Σκληρές αλήθειες για την ICE και τη Μινεσότα

Η Αμερική δεν καίγεται επειδή ανακάλυψε ξαφνικά την παράνομη μετανάστευση. Καίγεται επειδή αποφάσισε να τη μετατρέψει σε εμφύλιο πολιτισμικού τύπου. Ο Τραμπ εξελέγη υποσχόμενος μαζικές απελάσεις. Δεν το ψιθύρισε. Το φώναξε. Και θεσμικά έχει την εξουσία να κατευθύνει την ομοσπονδιακή επιβολή της μεταναστευτικής νομοθεσίας. Μπορεί να μην αρέσει, μπορεί να τρομάζει, μπορεί να εξοργίζει, αλλά η Δημοκρατία δεν έχει νομιμοποίηση μόνο όταν συμφωνεί με τα πολιτικά πιστεύω του καθενός. Λειτουργεί με Σύνταγμα, νόμο, και εν τέλει επιβολή. Στην περίπτωση της Μινεσότας, η ICE (ομοσπονδιακή Υπηρεσία Επιβολής Μεταναστευτικής και Τελωνειακής Νομοθεσίας) έχει λάβει εντολή να εντοπίσει και να συλλάβει περίπου 60,000 άτομα που βρίσκονται παράνομα στη χώρα. Από αυτά τα 60.000 άτομα περίπου 5.000 είναι εγκληματίες. Οι τωρινές επιχειρήσεις, που έχουν προκαλέσει τόσες αντιδράσεις, αφορούν πρωτίστως τους παράνομους μετανάστες που είναι ταυτόχρονα και εγκληματίες. 

Γι’ αυτό πόλεις όπως η Μινεάπολη βρίσκονται μέσα στο κύμα. Όχι επειδή έγιναν ξαφνικά «συνοριακές» αλλά επειδή είναι αυτό που λέμε sanctuary cities ή states. Δηλαδή μια πόλη ή μια πολιτεία που έχει επιλέξει, με κανόνες και οδηγίες προς τις τοπικές αρχές, να περιορίζει τη συνεργασία της τοπικής αστυνομίας με τις ομοσπονδιακές αρχές μετανάστευσης. Στην πράξη αυτό σημαίνει λιγότερες ερωτήσεις για καθεστώς παραμονής, λιγότερες «κρατήσεις» για λογαριασμό της ομοσπονδιακής υπηρεσίας μετανάστευσης, λιγότερη ανταλλαγή πληροφοριών, λιγότερη εμπλοκή της τοπικής δύναμης σε επιχειρήσεις απέλασης.

Το επιχείρημα έχει βάση. Μια πόλη θέλει οι κάτοικοί της να καταγγέλλουν εγκλήματα και να συνεργάζονται με την αστυνομία χωρίς να φοβούνται ότι η επαφή με το κράτος θα γίνει εισιτήριο απέλασης. Αυτό είναι ένα σοβαρό, πρακτικό σκεπτικό. Παράλληλα όμως, οι πόλεις αυτές έγιναν αγαπημένοι προορισμοί των παράνομων μεταναστών που κατά την προεδρία Μπάιντεν μπορεί και να ξεπέρασαν τα 8 εκατομμύρια.

Εδώ αρχίζει η πολιτική δυναμίτιδα. Όταν ο Τραμπ στέλνει την ICE μέσα σε πολιτείες (όπως η Μινεσότα) ή πόλεις που έχουν χτίσει πολιτική ταυτότητα πάνω στη μη συνεργασία, δεν κάνει απλώς επιβολή νόμου. Πηγαίνει σε έδαφος ήδη φορτισμένο, όπου το τοπικό σύστημα εξουσίας έχει κάθε κίνητρο να παρουσιάσει την ομοσπονδιακή παρουσία ως εισβολή. Έτσι η επιχείρηση δεν γίνεται μόνο επιχείρηση. Γίνεται σύμβολο. Και όταν το κράτος και οι πόλεις ανταγωνίζονται σε συμβολισμούς, οι πολίτες πληρώνουν την κλιμάκωση.

Ας δούμε, λοιπόν, τους Δημοκρατικούς, γιατί εκεί βρίσκεται η μεγάλη σύγχυση. Η θέση τους, επί της αρχής, είναι ότι οι μαζικές απελάσεις διαλύουν κοινότητες, διαβρώνουν την εμπιστοσύνη στην αστυνομία, και σπρώχνουν ανθρώπους στη σκιά. Σε αυτό έχουν δίκιο. Έχουν δίκιο επίσης όταν απαιτούν λογοδοσία, κάμερες, σαφείς κανόνες εμπλοκής και έλεγχο στη χρήση βίας. Όποιος πιστεύει στην ελευθερία πρέπει να φοβάται την ανεξέλεγκτη κρατική ισχύ, ακόμη κι όταν τον βολεύει πολιτικά.

Αλλά εκεί που οι Δημοκρατικοί κάνουν λάθος, το κάνουν με τρόπο επικίνδυνο. Πρώτον, αντιμετωπίζουν την επιβολή του νόμου ως κάτι εγγενώς παράνομο όταν δεν το ελέγχουν οι ίδιοι. Ουδείς μιλάει για τις απελάσεις επί Ομπάμα ή τα θύματα της ICE επί Μπάιντεν - το ζήτημα είναι να πληγεί ο Τραμπ και οι Ρεπουμπλικάνοι που ελέγχουν τη νομοθετική και εκτελεστική εξουσία. Δεύτερον, έχουν επενδύσει σε μια αφήγηση που δαιμονοποιεί συλλήβδην την ICE, σαν να είναι σώμα «ξένο» προς τις πόλεις, ανίδεο, ανεξέλεγκτο, σχεδόν σαν στρατός κατοχής. Αυτό είναι ένα επικίνδυνο ψέμα.

Οι αστυνομικοί της ICE έχουν και εκπαίδευση και μακροχρόνια εμπειρία σε αστικά περιβάλλοντα αφού για χρόνια λειτουργούν (σε συνεργασία με τις τοπικές αρχές) στις μεγαλύτερες συνοριακές πόλεις των ΗΠΑ. Τρίτον, και πιο κρίσιμο, όταν τοπικοί άρχοντες αρνούνται κάθε επιχειρησιακό συντονισμό και ταυτόχρονα ενθαρρύνουν τους πολίτες να «παρατηρούν» οργανωμένα τις επιχειρήσεις, δημιουργούν ένα μείγμα που φωνάζει σύγκρουση. Δεν μιλάμε για διαφάνεια. Η διαφάνεια θέλει κανόνες και ψυχραιμία. Εδώ μιλάμε για σκηνικό. Για την κατασκευή του επεισοδίου. Και αυτό δεν είναι υπεράσπιση δικαιωμάτων. Είναι πολιτική με σπίρτα την ώρα που το πολιτικό πεδίο έχει λουστεί με βενζίνη. Με τη στάση τους, Δημοκρατικοί ηγέτες όπως ο κυβερνήτης της Μινεσότας Τιμ Γουολς, δεν προάγουν κανέναν έλεγχο. Προάγουν μόνο μεγαλύτερη και πιο επικίνδυνη πόλωση. 

Τώρα ας δούμε τον Τραμπ και την κυβέρνησή του, χωρίς να χαρίζουμε τίποτα. Έχει δίκιο σε ένα βασικό σημείο που οι αντίπαλοί του αποφεύγουν να πουν καθαρά. Η παράνομη μετανάστευση δεν είναι αφηρημένη ηθική συζήτηση. Είναι παραβίαση νόμων που μια κυρίαρχη χώρα δικαιούται να εφαρμόζει. Έχει δίκιο επίσης ότι η ανακήρυξη περιοχών ως «sanctuary», δηλαδή καταφύγια για παράνομους μετανάστες, δεν μπορεί να σημαίνει στην πράξη ότι καταλύονται οι νόμοι του κράτους. Όταν μια ολόκληρη χώρα στέλνει μήνυμα ότι ο νόμος διαπραγματεύεται ανάλογα με τον ταχυδρομικό κώδικα, τότε ο νόμος παύει να είναι νόμος. Γίνεται πολιτικό αξεσουάρ.

Αλλά η κυβέρνηση Τραμπ κάνει δύο βαριά λάθη. Πρώτον, υποτιμά την κλίμακα. Άλλο να φυλάς σύνορα - το οποίο κατάφερε με μεγάλη επιτυχία μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα - και άλλο να επιχειρείς την απομάκρυνση εκατομμυρίων ανθρώπων από την καθημερινή ζωή των πόλεων. Η απέλαση των παράνομων μεταναστών δεν είναι κάτι που επιτυγχάνεται με «λίγη περισσότερη αποφασιστικότητα». Είναι διαφορετικό είδος επιχείρησης, με τεράστιο κόστος, τεράστια τριβή, τεράστιο περιθώριο τραγωδίας. Δεύτερον, η εικόνα της ισχύος δεν αντικαθιστά τη νομιμοποίηση. Αν η επιβολή του νόμου μοιάζει με στρατιωτική επιδρομή, αν οι κανόνες εμπλοκής είναι θολοί, αν η χρήση βίας θυμίζει αντανακλαστικό και όχι έσχατη λύση, τότε η κυβέρνηση δεν «επιβάλλει» τάξη. Παράγει αντίσταση. Και κάθε λάθος, κάθε αδικία, κάθε θύμα, γίνεται καύσιμο για ακριβώς τη σύγκρουση που υποτίθεται ότι θέλει να τελειώσει.

Η Ρώμη το έμαθε νωρίς. Όταν η εξουσία άρχισε να βασίζεται περισσότερο στον φόβο παρά στη συναίνεση, η αυτοκρατορία κέρδιζε μάχες και έχανε πολίτες. Κάτι παρόμοιο κινδυνεύει να πάθει και η Αμερική. Αν οι Δημοκρατικοί συνεχίσουν να παριστάνουν ότι ο νόμος είναι φασισμός και αν ο Τραμπ συνεχίσει να παριστάνει ότι μια γιγάντια κοινωνική πραγματικότητα λύνεται με επιχειρησιακή σκληρότητα, τότε το αποτέλεσμα δεν θα είναι «τάξη» ή «ανθρωπιά». Θα είναι κοινωνική αναταραχή κλίμακας.