Όταν ο Blair λέει όσα η κεντροαριστερά δεν τολμούσε να ακούσει

Ο Tony Blair δεν είναι μια τυχαία φωνή του παλιού πολιτικού κόσμου. Παραμένει το πιο αναγνωρίσιμο σύμβολο της ευρωπαϊκής κεντροαριστεράς των νικητών. Ο οραματιστής του Τρίτου Δρόμου. Ο μεταρρυθμιστής που έπεισε τη σοσιαλδημοκρατία να μιλήσει τη γλώσσα της ανάπτυξης, της ευθύνης και της εξουσίας.

Στην Ελλάδα, αυτό το υπόδειγμα βρήκε τη φυσική του αντήχηση στον σημιτικό εκσυγχρονισμό και στους μεταρρυθμιστές του ΠΑΣΟΚ. Στην ιδέα ότι η χώρα μπορεί να γίνει ευρωπαϊκό κράτος κανόνων, λογικής και θεσμών. Αυτή η σχολή μπορεί να ηττήθηκε κομματικά, αλλά πολιτισμικά δεν εξαφανίστηκε ποτέ. Διαχύθηκε στο διοικητικό προσωπικό, στα media, στους τεχνοκράτες, στους διαμορφωτές της αστικής συναίνεσης, ακόμη και σε τμήματα της σημερινής κεντροδεξιάς. Πρόκειται για μία γενιά πολιτικών που έχει μάθει να ακούει τα λεγόμενα του Blair με σεβασμό και σχολαστικότητα.

Γι’ αυτό έχει τόσο βάρος το πρόσφατο άρθρο καταγγελίας του Blair για την ανίερη συμμαχία της αριστεράς με τον ισλαμισμό και για την απροθυμία της να αντιμετωπίσει τον αντισημιτισμό. Δεν πρόκειται για επίθεση απ’ έξω. Πρόκειται για εσωτερικό κατηγορητήριο. Για δημόσια καταγγελία που έρχεται από το ίδιο το εικονοστάσι της κεντροαριστεράς. Και αυτό ακριβώς είναι που ενοχλεί τόσο πολύ.

Για χρόνια, όσοι υποδείκνυαν αυτή την ανίερη συμμαχία χαρακτηρίζονταν ακροδεξιοί ή συνωμοσιολόγοι. Αν μιλούσες για ισλαμισμό, ήσουν ισλαμόφοβος. Αν έλεγες ότι τμήματα της αριστεράς χαϊδεύουν θεοκρατικούς φανατισμούς επειδή τους βλέπουν ως χρήσιμους συμμάχους κατά της Δύσης και του Ισραήλ, ήσουν υπερσυντηρητικός. Αν επέμενες ότι ο αντισημιτισμός δεν ζει μόνο στα υπόγεια της άκρας δεξιάς αλλά και στα πανεπιστήμια, στις πορείες και στη ρητορική της επιλεκτικής αγανάκτησης, ήσουν ακραίος.

Τώρα όμως τα ίδια τα λέει ο Blair. Και ξαφνικά η γνωστή μέθοδος δεν δουλεύει. Δεν μπορούν να τον εμφανίσουν ως δεξιό τρολ. Δεν μπορούν να τον πετάξουν έξω από την προοδευτική γενεαλογία. Οπότε δοκιμάζουν κάτι άλλο. Να μειώσουν το κύρος της καταγγελίας του. Να παρουσιάσουν το κείμενό του ως υπερβολικό ή υστερικό. Είναι η τελευταία άμυνα ενός χώρου που βλέπει το δικό του σύμβολο να του απαγγέλλει κατηγορητήριο.

Και όμως ο Blair δεν λέει κάτι εξωφρενικό. Λέει κάτι που θα έπρεπε να είναι κοινός τόπος σε κάθε φιλελεύθερη δημοκρατία. Ότι ένα μέρος της δυτικής αριστεράς έχει αναπτύξει μια επικίνδυνη σχέση με τον ισλαμισμό. Όχι επειδή δεν καταλαβαίνει τι είναι, αλλά επειδή τον αντιμετωπίζει ως χρήσιμο εργαλείο. Ως φορέα αντιδυτικής οργής. Ως σύμμαχο στην απονομιμοποίηση του Ισραήλ και της φιλελεύθερης δημοκρατίας.

Το πιο βρώμικο προϊόν αυτής της συμμαχίας είναι η αδυναμία σύγκρουσης με τον αντισημιτισμό. Όχι μόνο με τον παλιό, τον χυδαίο και δηλωμένο. Αλλά με τον νέο αντισημιτισμό, τον καλλιεργημένο, τον μεταμφιεσμένο, τον ηθικολογικό. Εκείνον που μιλά τη γλώσσα της “δικαιοσύνης” και της “αντίστασης”, ενώ στην πράξη μετατρέπει τους Εβραίους σε υπόπτους και δίνει ιδεολογική ασυλία στη μισαλλοδοξία.

Εδώ ακριβώς εκτίθεται και το εγχώριο κέντρο. Επί χρόνια πούλησε τον εαυτό του ως παράταξη της λογικής και του ευρωπαϊσμού. Αλλά σε αυτό το ζήτημα έδειξε δειλία. Προτίμησε τη σιωπή από τη σύγκρουση. Φοβήθηκε τις κραυγές του ακτιβισμού. Και κάθε φορά που κάποιος έλεγε ότι η ανοχή προς τον ισλαμισμό δεν είναι ανεκτικότητα αλλά αυτοκατάργηση του φιλελευθερισμού, τον άφηνε βορά στη γνωστή ηθική γελοιοποίηση.

Η παρέμβαση του Blair είναι αποκαλυπτική ακριβώς επειδή λέει δημόσια αυτό που πολλοί ψιθύριζαν ιδιωτικά. Ότι δεν μπορείς να υπερασπίζεσαι τη δημοκρατία και να χαϊδεύεις ιδεολογίες που τη μισούν. Ότι ο αντισημιτισμός δεν γίνεται προοδευτικός επειδή αλλάζει περίβλημα. Και ότι ο φιλελευθερισμός δεν είναι αισθητική μετριοπάθειας, αλλά βούληση σύγκρουσης όταν απειλείται η ανοιχτή κοινωνία.