Μαχητικό F/A-18E Super Hornet παίρνει θέση για απονήωση από το αεροπλανοφόρο USS Abraham Lincoln
Αντ. Κλάψης: Η αβεβαιότητα του πολέμου και η προοπτική ενός νέου modus vivendi με το Ιράν
U.S. Navy via AP
U.S. Navy via AP
Μαχητικό F/A-18E Super Hornet παίρνει θέση για απονήωση από το αεροπλανοφόρο USS Abraham Lincoln

Αντ. Κλάψης: Η αβεβαιότητα του πολέμου και η προοπτική ενός νέου modus vivendi με το Ιράν

Για έναν πόλεμο ανοιχτής έκβασης, δίχως σαφή στρατηγική εξόδου από τις Ηνωμένες Πολιτείες, κάνει λόγο ο Αντώνης Κλάψης, αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, σε συνέντευξη που παραχώρησε στο Liberal και την Ευαγγελία Μπίφη. Δεν διακρίνει στον ορίζοντα το τέλος της θεοκρατίας του Ιράν, αλλά μάλλον ένα νέο modus vivendi, με το καθεστώς να επιβιώνει, αλλά χωρίς τη δραστηριότητα και την επιρροή που ασκούσε μέχρι σήμερα.

Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή έχει πλέον εισέλθει σε ιδιαίτερα επικίνδυνη φάση, τραντάζοντας την περιφερειακή σταθερότητα και επιφέροντας πετρελαϊκό σοκ. Ο κ. Κλάψης αποτυπώνει τους κινδύνους από μία παρατεταμένη παράλυση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, εξηγεί γιατί τόσο το ιρανικό καθεστώς θα δώσει μάχη «μέχρι τέλους» για την επιβίωσή του, όσο και γιατί δεν πρόκειται επίσης να υπαναχωρήσει ο Ντόναλντ Τραμπ,και παράλληλα αναλύει γιατί η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται διαρκώς τουλάχιστον ένα βήμα πίσω από τις διεθνείς εξελίξεις.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της συνέντευξης

«Φωτιά» στον Περσικό με ιρανικά πλήγματα σε τάνκερ, τα Στενά του Ορμούζ πρακτικά κλειστά και ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας να μιλά για τη μεγαλύτερη κρίση στον εφοδιασμό πετρελαίου στην Ιστορία. Κύριε Κλάψη, ποια είναι η μεγάλη εικόνα αυτού του πολέμου και ποια η εκτίμησή σας για τις τρέχουσες εξελίξεις;

Ξεκινώντας από το γενικό πλαίσιο, εκτιμώ ότι μία από τις σημαντικότερες παραμέτρους είναι το γεγονός ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ διαπίστωσαν πως βρέθηκαν μπροστά σε μία μοναδική ευκαιρία, ή τουλάχιστον έτσι την ερμήνευσαν, που ίσως παρουσιάζεται μία φορά στα 50 χρόνια. Και η ευκαιρία αυτή ήταν η μεγάλη αποδυνάμωση του Ιράν και το τεχνολογικό πλεονέκτημα που διαθέτουν ΗΠΑ και Ισραήλ ώστε να προσπαθήσουν τώρα να «ξεδοντιάσουν» το Ιράν σε τέτοιο βαθμό ώστε, αν όχι να ανατρέψουν το θεοκρατικό καθεστώς, πάντως οπωσδήποτε να του στερήσουν τις πρακτικές δυνατότητές να αποτελεί απειλή στο εγγύς μέλλον για το Ισραήλ και τα αμερικανικά συμφέροντα στη Μέση Ανατολή.

Με άλλα λόγια, να μετατραπεί το Ιράν σε μια χώρα που δεν θα μπορεί πλέον να λειτουργεί ως διαρκής απειλή απέναντι στο Ισραήλ ή απέναντι στις φίλα προσκείμενες στις ΗΠΑ χώρες της περιοχής, όπως είναι για παράδειγμα η Σαουδική Αραβία. Αμφιβάλλω εάν όλο αυτό θα καταλήξει στην κατάρρευση του θεοκρατικού καθεστώτος, και στην πορεία θα υπεισέλθουμε στο γιατί, ή αν απλώς θα οδηγήσει σε ένα νέο modus vivendi, με το καθεστώς ενδεχομένως να επιβιώνει, αλλά χωρίς τη δραστηριότητα και την επιρροή που είχε μέχρι σήμερα. 

