούν ακόμη πιο δύσκολα.
Αναμένετε επιστροφή της έντασης στο Αιγαίο;
Πιστεύω ότι παρόλο που έχει αλλάξει σε κάποιο βαθμό η τουρκική ρητορική και, ενδεχομένως, βλέπουμε και περισσότερες παραβιάσεις και παραβάσεις, η ίδια η Τουρκία δεν επιδιώκει μια γενικευμένη κλιμάκωση. Δεν θέλει ούτε η ελληνική ούτε η τουρκική πλευρά να εμφανιστεί ως εκείνη που δημιουργεί εμπόδια σε σχέδια που ενδεχομένως προκύψουν από την Αμερική - και όχι μόνο.
Αμφότερες οι πλευρές θέλουν να δείξουν ότι είναι συνεννοήσιμες και συνεργάσιμες, παρά τις διαφορές τους. Γι’ αυτό δεν βλέπω, τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον, μια σοβαρή αύξηση της έντασης, ειδικά όσο η Τουρκία επιδιώκει ακόμη να ενταχθεί στο πρόγραμμα των F-35 και προσβλέπει σε μια ευρύτερη επαναπροσέγγιση με την Αμερική.
Όσο τα προαναφερόμενα ζητήματα παραμένουν ανοιχτά και δεν υπάρχει μια ρήξη, η Τουρκία δείχνει -μέσα και από τη στάση της απέναντι στο πρόγραμμα SAFE και τη διάθεση να ενισχύσει την αμυντική της συνεργασία με ευρωπαϊκές χώρες και με τις ΗΠΑ- ότι δεν είναι διατεθειμένη να αποκοπεί πλήρως από τη Δύση. Αυτό που ονομάζουμε «στρατηγική αυτονομία» δεν θέλει να το μετατρέψει σε «στρατηγική ανεξαρτησία», γιατί τότε θα μείνει μόνη της να αντιμετωπίσει τις μεγάλες προκλήσεις και αναταραχές στη διεθνή σκακιέρα. Έχει ανάγκη τη Δύση. Και αυτό είναι κάτι που και εμείς το γνωρίζουμε και πρέπει να το υπολογίσουμε.
Γι’ αυτό μπορούμε να πούμε, για παράδειγμα, ότι στο πρόγραμμα SAFE θα μπορούσε να εισέλθει υπό όρους. Οι συζητήσεις, όμως, είναι απαραίτητες. Και παρεμπιπτόντως, όσο κι αν λέμε ότι δεν υπήρχε διάλογος τους προηγούμενους μήνες, υπήρχαν συζητήσεις για τη θετική ατζέντα, δηλαδή τον οικονομικό διάλογο, και για ζητήματα που σχετίζονται με τον πολιτικό διάλογο. Πρόσφατα επισκέφθηκε την Τουρκία και ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη, κ. Χρυσοχοΐδης, ο οποίος συναντήθηκε με τον Τούρκο ομόλογό του για ζητήματα διασυνοριακού οργανωμένου εγκλήματος. Υπάρχουν, λοιπόν, συζητήσεις. Είχε πραγματοποιηθεί, επίσης, το καλοκαίρι η τελευταία συνάντηση για τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης, σε στρατιωτικό επίπεδο. Και δεν πρέπει να λησμονήσουμε ότι πρόσφατα ανακοινώθηκε ότι η ανανέωση του προγράμματος της χορήγησης βίζας-εξπρές σε Τούρκους πολίτες προκειμένου να επισκεφθούν για επτά μέρες δώδεκα νησιά του Αιγαίου είναι σχεδόν δεδομένη για το 2026.
Και εδώ τίθεται ακόμη ένα ζήτημα: τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης συζητούνται μεταξύ των υπουργείων Άμυνας, στο πλαίσιο σχεδιασμού όπου διαδραματίζει σημαντικό ρόλο και το ΝΑΤΟ. Ως συμμαχικές χώρες, αν αύριο το ΝΑΤΟ χάσει την αξία του ή υποβαθμιστεί, πώς αυτό θα επηρεάσει και αυτές τις διαδικασίες; Πώς θα συνεχιστεί αυτός ο διάλογος, αν οι δύο χώρες πραγματικά πιστεύουν ότι είναι απαραίτητος για να μειώνεται η ένταση μεταξύ τους;
Όλα αυτά είναι ζητήματα που αναγκάζουν τους κ. κ. Μητσοτάκη και τον Ερντογάν να καθίσουν στο τραπέζι, να τα συζητήσουν πίσω από κλειστές πόρτες μαζί με τους υπουργούς Εξωτερικών, να τα αξιολογήσουν και να δουν πώς μπορούν να προχωρήσουν. Ναι, αυτή τη στιγμή η Ελλάδα έχει ενισχύσει τη θέση της, μεταξύ άλλων λόγω της σχέσης της με το Ισραήλ, και αυτό είναι δεδομένο. Ναι, οι Αμερικανοί μας ευνοούν σε αυτή τη φάση. Όμως πρέπει να δούμε ρεαλιστικά πού πηγαίνουμε.
