Αθ. Μποζίνης: Το επικίνδυνο μονοπάτι της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Shutterstock
Shutterstock

Αθ. Μποζίνης: Το επικίνδυνο μονοπάτι της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Τις νέες ισορροπίες στη Λατινική Αμερική και την ευρεία αναδιάταξη της αμερικανικής στρατηγικής σκιαγραφεί ο διεθνολόγος Αθανάσιος Μποζίνης σε συνέντευξη που παραχώρησε στο Liberal και την Ευαγγελία Μπίφη στη σκιά της σύλληψης του Νικολάς Μαδούρο, ενώ παράλληλα, μιλώντας εκτενώς για τις εξελίξεις γύρω από το Ουκρανικό ζήτημα, στηλιτεύει τη μετατόπιση της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την «ήπια ισχύ σε φιλοπολεμική νοοτροπία» έναντι της Ρωσίας.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σήμερα σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Όχι μόνο όσον αφορά στην εξέλιξη του πολέμου στην Ουκρανία, αλλά και ως προς τον ίδιο τον ρόλο της στο διεθνές σύστημα. Χάνει το στρατηγικό της κέντρο βάρους η Ευρώπη σήμερα, κατά την ανάγνωση του κ. Μποζίνη, ο οποίος επικρίνει την καλλιέργεια ενός «προπολεμικού κλίματος» για μελλοντική σύγκρουση με τη Ρωσία.

Ο διεθνολόγος και καθηγητής Παγκόσμιας Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας θεωρεί πως η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν βρίσκεται απλώς αντιμέτωπη με μια δύσκολη διαπραγμάτευση· βρίσκεται, κατά την εκτίμησή του, «στη λάθος πλευρά των διαπραγματεύσεων», λειτουργώντας «κοντόφθαλμα» απέναντι στον κίνδυνο επέκτασης και γενίκευσης του πολέμου και καλλιεργώντας «συνείδηση πολεμικής απειλής».

Στο επίκεντρο της κριτικής του τοποθετεί τη Γερμανία και την «ευρωπαϊκή ελίτ» -ένα πλέγμα, όπως λέει, πολιτικών ηγεσιών, γραφειοκρατίας και οικονομικών συμφερόντων που όχι μόνο δεν πιέζουν αποφασιστικά για διπλωματική διέξοδο, αλλά διαμορφώνουν κλίμα επαναστρατιωτικοποίησης και μελλοντικής αντιπαράθεσης με τη Ρωσία. Στο πλαίσιο αυτό, προειδοποιεί ότι η μετατόπιση από την ήπια ισχύ σε μία λογική εξοπλισμών και αντιπαράθεσης μπορεί να αποδειχθεί όχι μόνο αδιέξοδη απέναντι σε μια πυρηνική δύναμη, αλλά στο βάθος να οδηγήσει ακόμη και σε διάσπαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Κατά τον ίδιο, το ζητούμενο δεν είναι μόνο αν και πότε θα υπάρξει μια συμφωνία για την Ουκρανία, αλλά το αν αυτή θα αντέξει: μια συμφωνία με διάρκεια, που δεν θα «σπάσει» στην πρώτη κρίση στη Βαλτική, στη Μαύρη Θάλασσα ή σε μια μεταβολή της αμερικανικής πολιτικής. Και συνδέει την πιθανότητα σταθερής ειρήνευσης με το πολιτικό «παράθυρο» των επόμενων χρόνων της προεδρίας Τραμπ.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της συνέντευξης

Κύριε Μποζίνη, ζούμε σε εποχή πολυκρίσεων, γενικευμένης αβεβαιότητας και επαναφοράς σφαιρών επιρροής. Τι διαβλέπετε για το 2026 και προς τα πού οδεύουμε κυρίως όσον αφορά το κεφάλαιο του πολέμου στην Ουκρανία και τις προεκτάσεις του για την Ευρώπη - σε συνάρτηση και με τις τελευταίες εξελίξεις με την αμερικανική επιχείρηση στη Βενεζουέλα;

Όσον αφορά το ζήτημα των πολυκρίσεων, η επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα καταδεικνύει πλέον ξεκάθαρα την απόφαση της αμερικανικής κυβέρνησης να στραφεί πλέον στη χρήση σκληρής και όχι ήπιας ισχύος, όπως συνέβαινε στο παρελθόν κυρίως μέσω εμπορικών διαπραγματεύσεων και δασμών στο πλαίσιο της οικονομικής διπλωματίας. 

Η συγκεκριμένη επέμβαση μπορεί να ερμηνευθεί διττά. Αρχικά, επρόκειτο για ιδιαίτερα επιτυχημένο επικοινωνιακό τρικ το γεγονός ότι δεν εμφανίστηκαν να συλλαμβάνουν τον Μαδούρο και να τον οδηγούν σε αμερικανικό δικαστήριο για να δικαστεί ειδικές δυνάμεις της Delta αλλά ειδικό κλιμάκιο της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Δίωξης Ναρκωτικών των ΗΠΑ (DEA), καθώς τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγός του κατηγορούνται για ναρκεμπόριο. Έτσι, η επιχείρηση εντάχθηκε στο πλαίσιο ενός ασύμμετρου πολέμου εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών.