Εξάλλου, το «ξεδόντιασμα» του Ιράν είχε ξεκινήσει ήδη νωρίτερα. Το Ισραήλ είχε επιφέρει πολύ σημαντικά πλήγματα πρώτα απ’ όλα στη Χαμάς, αλλά και στη Χεζμπολάχ. Παράλληλα, κατέρρευσε το καθεστώς Άσαντ στη Συρία, που αποτελούσε βασικό σύμμαχο της Τεχεράνης στη Μέση Ανατολή. Οι Χούθι είχαν επίσης δεχθεί σημαντικά πλήγματα. Επομένως, ένα-ένα τα ερείσματα του Ιράν στην περιοχή είτε εξαφανίζονταν είτε αποδυναμώνονταν σε τέτοιο βαθμό ώστε η ίδια η διεθνής του παρουσία να περιορίζεται σημαντικά. Ακολούθησαν βέβαια και οι βομβαρδισμοί των ΗΠΑ και του Ισραήλ προ μηνών, χωρίς το Ιράν να αντιδράσει ουσιαστικά απέναντί τους. Με έναν τρόπο, δηλαδή, παραδεχόταν και το ίδιο ότι βρίσκεται σε κατάσταση αδυναμίας.

Αυτό λειτούργησε ως καταλύτης που ώθησε πρώτα τους Ισραηλινούς και δευτερευόντως τους Αμερικανούς σε αυτή την οδό.

Είναι και πιο σαφής και καθαρή η στόχευση του Ισραήλ σε αντιδιαστολή με την αμφισημία που προέρχεται από τις ΗΠΑ, και η οποία δυσκολεύει και την «ανάγνωση» της κατάστασης

Το Ισραήλ έχει έναν πολύ συγκεκριμένο στόχο. Θέλει να καταστρέψει το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν - είτε πλήρως είτε σε τέτοιο βαθμό ώστε να χρειαστούν δεκαετίες για να επανέλθει στο σημείο που βρισκόταν. Παράλληλα επιδιώκει να μειώσει δραστικά τις στρατιωτικές δυνατότητες του Ιράν.

Από την πλευρά των Ηνωμένων Πολιτειών, θα έλεγα ότι η αμφισημία και ο Ντόναλντ Τραμπ είναι έννοιες σχεδόν ταυτόσημες. Σε όλα τα ζητήματα στα οποία εμπλέκεται μπορεί να πει το ένα πράγμα και την επόμενη ημέρα -για να μην πω την επόμενη ώρα- το ακριβώς αντίθετο. Δεν έχει μία κατασταλαγμένη αντίληψη για τα πράγματα· πέρα από έναν γενικό κανόνα ότι με την ισχύ μπορείς να κάνεις τα πάντα, δεν υπάρχει μια στρατηγική σκέψη που να παραπέμπει σε μακρόπνοο σχεδιασμό. Μοιάζει περισσότερο με κάποιον, και ίσως είναι και η εμπειρία του αυτή, που σορτάρει στο χρηματιστήριο κάθε μέρα και προσαρμόζει τις κινήσεις του ανάλογα με το τι συνέβη την προηγούμενη, παρά με έναν σκακιστή που σκέφτεται δέκα κινήσεις μπροστά.

Κατ’ επέκταση δεν διακρίνετε και σαφή στρατηγική εξόδου από τον πόλεμο;

Δεν είμαι σίγουρος ότι υπάρχει σαφής στρατηγική εξόδου. Για να έχεις στρατηγική εξόδου πρέπει να έχεις και στρατηγική εισόδου: να γνωρίζεις δηλαδή ποιος είναι ο στόχος σου, μέχρι ποιο σημείο μπορείς να φτάσεις και πότε πρέπει να αλλάξεις πορεία. Δεν είμαι βέβαιος ότι υπάρχει τέτοιος σχεδιασμός. Αντίθετα, θεωρώ ότι ο Ντόναλντ Τραμπ περισσότερο άγεται και φέρεται υπό την επίδραση του Μπενιαμίν Νετανιάχου, παρά εκείνος τιθασεύει τις επιδιώξεις του Ισραηλινού πρωθυπουργού.

Να περάσουμε στην αρχική εικόνα που περιγράψαμε: τις επιθέσεις σε τάνκερ, την παράλυση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ. Δεν παρατηρείται αποκλιμάκωση στις τιμές του πετρελαίου παρά την αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων. Πώς βλέπετε να εξελίσσεται η κατάσταση τόσο στο πεδίο όσο και ως προς τις επιπτώσεις για την οικονομία, την Ευρώπη και τους πολίτες;

Τα Στενά του Ορμούζ είναι ένα από τα σημαντικότερα ναυτικά περάσματα στον πλανήτη. Από εκεί διέρχεται ένα τεράστιο ποσοστό του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου, γεγονός που επηρεάζει εκ των πραγμάτων την παγκόσμια οικονομία. Τυπικά τα Στενά δεν είναι κλειστά, στην πράξη όμως δεν λειτουργούν. Αυτό από μόνο του αυτονόητα επηρεάζει αρνητικά την παγκόσμια οικονομία, καθώς αυξάνει τις τιμές του πετρελαίου και δυσχεραίνει τον εφοδιασμό των αγορών. Σε συνδυασμό με τη στρατιωτική σύγκρουση ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν, δημιουργείται όχι απλώς ανησυχία αλλά ένα σκηνικό το οποίο είναι πολύ δυσοίωνο. 

Ήδη έχουμε δύο εβδομάδες πολέμου· εάν φτάσουμε στις τέσσερις, στις έξι ή και περισσότερο, είναι μαθηματικά βέβαιο ότι η παγκόσμια οικονομία θα δεχθεί ισχυρό κλονισμό. Ανάλογες περιπτώσεις μεγάλων κρίσεων στη Μέση Ανατολή πυροδότησαν πετρελαϊκές κρίσεις, οι οποίες εκ των πραγμάτων μετατρέπονται σε μεγάλες οικονομικές κρίσεις. Αυτό το φοβάται και ο πρόεδρος Τραμπ. Πολλές από τις δηλώσεις του, που υποδεικνύουν λήξη ή σύντομη λήξη του πολέμου, αποτελούν προσπάθειες κατευνασμού των αντιδράσεων των αγορών, με την ελπίδα ότι τα πράγματα θα εξελιχθούν σχετικά ομαλά και δεν θα χρειαστεί οι Ηνωμένες Πολιτείες να καταβάλλουν μεγάλο οικονομικό τίμημα: πληθωρισμό, ύφεση και άνοδο των τιμών του πετρελαίου.

Μπορούν οι Ηνωμένες Πολιτείες να εγγυηθούν την ασφαλή διέλευση στα Στενά του Ορμούζ;

Δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να εγγυηθούν την ασφάλεια των Στενών του Ορμούζ εξ όσων γνωρίζουμε σήμερα. Θα έπρεπε να προχωρούσαν σε μία χερσαία επιχείρηση που να εξασφαλίζει τον έλεγχο της περιοχής απέναντι από τα Στενά, όμως αυτό θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο. Με αμιγώς ναυτικές δυνάμεις, σε ένα τόσο στενό πέρασμα όπου μπορούν να υπάρξουν βολές από τη στεριά, δεν το θεωρώ εφικτό - η πλήρης διασφάλιση είναι εξαιρετικά περίπλοκη.

Ποια διακρίνετε ως πιθανά σενάρια κατάληξης του πολέμου; Μέχρι στιγμής δεν παρατηρούνται ρωγμές στο καθεστώς ή στους Φρουρούς της Επανάστασης που να παραπέμπουν προς κατάρρευση της θεοκρατίας, όπως ήδη επισημάνατε 

Το καθεστώς του Ιράν έχει δεχθεί σοβαρότατα πλήγματα - αυτό είναι αναμφισβήτητο. Άλλωστε, η αποδυνάμωσή του είχε ξεκινήσει ήδη πριν από τον πόλεμο με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις που προαναφέραμε και φυσικά υπήρξε το πρόσφατο κύμα αντικυβερνητικών διαδηλώσεων και εσωτερικής αναταραχής. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι θα καταρρεύσει σαν χάρτινος πύργος.