Η ρεαλιστική προσέγγιση δείχνει συνεπώς εξωστρέφεια, εγρήγορση σε ευρύτερο στρατηγικό χώρο και ανοικτούς διαύλους διαλόγου;
Βλέπω πολλές αναλύσεις που αναφέρονται, για παράδειγμα, σε πρόσφατες δηλώσεις της Ιταλίδας πρωθυπουργού, Τζόρτζια Μελόνι, ότι το 2025 δεν ήταν καλό έτος και το 2026 μπορεί να είναι ακόμη χειρότερο. Άλλοι μιλούν για απαισιοδοξία. Δεν πρόκειται για απαισιοδοξία. Πρόκειται για ρεαλισμό. Η πραγματικότητα μας λέει ότι, θέλουμε δεν θέλουμε, δεν μπορούμε να εφησυχάσουμε. Ακριβώς επειδή δεν μπορούμε να εφησυχάσουμε, πρέπει να προβάλλουμε όσο μπορούμε, να σκεφτόμαστε πάντα το εθνικό συμφέρον και το συμφέρον των πολιτών -όπως οφείλει κάθε κυβέρνηση- και μέσα σε αυτό το πλαίσιο να κινητοποιούμαστε. Υπό αυτό το πρίσμα εντάσσεται και ο διάλογος με την Τουρκία.
Όμως αυτό συνδέεται και με κάτι που σπάνια συζητάμε: τις εσωτερικές εξελίξεις. Αν δεν θέλουμε να καταλήξουμε μια χώρα τρίτης κατηγορίας, στην οποία οι μεγάλες δυνάμεις θα μπορούν ενδεχομένως να «επιβάλλουν» λύσεις και πολιτικές, τότε πρέπει να κάνουμε σοβαρές επιλογές. Όταν μιλάμε, για παράδειγμα, για την τριμερή με το Ισραήλ και για ενεργό ρόλο σε εμπορικούς και ενεργειακούς διαδρόμους, πρέπει και εμείς ως χώρα να χτίσουμε τις κατάλληλες υποδομές. Ενισχυμένα λιμάνια, σιδηροδρομικό δίκτυο, οδικές αρτηρίες, βιομηχανικές περιοχές, κλπ. Να είμαστε πραγματικά εφοδιαστικός κόμβος, ώστε να πολλαπλασιάζεται η γεωπολιτική, η πολιτική, και η οικονομική μας αξία. Παράλληλα, απαιτούνται επενδύσεις στην άμυνα, όχι μόνο μέσω αγορών οπλικών συστημάτων από το εξωτερικό, αλλά και μέσω συμπαραγωγών, ώστε να ενισχύεται και η εγχώρια οικονομία. Κάποιες θέσεις εργασίας μπορεί να μην έχουν μέλλον αύριο, αλλά θα δημιουργηθούν νέες μέσα από αυτή τη συνολική αναθεώρηση και αναβάθμιση της οικονομίας που απαιτείται για να μπορεί η χώρα να είναι σημαντικός πυλώνας των παγκόσμιων εξελίξεων. Η Ελλάδα δεν έχει άλλη επιλογή από το να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση. Και αυτή η διάσταση συχνά χάνεται στον δημόσιο διάλογο, όπου τα θέματα εμφανίζονται αποσπασματικά -δηλαδή πώς σχετίζονται με την Τουρκία και την πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων μόνο- ή παρεμβάλλονται πολιτικές σκοπιμότητες.
* Ο Δημήτρης Τριανταφύλλου είναι καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Από το 2010 έως το 2023 διετέλεσε καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και διευθυντής του Κέντρου Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Kadir Has της Κωνσταντινούπολης.
