Δ. Εμμανουλούδης: Λειψυδρία και πλημμύρες - Οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος

Δ. Εμμανουλούδης: Λειψυδρία και πλημμύρες - Οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος

Ο Ιανουάριος του 2026 ήταν ασυνήθιστα υγρός, όμως αυτό δεν αρκεί για να διασκεδάσει τους φόβους γύρω από τη λειψυδρία. Πόσο ασφαλής είναι πραγματικά η υδροδότηση της Αττικής, τι μας λένε – και τι δεν μπορούν να μας πουν – τα κλιματικά και υδρολογικά μοντέλα, και γιατί πλημμύρες και έλλειμμα νερού συνυπάρχουν;

Ο καθηγητής Διευθέτησης Ορεινών Υδάτων και διευθυντής του Εργαστηρίου Ανάλυσης και Διαχείρισης Φυσικών Καταστροφών στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης (ΔΠΘ), Δημήτρης Εμμανουλούδης, μιλά στο Liberal.gr για τη μεταβλητότητα του νερού, τα όρια του εφησυχασμού και την ανάγκη μιας συνεκτικής υδάτινης πολιτικής που θα «αντέχει» τόσο στην ξηρασία όσο και στα ακραία πλημμυρικά φαινόμενα.

Την ίδια ώρα, η συζήτηση για το νερό δεν αφορά μόνο τις ποσότητες που πέφτουν από τον ουρανό, αλλά κυρίως το πώς τις διαχειριζόμαστε. Από τα παλαιά και διαρρέοντα δίκτυα, την υπερκατανάλωση και τον υπερτουρισμό, έως την απουσία επαρκών έργων ταμίευσης και έγκαιρης προειδοποίησης, ο καθηγητής αναδεικνύει τα δομικά ελλείμματα που καθιστούν τη χώρα ευάλωτη. Το μήνυμα είναι σαφές: χωρίς επαγρύπνηση, ορθολογική χρήση και σοβαρό στρατηγικό σχεδιασμό, ακόμη και μια «καλή» υδρολογική χρονιά μπορεί να αποδειχθεί απατηλή.

Συνέντευξη στον Χρήστο Θ. Παναγόπουλο

Θα ήθελα να ξεκινήσουμε με το γεγονός ότι ο Ιανουάριος του 2026 ήταν ένας υγρός μήνας. Για παράδειγμα, με βάση τις τελευταίες μετρήσεις είχαμε 133,6 χιλιοστά βροχή στην Αθήνα και τον Γκάζι, δηλαδή περίπου 50% πάνω από τη μέση κλιματική τιμή. Και θέλω να σας ρωτήσω πόσο μετράει αυτό υδρολογικά για την Αττική. Το μήνυμα θα πρέπει να είναι επαγρύπνηση ή εφησυχασμός;

Κατ' αρχάς, θα πρέπει να πούμε ότι όχι μόνον ο Ιανουάριος ήταν υγρός, αλλά ήταν και ο Δεκέμβριος καθώς και οι τρεις μήνες πριν από αυτόν. Και αυτό ισχύει όχι μόνο για την Αττική, αλλά για όλο τον ελλαδικό χώρα. Σε πολλές περιπτώσεις, στη χώρα μας πιάσαμε ρεκόρ 25ετίας. Τώρα, όσον αφορά την Αθήνα, σύμφωνα με αυτά που ανέφεραν πρόσφατα οι μετεωρολόγοι, στους τρεις μήνες, Νοέμβριο, Δεκέμβριο και Ιανουάριο, έχουμε πιάσει σίγουρα τα ετήσια μεγέθη: Δηλαδή, ό,τι πέφτει ως βροχή κανονικά σε ένα χρόνο, το έβρεξε στους τρεις τελευταίους αυτούς μήνες περίπου. Συνεπώς, ναι, είναι μια καλή υδρολογική χρονιά.

Ωστόσο, προτού απαντήσω στο ερώτημά σας, θα ήθελα να πω κάτι εδώ, το οποίο είναι σημαντικό, κατά την άποψή μου. Αν και πολλά ακούγονται τα τελευταία χρόνια, με αφορμή τις όντως, 2-4 άσχημες υδρολογικές χρονιές που είχαμε, από συναδέλφους επιστήμονες, αλλά και από τον πολύ κόσμο, ότι δηλαδή έχουμε μπει σε φάση ξηρασίας, ότι δεν θα δούμε ξανά βροχές και άλλα χίλια δυο πράγματα, βλέπετε ότι όλα αυτά έχουν ανατραπεί. Υπήρξαν, όντως, κάποιες χρονιές, οι οποίες ήταν ξηρές. Το κλίμα, πράγματι, επηρεάζεται από την αύξηση, γενικότερα, της μέσης θερμοκρασίας του πλανήτη.

Βλέπουμε και εμείς αλλαγές, αλλά δεν μπορούμε να πούμε, επειδή ήταν κάποιες χρονιές άσχημες υδρολογικά, ότι, ξέρετε, από εδώ και πέρα δεν θα βρέχει και θα πεθάνουμε από την ξηρασία ή τη δίψα κλπ. Είναι μια καλή υδρολογικά χρονιά, όπως είπαμε πριν και το αναλύσαμε. Όμως, αυτό δεν σημαίνει, σε καμία περίπτωση, ότι έχουμε λύσει το θέμα της λειψυδρίας.

Και δεν το έχουμε λύσει, γιατί η λειψυδρία είναι δύο ειδών. Υπάρχει η λειψυδρία ανομβρίας και ξηρασίας και υπάρχει και η λειψυδρία υπερκατανάλωσης. Το διάστημα 2023 - 2025 είχαμε την περίπτωση της λειψυδρίας ανομβρίας συν της υπερκατανάλωσης. Φέτος, μπορεί να μην έχουμε τη λειψυδρία ξηρασίας. Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι, δυστυχώς, υπάρχει στη χώρα και ιδιαίτερα σημαντική υπερκατανάλωση για τους λόγους που έχουμε αναλύσει σε παλαιότερες συζητήσεις μας εδώ στο Liberal. Σας υπενθυμίζω, ενδεικτικά, τον υπερτουρισμό, τα παλαιά υδροδοτικά δίκτυα, τις απώλειες ύδατος, την αλόγιστη χρήση, τη μηδενική κουλτούρα ορθολογικής εξοικονόμησης κλπ.

Συνεπώς, πρέπει να δούμε τη μεγάλη εικόνα που είναι γενικότερα η υδάτινη πολιτική που είναι σε έλλειμμα στη χώρα και ευρύτερα σε ολόκληρο τον πλανήτη. Και σίγουρα δεν θα πρέπει να στεκόμαστε στο ότι με μια υδροβολική καλή χρονιά έχουμε λύσει το πρόβλημά μας και θα πρέπει να αισθανόμαστε άνετα και να εφησυχάζουμε. Η επαγρύπνηση, ιδίως σε ό,τι αφορά το μείζον ζήτημα της λειψυδρίας είναι αρετή.

Με βάση την επιστημονική εμπειρία σας στη διαχείριση των υδρομετεωρολογικών κινδύνων, ποιο σενάριο είναι πιο πιθανό για την Αττική τα επόμενα χρόνια; Λιγότερες βροχές συνολικά ή ίδια ποσότητα, αλλά πιο ακραία κατανομή στον χρόνο;

Η απάντηση εδώ είναι πως κανένα σενάριο από αυτά που αναφέρατε δεν είναι ασφαλές και σίγουρα οποιαδήποτε αναφορά σε τέτοιου είδους σενάρια θα ήταν επιστημονικά παρακινδυνευμένη. Βλέπετε, άλλωστε, το πόσο γρήγορα αλλάζουν τα προγνωστικά μοντέλα εξαιτίας και των ακραίων μεταβολών που παρατηρούνται.

Ακόμα και τα μοντέλα που χρησιμοποιούμε για να κάνουμε προγνώσεις – όχι εγώ προσωπικά, γιατί είμαι υδρολόγος, αλλά οι συνάδελφοι μετεωρολόγοι – πολλές φορές πέφτουν έξω. Και ειδικά φέτος υπάρχει μεγάλη δυσαρμονία ανάμεσα στα διάφορα μοντέλα: το ευρωπαϊκό, το αμερικανικό, το γερμανικό κ.λπ.

Όταν υπάρχουν τέτοιες διαφωνίες σε πρόγνωση μίας εβδομάδας, καταλαβαίνετε ότι δεν μπορεί κανείς να πει με ασφάλεια τι θα γίνει σε τρία, πέντε ή δέκα χρόνια. Κανείς δεν το ξέρει αυτό.

Υπάρχουν βέβαια κλιματικά μοντέλα, κάνουμε κάποιες προβολές και λέμε ότι μάλλον θα είναι έτσι ή αλλιώς. Αλλά καλό είναι να μη στηριζόμαστε απόλυτα σε αυτά.

Άρα είμαστε σε μια φάση, κατά την οποία η λέξη - κλειδί είναι η μεταβλητότητα, σωστά;

Σαφώς! Και ασάφεια, αβεβαιότητα, και μεταβλητότητα. Αυτά είναι τα χαρακτηριστικά. Βλέπετε από πέρυσι μέχρι φέτος τι συνέβη.

Αν, λοιπόν, κάποιος έκανε μια πρόβλεψη πριν από πέντε χρόνια για το τι θα συνέβαινε το 2024 ή το 2025 στην Αττική, πόσο μέσα θα έπεφτε στις προβλέψεις του;

Μιλήσατε προηγουμένως για το ότι μέσα σε διάστημα τριών ή τεσσάρων μηνών μπορεί να πέσει σχεδόν το ετήσιο ύψος βροχής στην Αττική. Γιατί αυτό, κατά την άποψή σας, δεν μεταφράζεται αυτόματα σε αντίστοιχη ασφάλεια υδροδότησης;

Γιατί η Αττική δεν υδροδοτείται από το νερό που πέφτει στο λεκανοπέδιο. Οι πηγές υδροδότησης βρίσκονται αλλού, σε άλλες περιοχές της χώρας. Άλλο είναι το νερό που πέφτει πάνω στην πόλη και άλλο το νερό με το οποίο τροφοδοτείται η πόλη για ύδρευση, καθαριότητα, αστικές, βιομηχανικές και τουριστικές χρήσεις.

Οι πηγές υδροδότησης της Αττικής είναι γνωστές: Μόρνος, Εύηνος, Υλίκη κ.λπ. Δεν έχουν καμία γεωγραφική σχέση με το Λεκανοπέδιο της Αττικής.

Η ΕΥΔΑΠ έχει ξεκινήσει εδώ και αρκετούς μήνες μια μεγάλη εκστρατεία ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης των πολιτών γύρω από το ζήτημα της λειψυδρίας, με σκοπό τη βελτίωση της ατομικής ευθύνης και τη βελτίωση της κουλτούρας υπευθυνότητας γύρω από την εξοικονόμηση του νερού. Πόσο σημαντικές είναι, κατά την άποψή σας, τέτοιες πρωτοβουλίες;

Είναι εξαιρετικά σημαντικές. Θεμελιώδεις, θα έλεγα. Και είναι κάτι που θα έπρεπε ήδη να είχαμε ξεκινήσει από πολύ νωρίτερα.

Το έχουμε πει και σε παλαιότερη συζήτησή μας. Έχει γίνει μια πολύ καλή προσπάθεια τα τελευταία χρόνια για την υιοθέτηση κουλτούρας προστασίας του περιβάλλοντος, με ανακύκλωση κ.λπ., και αυτό διδάσκεται πλέον στα σχολεία. Βλέπουμε ότι στη νέα γενιά, μετά από 5, 10, 15 χρόνια, έχει περάσει αυτή η κουλτούρα. Αν είχαμε ξεκινήσει τότε ταυτόχρονα και με την εξοικονόμηση νερού, σήμερα τα πράγματα θα ήταν πολύ καλύτερα.

Και είναι κάτι απλό, διότι τα έργα που έχουν εξαγγελθεί για την Αττική – για την παροχή και την εξασφάλιση νερού – είναι έργα που απαιτούν χρόνο και χρήμα. Το να κάνουμε όμως εμείς οικονομία στο νοικοκυριό μας, στην επιχείρησή μας, στο γραφείο μας, στην καθημερινότητά μας, γίνεται άμεσα, εύκολα και χωρίς καμία δαπάνη. Και σε αυτό το πλαίσιο, η καμπάνια της ΕΥΔΑΠ κινείται σε απολύτως σωστή κατεύθυνση.

Την ώρα που η Αττική συζητά για τη λειψυδρία, είχαμε πρόσφατα έντονα επεισόδια πλημμυρών, τα λεγόμενα flash floods, στη Βόρεια Ελλάδα, για παράδειγμα στην Κεντρική Μακεδονία και μάλιστα σε καθεστώς υψηλής προειδοποίησης. Πώς εξηγείται αυτό το παράδοξο – πλημμύρες τώρα και έλλειμμα νερού μετά;

Η λειψυδρία και οι πλημμύρες είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Πρόκειται για την «ανώμαλη δίαιτα του νερού», όπως αναφέρουν τα παλιά υδρολογικά εγχειρίδια.

Η Βόρεια Ελλάδα είχε πάντα περισσότερα νερά. Φέτος όμως οι ποσότητες ήταν υπερβολικές. Από ένα σημείο και μετά υπήρξε κορεσμός του εδάφους. Παρότι οι περισσότερες περιοχές είναι καλά δασωμένες, τα φυσικά υδρολογικά συστήματα δεν μπόρεσαν να απορροφήσουν τόσο μεγάλες ποσότητες.

Παρόμοια φαινόμενα παρατηρήθηκαν και στη Δυτική Ελλάδα και στην Πελοπόννησο.

Τι σημαίνει αυτό, πρακτικά, για τη στρατηγική μας; Περισσότερα έργα αποθήκευσης και ανάσχεσης, αποκατάσταση λεκανών απορροής ή αλλαγή στον τρόπο που σχεδιάζουμε τις υποδομές για ταυτόχρονη ανθεκτικότητα σε πλημμύρες και ξηρασία;

Σημαίνει ότι πρέπει να επενδύσουμε σοβαρά σε έργα ταμίευσης νερού. Το νερό έρχεται δωρεάν από τον ουρανό, το βλέπουμε και το αφήνουμε να φύγει, και μετά από λίγο λέμε ότι δεν έχουμε νερό.

Η χώρα μας, λόγω του ορεινού της χαρακτήρα, έχει μεγάλες δυνατότητες συλλογής νερού μέσω έργων ταμίευσης – μικρών, μεσαίων και μεγάλων. Δυστυχώς, τεράστιες ποσότητες καταλήγουν στη θάλασσα.

Σε ό,τι αφορά, ειδικά την Ελλάδα, Χρειάζονται περισσότερα έργα μικρής και μεσαίας κλίμακας. Οι μεγάλοι ταμιευτήρες έχουν και κινδύνους, ιδιαίτερα σε ακραία πλημμυρικά επεισόδια, όπου απαιτείται δύσκολη διαχείριση για την προστασία των κατάντη περιοχών.

Τα μικρά και μεσαία έργα μπορούν να συγκρατούν νερό, να καλύπτουν ανάγκες και ταυτόχρονα να μειώνουν τον πλημμυρικό κίνδυνο.

Πόσο κρίσιμη είναι η έγκαιρη προειδοποίηση στα πλημμυρικά φαινόμενα;

Είναι απολύτως κρίσιμη. Εδώ, λοιπόν, χρειάζονται και υπάρχουν σήμερα τέτοιες έξυπνες μετρητικές συσκευές, με τεχνολογία ραντάρ, οι οποίες πιάνουν αμέσως την άνοδο της κοίτης, την αύξηση της ταχύτητας του νερού, και μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, ειδοποιούν με alert σε κινητά τηλέφωνα οι οποίοι εκείνη τη στιγμή, το μόνο που μπορούν να κάνουν σε τόσο υδροχρονικό διάστημα είναι να πουν με τηλέφωνα, με 112, με οτιδήποτε πρόσφορο μέσο, ακόμα και με μεγάφωνα από αυτοκίνητα, που θα ειδοποιούν τους πολίτες να μένουν μέσα στα σπίτια τους. 

Σε πολλές περιπτώσεις ο χρόνος αντίδρασης είναι ελάχιστος – πέντε, δέκα ή δεκαπέντε λεπτά. Γι’ αυτό απαιτούνται άμεσες ειδοποιήσεις μέσω 112 ή άλλων μέσων. Στις πλημμύρες, σε αντίθεση με άλλες φυσικές καταστροφές, η προστασία μπορεί να είναι σχετικά απλή: να παραμείνει κανείς σε ασφαλές, υπερυψωμένο σημείο. Εκεί παίζει ρόλο ο χρόνος και η σωστή ενημέρωση.

Πρέπει, λοιπόν, να έχουμε αυτή την τεχνολογία αιχμής, η οποία θα δίνει τη δυνατότητα μέσα σε 5-10 λεπτά να ειδοποιηθούμε ότι έχουμε ταχεία άνοδο της στάθμης των υδάτων, γιατί αυτό είναι που παίζει καταλυτικό ρόλο σε επίπεδο Πολιτικής Προστασίας.


* Ο Δημήτρης Εμμανουλούδης είναι καθηγητής Διευθέτησης Ορεινών Υδάτων και διευθυντής του Εργαστηρίου Ανάλυσης και Διαχείρισης Φυσικών Καταστροφών στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης (ΔΠΘ) και επικεφαλής Έδρας της UNESCΟ.