Από την άλλη πλευρά βέβαια, ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ έχει δηλώσει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα κινηθούν αποφασιστικά απέναντι σε χώρες που θεωρούνται απειλή για την εθνική τους ασφάλεια. Με αυτόν τον τρόπο «φωτογραφίζεται» συνολικά η Λατινική Αμερική, μια περιοχή που αυτή τη στιγμή χαρακτηρίζεται από έντονα φαινόμενα διαπλοκής, διαφθοράς και λαθρεμπορίου. Στο πλαίσιο αυτό, «φωτογραφίζονται» χώρες όπως η Κούβα και το Μεξικό. 

Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει μάλιστα αναφέρει πρόσφατα ότι θα μπορούσε να ζητηθεί η συμβολή του Μεξικού ώστε να διακοπούν οι δρόμοι διακίνησης κοκαΐνης από την Κολομβία, η οποία συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους παραγωγούς κοκαΐνης παγκοσμίως, μαζί με το Αφγανιστάν. Ωστόσο, οι σχέσεις των ΗΠΑ με το Μεξικό παραμένουν ιδιαίτερα τεταμένες. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Ντόναλντ Τραμπ έχει επανειλημμένα κατηγορήσει το Μεξικό πως δεν ελέγχει τις μεταναστευτικές ροές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, ένα ζήτημα πάνω στο οποίο βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό και η προεκλογική του εκστρατεία κατά της παράτυπης μετανάστευσης.

Παράλληλα, στο ίδιο πλαίσιο εθνικής ασφάλειας εντάσσεται και η αναφορά στη Γροιλανδία. Η αμερικανική πλευρά έχει επισημάνει ότι η περιοχή αυτή αποκτά ιδιαίτερη γεωστρατηγική σημασία, καθώς περιβάλλεται από αυξανόμενη κινεζική και ρωσική παρουσία.

Έτσι, στο περιβάλλον των πολυκρίσεων, παρατηρούμε τις Ηνωμένες Πολιτείες να χρησιμοποιούν ένα θεαματικό και στοχευμένο πλήγμα εναντίον ενός ατόμου που θεωρήθηκε υπεύθυνο για ναρκεμπόριο, δίνοντας το «παράδειγμα» και ταυτόχρονα προκαλώντας μια πολλαπλή κρίση στη Λατινική Αμερική. Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης το γεγονός ότι δεν υπήρξαν έντονες αντιδράσεις ούτε από την Κίνα ούτε από τη Ρωσία -παραδοσιακή σύμμαχο της Βενεζουέλας- αλλά ούτε και από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία περιορίστηκε σε μια δήλωση ανησυχίας. Αυτό συνδέεται άμεσα με τον ρόλο των ΗΠΑ ως βασικού εγγυητή της ασφάλειας του ΝΑΤΟ, τόσο σε αμυντικό όσο και σε επιθετικό επίπεδο.

Όλα, λοιπόν, φαίνεται να συνδέονται: νέες εξισώσεις ισορροπίας στη Λατινική Αμερική, αυξημένο ενδιαφέρον για τη Γροιλανδία ως ζήτημα εθνικής ασφάλειας και μια γενικότερη αναδιάταξη της αμερικανικής στρατηγικής. Τίποτα δεν γίνεται τυχαία ή υπό την πίεση του χρόνου. Ακόμη και η επιχείρηση κατά του Μαδούρο ήταν εξαιρετικά μεθοδική, στρατηγικά σχεδιασμένη και αποτελεσματική, με έντονα στοιχεία θεαματικότητας, σχεδόν «κινηματογραφικής», όπως θα έλεγε κανείς.

Καταληκτικά, φαίνεται πως ήδη διαμορφώνονται σταδιακά και προσεκτικά οι κινήσεις της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής για τα επόμενα χρόνια, με στόχο την επίτευξη της εθνικής, οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών.

Τώρα, όσον αφορά το Ουκρανικό, η μεγάλη διαφορά θα έλθει όταν -ευελπιστώ σύντομα- θα καταλήξουμε σε μια ειρηνευτική συμφωνία. Όμως το βασικό ζητούμενο δεν είναι απλώς να υπάρξει μια συμφωνία· είναι αυτή η συμφωνία να μην είναι εύθραυστη και να έχει διάρκεια. Αυτό είναι το πλέον καθοριστικό για την ίδια την Ευρώπη, και ως κριτήριο θέτω την επόμενη τριετία της προεδρίας Τραμπ, γιατί υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να μη δούμε στη συνέχεια Αμερικανό πρόεδρο -είτε Ρεπουμπλικανό είτε Δημοκρατικό- με την ίδια προσέγγιση.

Το λέω αυτό γιατί ο Ντόναλντ Τραμπ κινείται απέναντι στη Ρωσία μέσα από φιλικές επαφές και δεν τη βλέπει ως βασικό αντίπαλο δέος στο διεθνές σύστημα, καθώς εστιάζει κυρίως στην Κίνα. Εκτιμώ ότι οποιοσδήποτε άλλος Ρεπουμπλικανός ή Δημοκρατικός θα μπορούσε να φέρει ανισορροπία όσον αφορά την πιθανή ειρήνευση στην περιοχή. Αυτό, από μόνο του, αποτελεί πηγή κινδύνου και απειλών τόσο για την ευρωπαϊκή όσο και για την παγκόσμια ασφάλεια. 

Δηλαδή με τον τρόπο που το θέτετε, θεωρείτε ότι ο Ντόναλντ Τραμπ λειτουργεί στο Ουκρανικό ως «ανάχωμα» μπροστά σε πιο επικίνδυνους δρόμους;

O Τραμπ είχε ήδη ανακοινώσει από το 2024 ως υποψήφιος πρόεδρος ότι ένας από τους βασικούς του στόχους είναι ο τερματισμός των δύο περιφερειακών πολέμων. Πρώτον στη Μέση Ανατολή, η οποία δεν βρίσκεται σε πλήρη ειρήνευση, αλλά πάντως σε μια τροχιά διαπραγμάτευσης, υπό την προϋπόθεση ότι κάποια στιγμή η Χαμάς θα καταθέσει τα όπλα και ότι δεν θα υπάρξει περαιτέρω κίνδυνος που να πηγάζει από το Ιράν. Και δεύτερον, να τελειώσει ο ρωσο-ουκρανικός πόλεμος, τον οποίο έχει φωτογραφίσει ευθέως ως πόλεμο συνδεόμενο με την κυβέρνηση Μπάιντεν, έχοντας πει πάρα πολλές ότι αν ήταν ο ίδιος πρόεδρος, ο πόλεμος αυτός δεν θα είχε ξεκινήσει ποτέ. Άρα θεωρεί ότι αυτός ο πόλεμος χρηματοδοτήθηκε κακώς από τις ΗΠΑ και ότι υπήρξε κακή διπλωματική διαχείριση.

Αυτό όμως που οφείλω να θέσω επί τάπητος είναι ότι, βάσει της μέχρι τώρα συμπεριφοράς, η ευρωπαϊκή ελίτ -και όταν αναφέρομαι σε ευρωπαϊκή ελίτ εννοώ πολιτικά κόμματα, ηγέτες, οικονομικές δομές, γραφειοκρατία και τους προύχοντες των Βρυξελλών- δεν θέλει σε καμία περίπτωση να υπάρξει διπλωματική λύση στον πόλεμο. Για δύο βασικούς λόγους: είτε, πρώτον, γιατί υπάρχουν οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά συμφέροντα ώστε να συνεχιστεί ο πόλεμος στην Ουκρανία, είτε, δεύτερον, γιατί θεωρούν ότι ο πόλεμος αποτελεί έναν πολύ καλό λόγο για να αλλάξει η ροή της ευρωπαϊκής οικονομίας και να στρατιωτικοποιηθεί εκ νέου. Αυτό το βλέπουμε καθαρά στις αποφάσεις της γερμανικής κυβέρνησης, η οποία έχει ανακοινώσει ότι θα διαθέσει περίπου 900 δισ. ευρώ, σχεδόν ένα τρισεκατομμύριο, για επανεξοπλισμό και παραγωγή νέων οπλικών συστημάτων.

Ο μόνος πυλώνας ασφάλειας αυτή τη στιγμή φαίνεται να είναι η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών υπό τον Τραμπ. Και το λέω κατηγορηματικά: η ευρωπαϊκή ελίτ, με την πρόεδρο της Κομισιόν Ούρσουλα Φον ντερ Λάιεν και διαφόρους επιτρόπους, αλλά και με τις ηγεσίες χωρών όπως η Εσθονία και βεβαίως την επικεφαλής διπλωματίας Κάγια Κάλας, δημιουργεί ένα φιλοπολεμικό κλίμα στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και διπλωματίας προβάλλοντας τη Ρωσία ως μείζονα απειλή για την Ευρώπη τα επόμενα χρόνια, ανεξαρτήτως του αν θα υπάρξει ειρήνη στην Ουκρανία.

Παίζει ρόλο η νωπή μνήμη, ο φόβος στις χώρες της Βαλτικής, που έχουν συγκεκριμένες ιστορικές εμπειρίες; Επιπλέον πιστεύετε ότι η Ρωσία δίνει πραγματική βαρύτητα σε δηλώσεις όπως της Κάγια Κάλας;

Όχι, δεν δίνει βαρύτητα. Όμως η ευρωπαϊκή ελίτ, όπως την αντιλαμβάνομαι εγώ, προσπαθεί να επηρεάσει τα κράτη-μέλη ώστε να βλέπουν τη Ρωσία ως μελλοντικό κίνδυνο. Κατανοώ γεωστρατηγικά, γεωπολιτικά και γεωγραφικά τις ανησυχίες των χωρών της Βαλτικής. Από την άλλη, αν δεν υπάρξει μια σταθερή ειρήνευση στην Ουκρανία σχετικά άμεσα, τόσο περισσότερο αυξάνονται οι πιθανότητες ο πόλεμος να επεκταθεί και να γενικευτεί. Αυτό είναι οφθαλμοφανές όμως η στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως υπαγορεύεται από την ελίτ και τη Γερμανία, παραμένει κοντόφθαλμη, αντιπαραγωγική και επικίνδυνη. 

Είδαμε πρόσφατα επίθεση εναντίον ρωσικού πλοίου του λεγόμενου «σκιώδους στόλου» στη Μαύρη Θάλασσα από ουκρανικά μέσα. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει πλέον σοβαρός κίνδυνος γεωγραφικής επέκτασης της σύγκρουσης, όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά και εκτός αυτής. Η συνέχιση του πολέμου στην Ουκρανία, αλλά και μία εύθραυστη ειρήνη, αυξάνουν δραματικά την πιθανότητα γενικευμένης σύγκρουσης. Ακόμη και σε μια πιθανή ειρήνη -εξ ου και τονίζω ότι δεν πρέπει να είναι εύθραυστη- δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο, είτε στη Βαλτική είτε στη Μαύρη Θάλασσα, να υπάρξουν προπαγανδιστικές κινήσεις που θα μπορούσαν να επαναφέρουν τις εμπλεκόμενες πλευρές σε πολεμική κατάσταση.

«Κλειδί» συνεπώς οι εγγυήσεις ασφαλείας, που αποτελούν μαζί με το εδαφικό τα βασικά ζητήματα της διαπραγμάτευσης. Δεν είναι όμως η Ευρώπη αλλά το Κρεμλίνο που δεν δέχεται στέρεες εγγυήσεις ασφαλείας

Φυσικά το πιο κρίσιμο ζήτημα είναι ποιες εγγυήσεις θα υπάρξουν ώστε να μην επανέλθει ο πόλεμος. Ως προς αυτό ο Ζελένσκι φέρεται να ζήτησε εγγυήσεις ασφαλείας για 50 χρόνια και ο Τραμπ αντιπρότεινε 15. Εδώ τίθεται και το προφανές - δεν γνωρίζουμε καν πως θα είναι ο πλανήτης σε 50 χρόνια. Ούτε ποιος θα είναι ο επόμενος πρόεδρος της Ρωσίας μετά τον Πούτιν γνωρίζουμε, ούτε και τις εσωτερικές ισορροπίες εξουσίας στη Ρωσία. Και τι θα συμβεί αν κάποιος επιλέξει να μην κινηθεί μέσω Ουκρανίας, αλλά μέσω της Βαλτικής, με μια προπαγανδιστική κίνηση; Η παρούσα ευρωπαϊκή πολιτική δεν προστατεύει την Ευρωπαϊκή Ένωση - αντίθετα την αφήνει εκτεθειμένη.

Η Γερμανία εμφανίζεται να θέλει να σύρει ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση σε έναν «πολεμικό χορό» εξοπλισμών για την επόμενη δεκαετία και, τελικά, σε μια πιθανή σύγκρουση με τη Ρωσία. Αν όμως για οποιονδήποτε λόγο κάνει πίσω το ΝΑΤΟ και βρεθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση ή η ίδια η Γερμανία απέναντι σε μία πυρηνική δύναμη όπως η Ρωσία, ποιες πιθανότητες έχει η Γερμανία, ξεκινώντας έναν τρίτο παγκόσμιο πόλεμο, να τον κερδίσει; 

Τώρα για τις εγγυήσεις ασφαλείας είναι λεπτές οι λεπτομέρειες, όχι μόνο στρατιωτικές αλλά και πολιτικές: πώς θα δοθούν οι εγγυήσεις ασφαλείας, ποιος θα εγγυηθεί και για ποιον λόγο. Η Ρωσία είναι αυτή που φυσικά δεν δέχεται ξένα στρατεύματα. Είναι επίσης αυτή που θέλει μειωμένο τον ουκρανικό στρατό, ώστε να μην αριθμεί, για παράδειγμα, 800.000 άνδρες. Όμως, όταν υπάρχει μια ευρωπαϊκή ελίτ η οποία δυναμιτίζει τις συνομιλίες, καταλαβαίνετε ότι δεν είναι εύκολο να καταλήξουμε σε μια πιθανή ειρήνευση. Ακόμα και στα θέματα ασφάλειας.

Πού το εντοπίζετε αυτό πιο καθαρά; 

Για παράδειγμα, όταν πιέζει η Γερμανία να υπάρχει παρουσία της Βρετανίας, τη στιγμή που η Ρωσία έχει κατηγορήσει επανειλημμένα το Ηνωμένο Βασίλειο για συμμετοχή σε στρατηγικό σχεδιασμό και ακόμη και σε επιθέσεις κατά ρωσικών στρατιωτικών στόχων.

Από όσα περιγράφετε, ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος σας; 

Ότι όλα αυτά μπορούν ανά πάσα στιγμή να εκτραχυνθούν και να διευρυνθούν. Ο μεγαλύτερος φόβος μου αυτή τη στιγμή δεν είναι αν θα καταλήξουν ή όχι σε μια ειρηνευτική διαδικασία -θεωρώ ότι αργά ή γρήγορα θα συμβεί- αλλά το πόσο εύθραυστη θα είναι αυτή η ειρήνη. Και κυρίως το κατά πόσο η Γερμανία και η ευρωπαϊκή ελίτ θα προσπαθήσουν τα επόμενα χρόνια να πείσουν την Ευρωπαϊκή Ένωση να επαναστρατιωτικοποιηθεί. Εκτός αν το Βερολίνο θεωρεί ότι η Ουκρανία και ο πόλεμος με τη Ρωσία αποτελούν έναν εξαιρετικό λόγο για να εξαργυρώσει τη γερμανική υπεροπλία, δημιουργώντας μια οικονομία βασισμένη σε μελλοντικό πόλεμο.

Θεωρείτε συνεπώς ότι ο Εμανουέλ Μακρόν κινείται στη σωστή κατεύθυνση όταν λέει, επιστρέφοντας προσεκτικά στις θέσεις που διατηρούσε το 2022, ότι η Ευρώπη πρέπει να ξαναμιλήσει με τη Ρωσία

Απολύτως. Γιατί με μια πυρηνική δύναμη δεν μπορείς να πηγαίνεις κόντρα. Ακόμη και ένας πόλεμος με συμβατικά μέσα που θα επεκταθεί γεωγραφικά, θα έχει μόνο χαμένους, ανεξάρτητα από το αν εμπλακούν οι Ηνωμένες Πολιτείες ή μη. Αυτά τα μελλοντικά σενάρια οφείλει η ευρωπαϊκή ελίτ να τα γνωρίζει. Ακόμη κι αν έχει «παίξει τα ρέστα της», όταν δυναμιτίζει διαδικασίες διαπραγματεύσεων, θα πρέπει να είναι βέβαιη ότι θα βγει κερδισμένη. Εκτός κι αν ο βασικός σκοπός της ευρωπαϊκής ελίτ είναι η πλήρης καταστροφή της Ευρώπης και η επανεκκίνησή της από το μηδέν, όπως έγινε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Επανέρχομαι για να είναι σαφές: πώς ορίζετε την «ευρωπαϊκή ελίτ» στην οποία αναφέρεστε;

Μιλάμε για τη γραφειοκρατία των Βρυξελλών, πρόσωπα που κατέχουν θέσεις εξουσίας σε αυτήν, με αιχμή την Φον ντερ Λάιεν, η οποία δημιουργεί φιλοπολεμικό κλίμα-, αλλά και την Εσθονία, που λειτουργεί ως αιχμή του δόρατος στα διεθνή μέσα ενημέρωσης. Περιλαμβάνονται επίσης πολυεθνικές επιχειρήσεις, όπως τράπεζες και όμιλοι που μπορούν να κερδίσουν από τη στροφή προς την πολεμική οικονομία, καθώς και πολιτικοί που επενδύουν όχι μόνο σε ένα αντιρωσικό και συχνά σε ένα αντιαμερικανικό αφήγημα. Πολλοί Ευρωπαίοι άλλωστε δεν τάσσονται μόνο κατά της Ρωσίας, αλλά και κατά των ΗΠΑ. Θέλουν την ομπρέλα του ΝΑΤΟ για στρατιωτική προστασία, αλλά δεν θέλουν αμερικανική πολιτική εμπλοκή. 

Να μην ξεχνάμε ότι ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ επιτέθηκε όχι στους Ευρωπαίους πολίτες αλλά σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση που θεωρεί «γερασμένη», η οποία έχει απομακρυνθεί από ηθικούς φραγμούς που τη χαρακτήριζαν στο παρελθόν. Αν αυτή η επίθεση ενόχλησε κάποιον, δεν ήταν τους απλούς Ευρωπαίους πολίτες, αλλά την ευρωπαϊκή ελίτ και τις ηγεσίες που κατέχουν την εξουσία. Δεν θεωρώ φυσικά ότι όλοι οι επίτροποι ή όλοι οι αξιωματούχοι έχουν τους ίδιους σκοπούς, αλλά σε μεγάλο ποσοστό κινούνται στο ίδιο μήκος κύματος. Και αυτό πρέπει να αλλάξει. Δεν μπορεί η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση να αποτελεί μια τεράστια γραφειοκρατική μηχανή που αναπαράγει εμπόδια σε ειρηνευτικές διαδικασίες. Γιατί η ειρήνη είναι πολύ πιο δύσκολο να διατηρηθεί ζωντανή από το να τερματιστεί απλώς ένας πόλεμος.

Στην πράξη, τι θεωρείτε θα έπρεπε να κάνει ρεαλιστικά η Ευρωπαϊκή Ένωση στη διαπραγμάτευση; Υπάρχει το ζήτημα του εδαφικού και εκεί είναι σαφές πως υπάρχουν ουκρανικές απώλειες. Θα έπρεπε όμως η ΕΕ να φθάσει να συναινέσει ακόμη και σε απώλεια ελεύθερων εδαφών του Ντονμπάς όπως απαιτεί ο Πούτιν;

Σε καμία περίπτωση. Το σίγουρο όμως είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να δηλώνει παρούσα στις διπλωματικές διαπραγματεύσεις, όσο σκληρές κι αν είναι αυτές. Τις λεπτές ισορροπίες τις γνωρίζουν αυτοί που βρίσκονται μέσα στη διαδικασία, είτε μιλάμε για τον Λαβρόφ είτε για τους Αμερικανούς διπλωμάτες, και βλέπετε ότι υπάρχει έντονο διπλωματικό προσκήνιο και παρασκήνιο. Άρα, λοιπόν, θεωρώ ότι πρέπει να εκμεταλλευτεί η Ευρωπαϊκή Ένωση το γεγονός ότι ο Ντόναλντ Τραμπ θέλει να τελειώσει ο πόλεμος και μετά να δει πώς θα μπορέσει να δημιουργήσει τους κατάλληλους τρόπους ενδυνάμωσης της Ευρώπης - και όχι να επιδίδεται σε φιλοπολεμικές ιαχές. Η Γερμανία, και μιλάμε σε επίπεδο «case study», θα μπορούσε να φτάσει εν τέλει να ανοίξει το δρόμο προς έναν τρίτο παγκόσμιο πόλεμο, στα πλαίσια ενός υβριδικού πολέμου με τη Ρωσία, και αυτό είναι το σενάριο που με ανησυχεί περισσότερο απ’ όλα. Δεν μπορεί η Γερμανία να λέει διαρκώς δημόσια ότι «εμείς φοβόμαστε τη Ρωσία» και να ανεβάζει τόσο πολύ τις εξοπλιστικές δαπάνες, και η Ρωσία να παρακολουθεί απαθής. Στο διεθνές σύστημα υπάρχει πάντα αυτό που ονομάζουμε δράση και αντίδραση.

Όπως και σε μία διαπραγμάτευση δεν υπάρχουν κόκκινες γραμμές - γιατί, αν υπάρχουν κόκκινες γραμμές, δεν υπάρχει διαπραγμάτευση. Ζητάς δέκα πράγματα για να πάρεις τα πέντε. Θεωρώ ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να επιλέξει πολύ προσεκτικά και στρατηγικά ποιοι θα είναι οι όροι ασφαλείας στην περιοχή, για μια βιώσιμη ειρήνευση. Ακόμη και αν είναι τύπου βόρειας κατεχόμενης Κύπρου. Στην Κύπρο υπάρχει κατοχή - υπάρχει κατοχή από την Τουρκία ενός ευρωπαϊκού εδάφους και η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν κάνει τίποτα, και αυτή τη στιγμή ξεσηκώνεται ενάντια στη Ρωσία.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση αυτή τη στιγμή δεν είναι η ήπια δύναμη. Σε αντίθεση με τη Γαλλία -η οποία είναι η μόνη λογική δύναμη και κινείται στον άξονα της ήπιας ισχύος που χαρακτήριζε την Ευρώπη- βλέπουμε μία Γερμανία που έχει ξεσηκωθεί και επικεντρώνεται στην εγγύηση ισχύος μέσω της επαναστρατιωτικοποίησης. 

Και το θέτω ευθέως: μπορεί η Γερμανία από μόνη της να αντιμετωπίσει τις 5.000 στρατηγικές πυρηνικές κεφαλές της Ρωσίας; Όχι. Άρα ποιος είναι ο μόνος τρόπος, αν έρθει σε ευθεία σύγκρουση με τη Ρωσία, να κερδίσει; Να εμπλακεί το ΝΑΤΟ. Αν όμως δεν εμπλακεί το ΝΑΤΟ και οι Ηνωμένες Πολιτείες, για οποιονδήποτε λόγο, αποσυρθούν από το ΝΑΤΟ; Και εάν ο Πούτιν έρθει σε ευθεία σύγκρουση με τη Γερμανία αλλά δηλώσει ότι «εμείς δεν έχουμε κανένα πρόβλημα με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ούτε με τη Γαλλία ούτε με την Αγγλία. Έχουμε πρόβλημα με τη Γερμανία, η οποία επανεξοπλίζεται και προωθεί πόλεμο διά αντιπροσώπων μέσω άλλων κρατών», τότε τι; Αν διαμορφωθεί ένα τέτοιο πλαίσιο ώστε να μην ενεργοποιηθεί το Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ, και οι Ηνωμένες Πολιτείες πουν «εμείς δεν θεωρούμε ότι η Ρωσία αποτελεί κίνδυνο για εμάς και εμπλακείτε μόνοι σας», τι θα συμβεί; Θα σύρει η Γερμανία ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση σε μια σύγκρουση με τη Ρωσία; 

Ειδικά υπό την παρούσα προεδρία Τραμπ, πιστεύετε πως θα έτρεφε η Γερμανία την ψευδαίσθηση πως η αμερικανική εμπλοκή θα ήταν εγγυημένη; Είναι κάτι για το οποίο έχει προειδοποιήσει πολλάκις ο καγκελάριος Μερτς

Πρόκειται ακριβώς για ψευδαίσθηση. Εξ ου και δεν μπορώ να καταλάβω πώς θέλει η Γερμανία να σύρει τον «πολεμικό χορό» ενάντια στη Ρωσία. Να μην δεχτεί όλα αυτά που θέλει η Ρωσία; Ναι, εννοείται. Να διατηρήσει δυνάμεις ασφαλείας; Βεβαίως. Αλλά από εκεί και πέρα δεν μπορεί η Γερμανία να ρίχνει λάδι στη φωτιά και μετά να κατηγορεί ότι υπάρχει φωτιά.

Αν θα μπορούσα να το θέσω πιο πρακτικά: τι «πρέπει» να αποδεχτεί η ΕΕ, όσο σκληρό κι αν ακούγεται, για να υπάρξει κατάληξη; Στο «τραπέζι» είναι το Ντονμπάς και οι εγγυήσεις ασφαλείας. Ποιος είναι ο ρεαλισμός εδώ;

Πρέπει να είμαστε ρεαλιστές στο σύστημα διεθνών σχέσεων. Όταν παίζεις σκάκι, βλέπεις όλα τα πιόνια, αλλά δεν ξέρεις τι σκέφτεται ο άλλος και πώς θα τα χρησιμοποιήσει. Από εκεί και πέρα, προσωπικά θεωρώ ότι η Ευρώπη αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε λάθος σημείο - στη λάθος πλευρά της διαπραγμάτευσης. Έπρεπε να είχε εκμεταλλευτεί τη μεγάλη και δυναμική είσοδο του Ντόναλντ Τραμπ ώστε να επιλύσει τη σύγκρουση και να θέσει τους δικούς της όρους ασφαλείας. Αλλά να μη δημιουργεί συνείδηση πολεμικής απειλής. Είμαι κάθετα αντίθετος στην καλλιέργεια αυτού του προπολεμικού κλίματος και το λέω με την ιδιότητα του διεθνολόγου, που θεωρούμε ότι η πολεμική σύγκρουση είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα. Δεν θα πρόκειται όμως για μία σύγκρουση στον κυβερνοχώρο ή με drones ή «χειρουργική» με λίγα θύματα. Θα είναι μια σύγκρουση ολική. Καταστροφική για τις δύο πλευρές.

Ωστόσο, η αμερικανική πλευρά ξεκίνησε διμερώς τη διαπραγμάτευση με το Κρεμλίνο «περνώντας» και από την Αλάσκα, και η ΕΕ, παρά τις εμφανείς αδυναμίες, έχει φανεί να προσπαθεί, έστω και εκ των υστέρων, να παρέμβει όπως μπορεί, όπως στην περίπτωση της αναθεώρησης του αρχικού σχεδίου Τραμπ

Στην πραγματικότητα αυτό συνέβη γιατί η Ευρωπαϊκή Ένωση δημιουργούσε φιλοπολεμικό κλίμα, όσο κι αν δεν αρέσει αυτό. Στο τρίγωνο Αμερική-Ρωσία-Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ουκρανία βρίσκεται από «κάτω» από τις διαπραγματεύσεις. Οι Ευρωπαίοι δεν θα έπρεπε να διατηρούν μια φιλοπολεμική διαπραγματευτική στάση, λέγοντας επί της ουσίας «κάνουμε ειρήνη τώρα αλλά μετά ετοιμαζόμαστε για σύγκρουση». Φυσικά η Ρωσία ξεκίνησε τον πόλεμο και φυσικά και δεν υποστηρίζω σε καμία περίπτωση ούτε τις επιδιώξεις της Ρωσίας, ούτε τις μεγαλοϊδεατικές της τάσεις, ούτε ότι η Ουκρανία «ανήκε» σε αυτήν. Αυτή τη στιγμή, όμως, έχουμε έναν πόλεμο.

Η Ρωσία κατέχει το 20% της Ουκρανίας και πάμε σε διαπραγμάτευση για να μην επεκταθεί ο πόλεμος. Και έχουμε μία Ευρωπαϊκή Ένωση που βρίσκεται στη λάθος πλευρά των διαπραγματεύσεων. Αυτό που θα έπρεπε να κάνει είναι να κλείσει το ζήτημα της διαπραγμάτευσης και μετά να δει πώς θα διαμορφωθούν οι σχέσεις της με τη Ρωσία μετά το τέλος του πολέμου. Αντίθετα, θα το επαναλάβω και θα το υπερτονίσω, έχει ήδη καταλήξει ότι είτε υπάρξει ειρήνη είτε όχι, θα υπάρξει μελλοντική σύγκρουση- γι’ αυτό και «εξοπλιζόμαστε». Ας μην ξεχνάμε ότι η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει «ρίξει» χρήματα για τη χρηματοδότηση της Ουκρανίας, με 90 δισ. ευρώ για πολεμικό υλικό.

Θα μπορούσε η Ευρωπαϊκή Ένωση να μην στηρίξει την Ουκρανία και δη στην κρίσιμη αυτή φάση της διαπραγμάτευσης;

Κάθε μέρα που περνά υπάρχει αποδυνάμωση της Ουκρανίας, όχι της Ρωσίας. Αυτό προσπαθώ να πω και να καταδείξω. Αυτό που θα μπορούσε να κάνει είναι για παράδειγμα να χρηματοδοτήσει την Ουκρανία με 50 δισ. ευρώ ώστε να συνεχίσουν να λειτουργούν οι κρατικές δομές και να μην καταρρεύσει το κράτος - όχι ενίσχυση των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Στην ουσία, τι συμβαίνει; Δίνονται ποσά στην Ουκρανία για να αγοράσει αγοράσει αμερικανικά και γερμανικά όπλα, δηλαδή να τα επιστρέψει στους ίδιους. Από την άλλη, η εγγύηση για την οποία θα έπρεπε να πιέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ότι, παρότι η Ουκρανία δεν μπορεί να γίνει μέλος του ΝΑΤΟ, να εισέλθει στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Νομίζω ότι αυτή θα ήταν η καλύτερη εγγύηση. Επιπλέον, μέχρι πότε θα χρηματοδοτεί η Ευρωπαϊκή Ένωση την Ουκρανία; Τη χρηματοδοτούμε για το ’26-’27, ορθώς, πουλώντας ευρωπαϊκά όπλα. Θα τη χρηματοδοτήσουμε και το ’27-'28, μέχρι να λήξει η προεδρία Τραμπ, περιμένοντας να έλθει κάποιος άλλος πρόεδρος που θα χρηματοδοτεί ξανά την Ουκρανία;... 

Λέτε ότι η σημερινή στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν προδιαγράφει μια σταθερή ειρηνευτική προοπτική. Τι βλέπετε, λοιπόν, καταληκτικά σήμερα στην Ευρώπη; 

Βλέπω την ευρωπαϊκή ελίτ ως μια φιλοπολεμική ιαχή, που ζητωκραυγάζει ότι «εμείς ετοιμαζόμαστε για σύγκρουση με τη Ρωσία στο μέλλον». Πώς θα μπορέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση να ηγηθεί σε επίπεδο παγκόσμιας οικονομίας, δασμών, παγκόσμιου τουρισμού, κλιματικής αλλαγής, μετανάστευσης και όλων αυτών των παγκόσμιων απειλών, όταν ζητωκραυγάζει υπέρ του πολέμου; Εγώ δεν μπορώ να το διανοηθώ.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν πρέπει να δείχνει κάτι που δεν ήταν ποτέ. Ουδέποτε ήταν υπέρ του πολέμου· πάντοτε ήταν μια ήπια δύναμη, όπου ακόμη και οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ήταν του τύπου «ανησυχούμε για τις εξελίξεις», «στηρίζουμε το ένα», «στηρίζουμε το άλλο». Εδώ βλέπουμε έναν συγκεντρωτικό λόγο: «πάμε να πολεμήσουμε τα επόμενα χρόνια», επανεξοπλισμός για όλους, και αφήνουμε τις διαπραγματεύσεις να τις διεξάγει ουσιαστικά η Αμερική. Για μένα αυτή η απάθεια είναι λάθος. Γι’ αυτό λέω: η Ευρωπαϊκή Ένωση να δηλώσει παρούσα.

Και έπειτα, σε θέματα εξοπλισμού, μπορεί να το ξαναδεί με πιο ήρεμο και χαμηλό τόνο, χωρίς πυραύλους και drones στον αέρα. Αυτά πρέπει να γίνονται με μέτρο. Δεν μπορεί να βγαίνει μια Γερμανία και να λέει «εμείς επανεξοπλιζόμαστε» και όλοι οι άλλοι να παρακολουθούν. Διότι μπορεί ανά πάσα στιγμή οποιοδήποτε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης να δει αυτόν τον υπερ-εξοπλισμό της Γερμανίας αρνητικά. Και αυτό θέτει ένα πάρα πολύ σοβαρό ζήτημα. Μπορεί να φτάσουμε στο σημείο -χωρίς καν να εμπλακεί η Ρωσία- να μπούμε σε μια νέα κούρσα εξοπλισμών μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών, χωρίς να ξέρει κανείς ποιος φοβάται ποιον.

Το συνδέετε αυτό προφανώς και με κίνδυνο για τη συνοχή της ίδιας της Ένωσης

Ο κίνδυνος διάσπασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι και εκεί που όλα αυτά μπορούν να καταλήξουν. Πόλεμος ή διάσπασή ή και τα δύο μαζί...

Καταλήγω λέγοντας επίσης πως μια εύθραυστη ειρήνη στην Ουκρανία δεν σημαίνει αυτομάτως και ειρήνη στη Μέση Ανατολή. Από το μέτωπο αυτό μπορεί να επεκταθεί ο πόλεμος. Στην όλη εξίσωση πρέπει να εντάξουμε επίσης τους «γνωστούς αγνώστους» -κλιματική αλλαγή, μετανάστευση, πυρηνικά όπλα. Η Ουκρανία έχει 15 πυρηνικούς σταθμούς. Οποιοδήποτε σαμποτάζ μπορεί να οδηγήσει σε πυρηνικό όλεθρο εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ανά πάσα στιγμή. Για ποιον λόγο να συνεχίζεται αυτός ο πόλεμος; Φοβάμαι δε ότι σε περίπτωση επέκτασής του θα υπάρξουν ακραία σενάρια, τα οποία δεν θα μπορεί κανείς να ελέγξει.


* Ο Δρ. Αθανάσιος Η. Μποζίνης είναι Επίκουρος Καθηγητής «Παγκόσμιας Πολιτικής Οικονομίας και Νέων Τεχνολογιών - Βιοασφάλειας», Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και Μέλος Επιστημονικού Συμβούλιου Ανάλυσης Υβριδικών Απειλών στην Εθνική Αρχή Κυβερνοασφάλειας - Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης