Η Ευρώπη πρέπει να αλλάξει, αλλά οι ηγέτες της είναι μονίμως πίσω από τις εξελίξεις. Όχι από κακή πρόθεση. Από συνήθεια. Έμαθαν να κυβερνούν σε έναν κόσμο όπου ο χρόνος ήταν άφθονος, η ασφάλεια δεδομένη και το κόστος των λαθών διάχυτο. Αυτός ο κόσμος τελείωσε. Η ισχύς επέστρεψε, η ενέργεια έγινε όπλο και η γεωπολιτική έπαψε να συγχωρεί την αναβολή. Κι όμως, η Ευρώπη συνεχίζει να λειτουργεί σαν να έχει πάντα «τον επόμενο γύρο» στη διάθεσή της.
Στο Νταβός ακούστηκαν φέτος τρεις φωνές που δεν ανήκουν στο ίδιο στρατόπεδο, δεν μιλούν την ίδια γλώσσα και δεν υπηρετούν το ίδιο ακροατήριο. Κι όμως, περιέγραψαν το ίδιο πρόβλημα. Ο Ζελένσκι μίλησε από το μέτωπο του πολέμου. Ο Τραμπ μίλησε με το ένστικτο της ισχύος και της σύγκρουσης. Και ο Μερτς μίλησε εκ των έσω, σαν άνθρωπος του ευρωπαϊκού συστήματος που παραδέχεται ότι κάτι πηγαίνει πολύ στραβά. Αν η Ευρώπη εξακολουθήσει να μην ακούει, τότε το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη προειδοποίησης. Είναι η άρνηση.
Η κριτική του Ζελένσκι ήταν η πιο σκληρή ακριβώς επειδή ήταν η πιο καθαρή. Είπε ότι η Ευρώπη χρειάζεται ενωμένες ένοπλες δυνάμεις που να μπορούν να υπερασπιστούν την ήπειρο σήμερα, όχι σε δέκα χρόνια. Όχι σε κάποιο στρατηγικό έγγραφο. Και έθεσε το ερώτημα που οι Ευρωπαίοι αποφεύγουν συστηματικά: αν ο Πούτιν αποφασίσει να χτυπήσει την Πολωνία ή να πάρει τη Λιθουανία, ποιος απαντά; Όχι θεωρητικά. Πρακτικά. Με τι δυνάμεις, με ποια ταχύτητα, με ποια πολιτική βούληση.
Αλλά το πιο δηλητηριώδες σημείο της παρέμβασής του δεν ήταν στρατιωτικό. Ήταν ψυχολογικό. «Η Ευρώπη λατρεύει να συζητά το μέλλον, αλλά αποφεύγει να αναλάβει δράση σήμερα». Αυτό δεν είναι προσβολή. Είναι διάγνωση. Μια ήπειρος που εθίστηκε στη διαδικασία, στις συναντήσεις, στα χρονοδιαγράμματα, και ξέχασε ότι η ισχύς χτίζεται με αποφάσεις που κοστίζουν. Γι’ αυτό και η ειρωνεία του περί «mode Γροιλανδίας» χτύπησε νεύρο. Η Ευρώπη σκληραίνει μόνο όταν απειλείται άμεσα το «δικό της» έδαφος. Στην περιφέρεια δείχνει κατανόηση. Στο κέντρο δείχνει πανικό.
Εκεί έρχεται και κουμπώνει η κριτική του Τραμπ, όχι στο πεδίο της άμυνας, αλλά στο υπόστρωμα της ισχύος: την οικονομία και την ενέργεια. Ο Τραμπ είπε στο Νταβός ότι η Ευρώπη «δεν πηγαίνει προς τη σωστή κατεύθυνση» και ότι σε σημεία «δεν είναι καν αναγνωρίσιμη πια». Περιέγραψε ένα μοντέλο που στηρίζεται σε διαρκώς αυξανόμενες κρατικές δαπάνες, μαζική μετανάστευση χωρίς ενσωμάτωση, εισαγωγές αντί παραγωγής, εξαγωγή της βαριάς βιομηχανίας και αντικατάσταση της φθηνής ενέργειας με πολιτικά επιβεβλημένη ακριβή ενέργεια. Το βάφτισε προκλητικά «Green New Scam», όχι για να κάνει ανάλυση, αλλά για να δείξει αυτό που βλέπει: αυτοϋπονόμευση.
Οι αριθμοί του συχνά είναι υπερβολικοί. Το ύφος του επιθετικό. Όμως η καρδιά της κριτικής του βρίσκει στόχο. Ακριβή ενέργεια σημαίνει φυγή βιομηχανίας. Φυγή βιομηχανίας σημαίνει απώλεια παραγωγικής βάσης. Και χωρίς παραγωγική βάση δεν υπάρχει ούτε κοινωνική συνοχή ούτε στρατηγική αυτονομία. Μια ήπειρος που αποβιομηχανίζεται στο όνομα της ηθικής ανωτερότητας, καταλήγει εξαρτημένη και ηθικά αιχμάλωτη.
Και τότε έρχεται η επιβεβαίωση από εκεί που δεν μπορείς να την αγνοήσεις. Από μέσα. Ο καγκελάριος Μερτς παραδέχθηκε στο Νταβός ότι η Γερμανία και η Ευρώπη σπατάλησαν απίστευτες δυνατότητες ανάπτυξης, καθυστερώντας μεταρρυθμίσεις και περιορίζοντας άσκοπα την επιχειρηματική ελευθερία και την προσωπική ευθύνη. Είπε ότι η ενιαία αγορά δημιουργήθηκε για να γίνει ο πιο ανταγωνιστικός οικονομικός χώρος στον κόσμο και καταντήσαμε παγκόσμιος πρωταθλητής της υπερβολικής ρύθμισης. Και κατέληξε λιτά: αυτό πρέπει να σταματήσει.
Όταν ο άνθρωπος του πολέμου, ο άνθρωπος της σύγκρουσης και ο άνθρωπος της ευρωπαϊκής εξουσίας λένε, από διαφορετικές αφετηρίες, το ίδιο πράγμα, τότε το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι υπαρξιακό. Το ερώτημα δεν είναι αν μας αρέσει ο αγγελιοφόρος. Είναι αν η Ευρώπη, επιτέλους, ακούει.