Διότι πρόκειται για ένα καθεστώς που έχει δημιουργήσει ένα πλέγμα εξουσίας που διαχέεται και μέσα στην ίδια την ιρανική κοινωνία. Ας μην παραγνωρίζουμε επίσης ότι διαθέτει και κάποια κοινωνική ερείσματα. Είναι βεβαίως ένα αυταρχικό και ανελεύθερο καθεστώς. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τέτοια καθεστώτα δεν έχουν κάποια απήχηση σε ορισμένα κοινωνικά στρώματα. Δεν είναι μόνο φαινόμενο του Ιράν αυτό. Και στην Ευρώπη είχαν υπάρξει ανάλογες περιπτώσεις. 

Επιπλέον, το σύστημα εξουσίας λειτουργεί και με μηχανισμούς που σε ορισμένες περιπτώσεις είναι αποκεντρωμένοι σε βαθμό που να είναι και δύσκολο να ελεγχθούν πλήρως. Για παράδειγμα, οι Φρουροί της Επανάστασης δεν υπακούν πάντοτε στην κεντρική εξουσία με τον τρόπο που θα υπάκουε ένα συντεταγμένο στρατιωτικό σώμα. Γι’ αυτό βλέπουμε και φαινόμενα όπως με τις δηλώσεις του Ιρανού υπουργού Εξωτερικών, Αμπάς Αραγτσί. Μπορεί κάποιες δηλώσεις να είναι λίγο προσχηματικές, όμως αντανακλούν και μία πραγματικότητα ότι κάποιες ενέργειες μπορεί να γίνονται από άτομα που κινούνται αυτοβούλως.

Στο Ιράν υπάρχουν διάσπαρτα όπλα και στρατιωτικές δυνατότητες σε διάφορες δομές και σημεία. Άρα δεν είναι τόσο απλό να «ξεμπερδέψει» κανείς με ένα τέτοιο καθεστώς. Από τη στιγμή μάλιστα που κρίνεται και η ίδια η βιολογική ύπαρξη των ηγετών, ιθυνόντων και αξιωματούχων. Αυτά τα άτομα -πέραν του φανατισμού τους και του γεγονότος ότι η ιδεολογική τους τοποθέτηση τους επιβάλλει να δώσουν μάχη μέχρις εσχάτων- έχουν και ένα επιπλέον κίνητρο καθώς γνωρίζουν ότι εάν χάσουν την εξουσία θα χάσουν και την ίδια τους τη ζωή. Δεν πρόκειται για εναλλαγή εξουσίας τύπου… Σουηδίας ή Δανίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις μιλάμε για καταστάσεις που μπορεί να συνοδεύονται με εκτελεστικά αποσπάσματα. Το έχουμε δει στη Συρία, το έχουμε δει στο Ιράκ, το έχουμε δει στη Λιβύη. Όταν καταρρέουν τέτοια καθεστώτα, τουλάχιστον η ενδιάμεση κατάσταση είναι χάους και αναρχίας - ένας κύκλος βίαιων εκδικητικών ενεργειών.

Τώρα, το ζήτημα δεν είναι μόνο η ανατροπή ενός καθεστώτος, αλλά και το τι θα συμβεί την επόμενη ημέρα. Και εδώ η κατάσταση μοιάζει να κινείται χωρίς σαφή στρατηγική εκ μέρους των ΗΠΑ - περίπου σε λογική «γαία πυρί μιχθήτω». Αυτό κατά την εκτίμησή μου οφείλεται σε δύο λόγους. Ο πρώτος είναι η προσωπικότητα του Τραμπ. Έχει τον τρόπο που σκέφτεται και λειτουργεί και δεν δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το μακροπρόθεσμο. Ο δεύτερος είναι η επίδραση του Ισραήλ, που επιδιώκει ένα άμεσο αποτέλεσμα: να εξαλειφθεί η απειλή του Ιράν, και ας επικρατήσει χάος την επόμενη μέρα. Αυτή η αλληλεπίδραση είναι που νομίζω ότι εξηγεί τις εξελίξεις και προδιαγράφει και ένα όχι τόσο ευοίωνο μέλλον.

Από αμερικανικής πλευράς, ποιο θα μπορούσε να είναι το πιο ρεαλιστικό σενάριο; Να οδηγήσουν το καθεστώς σε τέτοιο σημείο αποδυνάμωσης στρατιωτικά που να μην έχει άλλη επιλογή από το να διαπραγματευτεί υπό τους όρους των ΗΠΑ καθαρά ως μέσο επιβίωσης; Τι χρονικό ορίζοντα θα είχε μία τέτοια προοπτική;

Αυτό που δεν γνωρίζουμε -και νομίζω ότι θα μας έδινε απαντήσεις σε πολλά- είναι ποιο είναι το πραγματικό απόθεμα στρατιωτικών δυνατοτήτων του Ιράν. Δηλαδή πόσους πυραύλους έχει ακόμη στη διάθεσή του και πόσους μπορεί να χρησιμοποιήσει. Μέχρι στιγμής βλέπουμε ότι συνεχίζει να εκτοξεύει πυραύλους και drones. Το ερώτημα είναι για πόσο ακόμη μπορεί να το κάνει αυτό.

Το Ιράν έχει και δική του πολεμική βιομηχανία. Δηλαδή πολλά από τα μέσα που χρησιμοποιεί τα παράγει το ίδιο. Δεν γνωρίζουμε όμως σε ποιο βαθμό μπορεί αυτή η παραγωγή να συνεχίσει να αναπληρώνεται και τι πλήγματα έχει δεχθεί η βιομηχανική του υποδομή. Αν ήμουν στη θέση των Ηνωμένων Πολιτειών και έκανα τον σχεδιασμό, περισσότερο εκεί θα στόχευα παρά στους αμιγώς στρατιωτικούς στόχους. Δηλαδή να καταστραφεί η υποδομή σε τέτοιο βαθμό που να μη μπορεί να αναπληρώνει τις απώλειες σε όπλα και εξοπλισμό. Γιατί σε έναν πόλεμο το ζήτημα δεν είναι μόνο τι έχεις σήμερα, αλλά πόσο μπορείς να μείνεις ενεργός.

Υπάρχουν εκτιμήσεις ότι απομειώνεται το βληματικό δυναμικό του Ιράν· έχουν πληγεί μεν το τελευταίο 48ωρο τάνκτερ και εξακολουθεί να προκαλεί τα κράτη του Κόλπου αλλά ο συνολικός αριθμός εκτοξεύσεων δείχνει να φθίνει - ή και κρατά αποθέματα σε περίπτωση παρατεταμένου πολέμου

Ναι, φαίνεται ότι υπάρχει μια τέτοια μείωση, και υποθέτω πως κρατά και αποθέματα. Να πούμε εδώ και το εξής: όταν το Ιράν χτυπά γειτονικές χώρες, δεν το κάνει απλώς για να τις χτυπήσει. Το κάνει με σκοπό να τις αναγκάσει να ασκήσουν πίεση στις Ηνωμένες Πολιτείες ώστε να μειωθεί η πίεση που ασκείται στο ίδιο το Ιράν. Βεβαίως από την άλλη πλευρά αυτό έχει και μεγάλο πολιτικό και διπλωματικό κόστος. Τους αποξενώνει. Αλλά σε τέτοιες συνθήκες, ίσως «τα παίζεις όλα για όλα». Δεν ξέρω για πόσο μπορεί να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση. Είναι πολύ δύσκολο να το προβλέψει κανείς. Αλλά επαναλαμβάνω: το καθεστώς θα δώσει μάχη μέχρι τέλους. Δεν θα υποχωρήσει εύκολα.

Ούτε πιστεύω όμως ότι και ο Ντόναλντ Τραμπ θα κάνει πίσω. Δεν θέλει να χάσει έναν πόλεμο. Θέλει να βγει από αυτή την υπόθεση ως νικητής με την έννοια ότι θα αναγκαστεί το Ιράν να κάνει αυτό που ζητούν οι Ηνωμένες Πολιτείες. 

Πόσο πολιτικό κόστος μπορεί να «σηκώσει» ο Ντόναλντ Τραμπ παρατείνοντας τον πόλεμο σε ένα έτος ενδιάμεσων εκλογών και με την πλειονότητα της αμερικανικής κοινής γνώμης αντίθετη και να φοβάται για την οικονομία;

Όσον αφορά το πολιτικό κόστος, εκτιμώ ότι ο Ντόναλντ Τραμπ διακατέχεται από μία ιδιόρρυθμη ασυδοσία που πηγάζει από το γεγονός ότι βρίσκεται στη δεύτερη θητεία του και δεν μπορεί να επανεκλεγεί. Επομένως δεν είναι βέβαιο ότι λειτουργεί υπό τους ίδιους όρους με τους «κανονικούς» πολιτικούς, οι οποίοι λαμβάνουν σοβαρά υπόψη το πολιτικό κόστος, τις αντιδράσεις της κοινής γνώμης ή τις ενδιάμεσες εκλογές. Ο Τραμπ είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση. Ούτε είναι προϊόν του κομματικού μηχανισμού του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, ούτε εξαρτάται, ούτε και αισθάνεται ότι έχει κάποια υποχρέωσή απέναντί του. Σε έναν βαθμό, μάλιστα, το ξεπέρασε και πολιτικά και κινήθηκε και εναντίον του. Επομένως δεν είναι βέβαιο ότι δίνει ιδιαίτερη σημασία σε όσα λένε οι κομματικοί μηχανισμοί.

Δηλαδή, θεωρείτε ότι δεν υπολογίζει τον κίνδυνο να χάσει τον έλεγχο του Κογκρέσου;

Τον απασχολεί, αλλά βλέπετε ούτε και τον πόλεμο «έφερε» στο Κογκρέσο. Ένας άλλος πρόεδρος θα αισθανόταν δεσμευμένος από τις θεσμικές διαδικασίες. Ο Τραμπ, όχι. Θεωρώ ότι είναι λάθος να προσπαθούμε να τον ερμηνεύσουμε με συμβατικούς όρους γιατί ο ίδιος δεν είναι ένα συμβατικό πρόσωπο. Έχουμε μεγάλη εμπειρία από προέδρους των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά ο Τραμπ αποτελεί μία άλλη κατηγορία. Δεν μπορούμε αντιστοίχως να κάνουμε υπολογισμούς ούτε για τη χρονική διάρκεια του πολέμου με συμβατικούς όρους ακριβώς διότι, όπως σας προανέφερα, ο Τραμπ δεν είναι συμβατικό πρόσωπο - δεν υπάρχει συγκρίσιμο μέγεθος.

Καταγράφεται ταυτόχρονα κλιμάκωση και στο μέτωπο με τη Χεζμπολάχ. Πώς βλέπετε να εξελίσσεται η κατάσταση στον Λίβανο;

Πρόκεται περί προσπάθειας του Ιράν να ασκήσει πίεση στο Ισραήλ - δεν μπορεί να το πράξει μόνο του, ή τουλάχιστον μπορεί μέχρι ενός ορισμένου σημείου, και βάζει τον «υπεργολάβο» να κάνει τη «δουλειά». Είναι αυτό που συστηματικά πράττει εδώ και χρόνια: χρησιμοποιεί τους πληρεξουσίους του κατά του Ισραήλ χωρίς το ίδιο να εμπλέκεται άμεσα.

Το Ισραήλ από πλευράς του δεν πρόκειται να κάνει πίσω σε αυτό το μέτωπο - όπως δεν έκανε στη Γάζα, έτσι και με τη Χεζμπολάχ θα προσπαθήσει να πάει «μέχρι τέλους», να καταστρέψει όσο το δυνατόν περισσότερες από τις δυνατότητες που έχει η Χεζμπολάχ. Να της αφαιρέσει όσο περισσότερα μέσα μπορεί. Δεν αντιλέγω ότι ασκείται μία πίεση στο Ισραήλ, αλλά περισσότερο λειτουργεί ως επιπλέον λόγος για να συνεχίσει τη στρατιωτική προσπάθεια, παρά το αντίστροφο.

Τους Χούθι της Υεμένης τους έχουμε δει μέχρι στιγμής να μένουν εκτός. Διακρίνετε αυτό να αλλάζει;

Και αυτοί είχαν υποστεί πλήγματα τους προηγούμενους μήνες. Γι’ αυτό λέω ότι το Ισραήλ τη δεδομένη στιγμή έχει βρει μία «χρυσή ευκαιρία»· αυτό είναι που διακρίνει ο Μπενιαμίν Νετανιάχου. Το Ιράν έχει αποδυναμωθεί. Έχει χάσει συμμάχους και στηρίγματα στην περιοχή. Άρα η συγκυρία είναι ευνοϊκή για το Ισραήλ, σε συνδυασμό με την παρουσία Τραμπ, ο οποίος λειτουργεί με τον τρόπο που λειτουργεί. Και παράλληλα από πολιτικής άποψης ο Ισραηλινός πρωθυπουργός ευνοείται, σε αντιδιαστολή με το πού βρισκόταν δυόμισι χρόνια πριν με τις δικαστικές υποθέσεις που αντιμετώπιζε, τώρα κερδίζει τον έναν πόλεμο μετά τον άλλον. Δεν γνωρίζουμε πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα στο τέλος, αλλά έχει και προσωπικό κίνητρο για τη συνέχεια καθώς κερδίζει πολιτικό κεφάλαιο.

Κλείνοντας κ. Κλάψη, τι φέρνει στο προσκήνιο ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή όσον αφορά τη συνοχή και δυναμική της Ευρωπαϊκής Ένωσης;

Η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει ένα μεγάλο πρόβλημα, το οποίο δεν είναι καινούργιο αλλά παλιό: δεν διαθέτει κοινή εξωτερική πολιτική και είναι επί της ουσίας ανύπαρκτη η κοινή πολιτική άμυνας και ασφάλειας. Επομένως, δεν εμφανίζεται στο διεθνές σκηνικό με μία φωνή, αλλά με πολλές διαφορετικές, που εκφράζουν επιμέρους συμφέροντα των κρατών-μελών. Ορισμένα κράτη έχουν συγκλίνοντα συμφέροντα, άλλα αποκλίνοντα, με αποτέλεσμα να εκφράζονται διαφορετικές θέσεις.

Κατά συνέπεια, η Ευρωπαϊκή Ένωση -μόνιμο είναι το πρόβλημα- δεν έχει πραγματική διεθνή παρουσία. Ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι είχε κοινές θέσεις, δεν διαθέτει τα μέσα για να τις προωθήσει στην πράξη. Δεν έχει στρατό ούτε μέσα «σκληρής ισχύος» που θα της επέτρεπαν να παρέμβει αποφασιστικά σε μια κρίση. Το είδαμε και στην περίπτωση της Ουκρανίας. Επομένως δεν είναι κάτι που προκαλεί έκπληξη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση τείνει να είναι ουραγός των εξελίξεων και όχι διαμορφωτής τους.

Αυτό οφείλεται, ανάμεσα στα άλλα, στο γεγονός ότι είναι και οι διαδικασίες λήψης αποφάσεων στο εσωτερικό της πολύ περίπλοκες και αργόσυρτες. Η Ένωση είναι σχεδιασμένη για αποφάσειςσε καιρούς ειρήνης και ομαλότητας, όπου μπορούν να γίνονται συζητήσεις επί συζητήσεων και συμβιβασμοί επί συμβιβασμών. Σε περιόδους κρίσης όμως, όπου οι εξελίξεις είναι ταχύτατες, συχνά συμβαίνει το εξής: μέχρι να ληφθεί μια απόφαση, τα γεγονότα έχουν ήδη εξελιχθεί τόσο ραγδαία που η απόφαση αυτή καταλήγει να αφορά ένα ζήτημα που πλέον δεν υφίσταται. Έτσι η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται διαρκώς τουλάχιστον ένα βήμα πίσω.


* Ο Αντώνης Κλάψης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου