Όταν τα media ρίχνουν την ευθύνη στα θύματα

Έξω από το Gracie Mansion, την επίσημη κατοικία του (μουσουλμάνου) δημάρχου της Νέας Υόρκης, είχε στηθεί μια διαδήλωση κατά του Ισλάμ. Ήταν μια σκληρή, προκλητική και φορτισμένη κινητοποίηση, με συνθήματα εχθρικά προς τους μουσουλμάνους και με την αναμενόμενη πολιτική τοξικότητα που παράγουν τέτοιες συγκεντρώσεις στη σημερινή Αμερική. Απέναντί της εμφανίστηκε στη συνέχεια το αντίπαλο στρατόπεδο, μία αντιδιαδήλωση που ήρθε να συγκρουστεί πολιτικά και συμβολικά με το αρχικό μήνυμα κατά της ισλαμοποίησης της Νέας Υόρκης.

Το σκηνικό ήταν ήδη εκρηκτικό. Και τότε ήρθε η πραγματική έκρηξη. Δύο νεαροί άνδρες φέρονται να πέταξαν αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς στο σημείο, σε μια επίθεση που οι αρχές συνέδεσαν με τζιχαντιστική έμπνευση και χαρακτήρισαν τρομοκρατική. Οι μηχανισμοί δεν λειτούργησαν όπως είχαν σχεδιαστεί. Γι’ αυτό δεν μετρήσαμε νεκρούς. Όχι επειδή δεν υπήρχε πρόθεση, αλλά επειδή απέτυχε η εκτέλεση.

Αυτή είναι η σειρά των γεγονότων. Πρώτα η αντι-ισλαμιστική διαδήλωση. Μετά η αντιδιαδήλωση. Και μετά η τρομοκρατική επίθεση. Αυτή η ακολουθία έχει σημασία, γιατί ακριβώς εκεί παρενέβη το γνωστό ιδεολογικό φίλτρο των αμερικανικών mainstream media. Αντί να σταθούν στην ουσία, δηλαδή στο ότι κάποιοι αποφάσισαν να απαντήσουν σε μια πολιτική συγκέντρωση με βόμβες, προσπάθησαν να θολώσουν το κάδρο. Αντί να περιγράψουν καθαρά τους δράστες, το κίνητρο και τον στόχο, άφησαν να αιωρείται η εντύπωση ότι η ίδια η παρουσία των αντι-ισλαμικών διαδηλωτών, ήταν σχεδόν η αιτία του περιστατικού.

Εδώ βρίσκεται το πραγματικό σκάνδαλο. Τα θύματα παρουσιάστηκαν περίπου ως εκείνοι που προκάλεσαν ό,τι τους συνέβη. Επειδή οι διαδηλωτές ήταν κατά του Ισλάμ, επειδή εξέφραζαν θέσεις αποκρουστικές για το προοδευτικό ακροατήριο, μεγάλο μέρος των media έμοιαζε να δυσκολεύεται να τους αντιμετωπίσει ως καθαρούς στόχους μιας τρομοκρατικής ενέργειας. Σαν να έπρεπε πρώτα να μπει ένας αστερίσκος. Σαν να έπρεπε πρώτα να ειπωθεί ότι ναι μεν τους πέταξαν βόμβες, αλλά ας θυμόμαστε ποιοι ήταν. Αυτό δεν είναι δημοσιογραφία. Είναι ιδεολογική απάτη.

Το CNN απλώς το έκανε τόσο άτσαλα που εκτέθηκε. Αναγκάστηκε να ανακαλέσει ανάρτησή του και να παραδεχθεί ότι δεν απέδιδε τη σοβαρότητα του περιστατικού. Αλλά το πρόβλημα δεν ήταν απλώς ότι δεν αποδόθηκε η βαρύτητα. Το πρόβλημα ήταν ότι επιχειρήθηκε μια γνώριμη μετατόπιση. Από τους δράστες προς το περιβάλλον. Από την τρομοκρατία προς το πολιτικό πλαίσιο. Από την ευθύνη εκείνων που έδρασαν προς την ενοχοποίηση εκείνων που στοχοποιήθηκαν. Με άλλα λόγια, το περιστατικό παρουσιάστηκε σαν να είχε προκληθεί από τα ίδια του τα θύματα.

Και αυτό δεν αφορά μόνο το CNN ή τη Νέα Υόρκη. Αφορά ολόκληρη την αμερικανική Αριστερά και ιδιαίτερα τους Δημοκρατικούς, που εδώ και χρόνια έχουν μάθει να διαβάζουν την πραγματικότητα όχι με βάση τα γεγονότα αλλά με βάση την ιδεολογική χρησιμότητα των γεγονότων. Αν το θύμα δεν είναι συμπαθές, αν ο στόχος δεν ανήκει στη σωστή πολιτική φυλή, αν η καθαρή περιγραφή ενοχλεί το προοδευτικό αφήγημα, τότε αρχίζει το λεκτικό μαγείρεμα. Οι λέξεις γίνονται πιο μαλακές. Οι ευθύνες πιο θολές. Οι δράστες σχεδόν εξαφανίζονται και στη θέση τους μπαίνει η ατμόσφαιρα, το κλίμα, η ένταση, το πλαίσιο, και κυρίως ο Τραμπ και οι ακόλουθοί του.

Αυτή η προκατάληψη δεν είναι περιστασιακή. Είναι συνεχής, καθημερινή και απροκάλυπτη. Η πλειοψηφία των mainstream media στις ΗΠΑ λειτουργεί πια σαν μηχανισμός πολιτικής επεξεργασίας της πραγματικότητας. Απλώς στην περίπτωση της τρομοκρατικής επίθεσης στο Gracie Mansion το έκαναν τόσο χοντροκομμένα, τόσο απροκάλυπτα, ώστε δεν μπόρεσαν να το κρύψουν. Και τότε δεν τους νίκησε η συνείδησή τους. Τους νίκησε η κατακραυγή.