Για την κλιμακούμενη ρητορική έντασης της Άγκυρας εν όψει του νομοσχεδίου για τη «Γαλάζια Πατρίδα», αλλά και για τους φόβους του Τούρκου προέδρου, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν μίλησε στο Liberal και στον Κώστα Βλάχο ο Υποναύαρχος (ε.α), στρατηγικός αναλυτής και μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Strategy International, Στάθης Κυριακίδης.
Ο κ. Κυριακίδης τονίζει πως «ο Τούρκος πρόεδρος δέχεται πίεση τόσο από το εσωτερικό, όσο και από το εξωτερικό», ενώ συμπληρώνει ότι «αυτό που πρέπει να απασχολεί την Ελλάδα είναι ότι το συγκεκριμένο νομοσχέδιο θα αποτελέσει πλέον ένα κείμενο καταστατικής λειτουργίας για την Τουρκία».
Συνέντευξη στον Κώστα Βλάχο
Ο Ερντογάν πλέον προκαλεί ανοιχτά την Ελλάδα μέσω της θεσμοθέτησης της Γαλάζιας Πατρίδας. Γιατί κάνει αυτήν την κίνηση;
Καταρχήν να ξεκαθαρίσουμε ότι δεν έχουμε εικόνα του κειμένου του νομοσχεδίου. Αυτό είναι το πρώτο. Το δεύτερο είναι ότι δεν γνωρίζουμε τον χρόνο στον οποίο θα ψηφιστεί. Και προφανώς δεν θα κάνει κάτι τέτοιο μέχρι τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, που θα λάβει χώρα στην Άγκυρα στις 7 και 8 Ιουλίου.
Γιατί επιλέγει να κάνει κάτι τέτοιο τώρα; Η Τουρκία βρίσκεται σε δύσκολη θέση, και ο ίδιος προσωπικά ο κ. Ερντογάν, λόγω εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων. Ας δούμε πρώτα το εσωτερικό κομμάτι. Έχουμε εξελίξεις, όπως γνωρίζετε πολύ καλά, στην αντιπολίτευση. Πρακτικά μιλάμε για εμφύλιο στην αντιπολίτευση, με παρότρυνση του Ερντογάν, για τη διάλυση του CHP, του κεμαλικού κόμματος δηλαδή. Παράλληλα, υπάρχει η προσπάθειά του να κάνει ακόμη μία προεδρική θητεία.
Αυτό, όπως ξέρετε, μπορεί να γίνει με δύο τρόπους. Ο πρώτος τρόπος, για μια τέταρτη θητεία Ερντογάν, είναι να υπάρξει απόφαση της Εθνοσυνέλευσης για πρόωρες εκλογές. Θα μπορεί τότε να είναι υποψήφιος, ακριβώς επειδή θα πρόκειται για πρόωρες εκλογές. Γι’ αυτό, όμως, χρειάζεται πλειοψηφία τριών πέμπτων, δηλαδή 360 στους 600 βουλευτές.
Το δεύτερο σενάριο, που ο ίδιος θα επιθυμούσε, αλλά είναι πολύ δύσκολο κατά τη γνώμη μου, είναι να υπάρξει αναθεώρηση του Συντάγματος. Εκεί χρειάζονται 360 ψήφοι για να πάει σε δημοψήφισμα. Με 400 ψήφους μπορούν να περάσουν την αναθεώρηση χωρίς δημοψήφισμα. Το AKP έχει 326 έδρες, θυμίζω, και ακόμη και με το DEM, το κουρδικό κόμμα που πήρε 56 έδρες, δεν μπορεί να φτάσει τους 400.
Συνεπώς, αντιλαμβάνεστε ότι ο εσωτερικός σχεδιασμός του Ερντογάν παίζει ρόλο στον εκνευρισμό του. Ας πάμε τώρα στο εξωτερικό κομμάτι, διότι και εκεί πιέζεται. Οι παράγοντες της πίεσης, κατά τη γνώμη μου, είναι τρεις.
Ο πρώτος είναι η επόμενη ημέρα στο Ιράν και οι εξελίξεις στο συνδεδεμένο πλέον μέτωπο Ιράν - Λίβανος. Η Τουρκία επιθυμεί ένα αποδυναμωμένο Ιράν, αλλά με το ίδιο καθεστώς. Δεν επιθυμεί αλλαγή καθεστώτος, διότι δεν θα ήθελε να δει τους Κούρδους του Ιράν, στο βορειοδυτικό κομμάτι, να δημιουργούν ζητήματα ανεξαρτησίας στο εσωτερικό του Ιράν. Σκεφτείτε ότι γειτνιάζουν με τους Κούρδους του Ιράκ, όπου υπάρχει ήδη αυτόνομο το Ιρακινό Κουρδιστάν, και φυσικά με τη Ροζάβα, την περιοχή των Κούρδων στην ανατολική Συρία. Δεν θέλει πολύ ώστε αυτές οι κουρδικές περιοχές να δημιουργήσουν, με μια σπίθα, τη φωτιά που θα αναζωπυρώσει το εθνικό θέμα της Τουρκίας, που δεν είναι άλλο από το κουρδικό.
Άρα, το πρώτο κομμάτι είναι το Ιράν και η σχέση του με το εθνικό ζήτημα της Τουρκίας, δηλαδή το κουρδικό. Ο δεύτερος παράγοντας εξωτερικής πίεσης, κατά τη γνώμη μου, είναι η άνοδος και η αναγόρευση του Ισραήλ σε απόλυτο ηγεμόνα στη Μέση Ανατολή. Το Ισραήλ αποτελεί στρατηγικό αντίπαλο της Τουρκίας για πολλούς λόγους. Η Τουρκία αντιπαρατίθεται με το Ισραήλ στη Συρία, ξεκάθαρα, τόσο στην περιοχή γύρω από τη Ροζάβα όσο και στους Δρούζους. Αντιπαρατίθεται επίσης εντονότατα στον Λίβανο και στη Γάζα, καθώς υποστηρίζει δυνάμεις τις οποίες πολεμά το Ισραήλ.
Επίσης, η αντιπαράθεση περνά πλέον και στο Κέρας της Αφρικής, στη Σομαλιλάνδη. Θυμίζω ότι η Τουρκία είναι ο μεγάλος σπόνσορας της Σομαλίας, του ενιαίου κράτους της Σομαλίας, παρέχοντας εκπαίδευση, στρατεύματα και μια πολύ μεγάλη βάση εκεί, ενώ το Ισραήλ αναγνώρισε τη Σομαλιλάνδη, η οποία ανήκει στη Σομαλία. Παράλληλα, η Σομαλιλάνδη άνοιξε πρεσβεία στην Ιερουσαλήμ.
Συνεπώς, έχουμε πεδία σφοδρής σύγκρουσης Ισραήλ - Τουρκίας. Και να μην ξεχνάμε ότι το Ισραήλ έχει σχέση στρατηγικού εταίρου και με την Κυπριακή Δημοκρατία και με την Ελλάδα. Μάλιστα, η Ελλάδα είναι ουσιαστικά ο μοναδικός εταίρος αυτού του πεδίου του Ισραήλ, προσδίδοντάς του στρατηγικό βάθος.
Και ερχόμαστε στον τρίτο παράγοντα, για να ολοκληρώσω τη σκέψη μου: την ελληνική στάση. Η ελληνική στάση σίγουρα έχει εκνευρίσει τον Ερντογάν. Η Ελλάδα προσπαθεί, όπως γνωρίζετε πολύ καλά, να έχει πλέον ρόλο ενεργειακού κόμβου. Εξοπλίζεται και αυτό δημιουργεί εκνευρισμό στην Τουρκία, την ίδια ώρα που η Τουρκία δεν μπορεί να πάρει τα F-35, ούτε καν την αναβάθμιση των F-16 δεν έχει σιγουρέψει.
Η Ελλάδα, λοιπόν, εξοπλίζεται και δημιουργεί ισχυρές συμμαχίες. Θυμίζω την ανανέωση της στρατηγικής εταιρικής σχέσης με τη Γαλλία και τη ρήτρα αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής, καθώς και την ανανέωση της MDCA με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και πολλά άλλα. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι και η Ελλάδα, κινούμενη με αυτόν τον τρόπο στο διπλωματικό πεδίο, δημιουργεί επιπλέον εκνευρισμό στην Άγκυρα.
Πώς η χώρα μας πρέπει να αντιδράσει; Συμμερίζεστε την άποψη ότι ο Ερντογαν ανησυχεί από την ενδυνάμωση των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας και το σχήμα 3+1;
Η Ελλάδα έκανε ένα επικοινωνιακό λάθος με την ανακοίνωση της απόφασης του ΚΥΣΕΑ για την αποστολή πλοίων ανοιχτά της Καρπάθου. Τονίζω: επικοινωνιακό λάθος. Δεν ήταν εσφαλμένο το timing, κατά τη γνώμη μου.
Αυτό που έχει να κάνει η Ελλάδα είναι να αξιοποιήσει τα όπλα που έχει στα χέρια της. Πριν από την ψήφιση του συγκεκριμένου νομοσχεδίου - γιατί, ας μη γελιόμαστε, θα ψηφιστεί είτε τέλη Σεπτεμβρίου είτε Οκτώβριο είτε Νοέμβριο - δεν πρέπει να απασχολεί την ελληνική πλευρά τι θα γράφει μέσα αυτό το χαρτί. Αυτό που πρέπει να την απασχολεί είναι ότι θα αποτελέσει πλέον ένα κείμενο καταστατικής λειτουργίας για την Τουρκία.
Τι θέλω να πω με αυτό; Οι Ένοπλες Δυνάμεις της Τουρκίας, το Λιμενικό της Τουρκίας και η εσωτερική διοίκηση της χώρας θα λειτουργούν με βάση αυτόν τον εσωτερικό νόμο. Το αν παράγει έννομο αποτέλεσμα στο εξωτερικό είναι κάτι που δεν θα πρέπει να απασχολεί ούτε την Ελλάδα, με την έννοια ότι δεν παράγει. Και το λέω διότι και το περίφημο casus belli του 1995 είναι ένα ψήφισμα της Εθνοσυνέλευσης.
Τι μπορεί, λοιπόν, να κάνει η Ελλάδα; Η Ελλάδα θα πρέπει οπωσδήποτε να το επικοινωνήσει παντού, σε όλα τα επίπεδα, έντονα. Εκτιμώ —ή, για να το πω διαφορετικά, θα ήθελα να πιστεύω— ότι ήδη δραστηριοποιείται και απλώς δεν γίνονται γνωστές οι ενέργειές της. Η άποψή μου είναι ότι η στρατηγική επικοινωνία παίζει ρόλο και θα πρέπει η Ελλάδα να επικοινωνήσει το πρόβλημα διεθνώς, σε όλα τα φόρα και σε όλους τους οργανισμούς στους οποίους είναι μέλος.
Μην ξεχνάμε ότι παραμένουμε μη μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Επίσης, η Ελλάδα θα πρέπει να έχει ετοιμότητα. Όχι μόνο ετοιμότητα λεκτικής αντίδρασης και ρηματικών διακοινώσεων, αλλά και ετοιμότητα στο πεδίο.
Και εκεί έρχομαι στη δεύτερη ερώτησή σας, που είναι η ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων. Πράγματι, βρισκόμαστε εν μέσω ενός πραγματικά εντυπωσιακού, για τα ελληνικά δεδομένα, εξοπλιστικού προγράμματος, το οποίο εκτιμούμε ότι θα ολοκληρωθεί στα μέσα της επόμενης δεκαετίας, αλλά ήδη βρισκόμαστε σε πολύ καλή κατάσταση.
Παράλληλα, η Ελλάδα, στο πολιτικό πεδίο, έχει τη δυνατότητα να μπλοκάρει χρηματοδοτήσεις της Τουρκίας στην ΕΕ και να διασυνδέσει τις ενέργειες της Τουρκίας με την ειδική σχέση που θέλει η Ευρωπαϊκή Ένωση με την Τουρκία. Είδαμε πρόσφατα την έκθεση - κόλαφο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την Τουρκία και είδαμε και τη μη συμμετοχή της Τουρκίας στο SAFE ως χώρα, διότι οι τουρκικές εταιρείες συμμετέχουν μέσω των εξαγορών που έχουν κάνει ευρωπαϊκές αντίστοιχες εταιρείες.
Άρα, για να κλείσω στο κομμάτι των δυνατοτήτων της Ελλάδας, στην αποτροπή πρέπει η Ελλάδα να είναι έτοιμη να απαντήσει, πέραν των ενεργειών που προανέφερα, και στο πεδίο. Αυτό δεν σημαίνει μόνο ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις. Σημαίνει πολιτική βούληση και, επίσης, εκπαίδευση του κόσμου, του λαού.
Ο κόσμος πρέπει να αντιληφθεί ότι εάν η Ελλάδα δεν απαντήσει δυναμικά στο πεδίο, το πρόβλημα θα μεγαλώνει. Και εδώ προφανώς δεν μιλάμε με τη λογική «καλά, να κάνουμε πόλεμο;». Όχι, κανείς δεν λέει να κάνεις πόλεμο. Για να φτάσεις στον πόλεμο υπάρχουν πάρα πολλά ενδιάμεσα στάδια, ελεγχόμενες κρίσεις. Η Ελλάδα πρέπει να δείξει ότι δεν θα διστάσει να απαντήσει δυναμικά στο πεδίο.
Το 3+1 είναι ένα σχήμα στο οποίο η Ελλάδα έχει επενδύσει πολλά. Και έχει επενδύσει, εκτός από την Ελλάδα, και η Κύπρος και το Ισραήλ. Αυτό είναι θετικό. Όταν λέμε 3+1, μιλάμε για Ελλάδα, Κύπρο, Ισραήλ και, ως «+1», τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το σχήμα ξεκίνησε δειλά - δειλά το 2013. Ήταν μια εποχή, η δεκαετία του 2010, κατά την οποία η Ελλάδα έκρινε, πολύ σωστά κατά τη γνώμη μου, ότι θα πρέπει να περάσει σε σχήματα στην Ανατολική Μεσόγειο τέτοια, ώστε να διασφαλίσει τα συμφέροντά της ενεργειακά και ενδεχομένως και σε επίπεδο ασφάλειας.
Έτσι, λοιπόν, έκανε δύο σχήματα. Το ένα είναι το 3+1 που μόλις προανέφερα. Το «3» έγινε το 2013 και το «+1» το 2019, όταν προστέθηκαν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Αντίστοιχα, το 2014 δημιούργησε την τριμερή Ελλάδα - Κύπρος - Αίγυπτος, η οποία κινείται παράλληλα με το 3+1.
Ας εστιάσουμε, όμως, στο 3+1, που είναι και επίκαιρο. Ξεκίνησε το 2013 ως ένα απλό μνημόνιο ενεργειακής συνεργασίας και εκμετάλλευσης υδάτινων πόρων. Το 2016 έγινε η πρώτη συνάντηση σε επίπεδο ηγετών, στην Κύπρο. Αυτό είναι πολύ σημαντικό, διότι ακριβώς επειδή έγινε αυτή η πρώτη συνάντηση σε επίπεδο ηγετών, ακολούθησε το 2019 το έντονο ενδιαφέρον των ΗΠΑ και η συμμετοχή τους. Ο ίδιος ο Πομπέο ήταν εκεί το 2019 και πέρασε το East Med Act, η παρέμβαση των ΗΠΑ με την οποία ουσιαστικά επιδιώκουν ισχυρή παρουσία στο ενεργειακό κομμάτι της Ανατολικής Μεσογείου.
Όλα τα συμβόλαια που ακολούθησαν εντάσσονται ακριβώς σε αυτή τη λογική. Το 2025, τον Δεκέμβριο, κατά τη δέκατη τριμερή του συγκεκριμένου σχήματος, έγινε το μεγάλο βήμα της έκφρασης πρόθεσης για μετασχηματισμό του σχήματος από ενεργειακή συνεργασία σε συνεργασία και στην άμυνα και στην ασφάλεια. Αυτό μένει να το δούμε.
Περιμέναμε στο πρώτο δεκαήμερο του Ιουνίου να έχουμε την υπουργική στην Ουάσινγκτον, με τη συμμετοχή και του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών, που θα θεσμοθετούσε το σχήμα 3+1. Αυτό δεν έγινε. Υπάρχουν πολλοί λόγοι που εικάζουμε γιατί δεν έγινε. Αντί αυτού, όμως, έγινε μια άλλη υπουργική, σε επίπεδο υπουργών Ενέργειας, στην οποία πλέον έχουμε την ίδρυση του East Med Energy Center.
Το East Med Energy Center είναι ένα πάρα πολύ φιλόδοξο πρόγραμμα στο πλαίσιο του 3+1, που διασυνδέει πανεπιστήμια και φορείς με αντικείμενο την ενεργειακή ασφάλεια. Άρα έχουμε κάτι που κινείται, ίσως όχι με τον ρυθμό που θα ελπίζαμε —τουλάχιστον εγώ προσωπικά—, αλλά δεν είναι κάτι που έχει εγκαταλειφθεί.
Ιδρύεται ενεργειακό κέντρο Ανατολικής Μεσογείου με τη συμμετοχή Ελλάδας , Ισραήλ και Κύπρου υπό αμερικανική ομπρέλα. Ποια η αξία αυτής της κίνησης;
Το 3+1 χρειάζεται προσοχή, χρειάζεται σταδιακή ανάπτυξη και, πάρα πολύ σημαντικό, να αποτελέσει το όχημα με το οποίο η Ελλάδα, η Κύπρος και το Ισραήλ θα ενταχθούν στον IMEC, δηλαδή τον India - Middle East - Europe Corridor. Είναι ένα πολύ φιλόδοξο project διασύνδεσης της Ινδίας με τη Μέση Ανατολή και την Ευρώπη, που ξεκίνησε το 2023, και το σχήμα 3+1 φιλοδοξεί να αποτελέσει ένα γρανάζι αυτού του project.
Εδώ, βέβαια, έχουμε την πολύ δυσάρεστη εξέλιξη των τελευταίων ημερών, όπου η Τουρκία κατόρθωσε να καταλήξει σε συμφωνία με τη Σαουδική Αραβία για σιδηροδρομική διασύνδεση. Είναι η περίφημη αναβίωση του οθωμανικού σιδηροδρόμου του Χετζάζ, που ξεκινά από τη Μεδίνα και φτάνει στην Κωνσταντινούπολη, με προοπτική να συνδέσει επίσης τη Μεδίνα της Σαουδικής Αραβίας με το Ομάν και να παρακάμψει τον Περσικό Κόλπο. Άρα, εδώ έχουμε μια πρώτη ισχυρή αντίδραση της Τουρκίας, η οποία υλοποιείται με αυτή τη συμφωνία.
Ένα οξύμωρο, βέβαια, είναι ότι η Σαουδική Αραβία μετέχει και στον IMEC. Είναι ιδρυτικό μέλος της λογικής και του concept του IMEC. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι η Σαουδική Αραβία πατάει σε δύο βάρκες. Αυτό δικαιολογείται, καθώς η αντίθεση με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η εχθρότητα, ιδίως μετά την απόσυρση των Εμιράτων από τον OPEC, δικαιολογούν μια τέτοια λογική: να αφήνει δηλαδή τα Εμιράτα εκτός της λογικής του IMEC. Όλα αυτά, όμως, είναι σχέδια τα οποία θα περιμένουμε να δούμε πώς θα υλοποιηθούν, με ποιον τρόπο, και είναι βέβαιο ότι θα αλλάξουν πολλές φορές μέχρι να δούμε κάτι χειροπιαστό.
Για την Τουρκία, το σχήμα 3+1 έχει εκληφθεί τελείως αρνητικά. Δεν είναι αυτός ο σκοπός του 3+1, κατά τη γνώμη μου. Είναι περισσότερο μια διασφάλιση και επισημοποίηση της ενεργειακής συνεργασίας των τριών χωρών, εντός των υφιστάμενων κανόνων, με τη σφραγίδα των ΗΠΑ. Η Τουρκία, βέβαια, για τους δικούς της λόγους, το θεωρεί εχθρική ενέργεια.
Προσπαθεί με κάθε τρόπο να αποτρέψει οτιδήποτε συνδέεται με αυτό. Βλέπετε, για παράδειγμα, τι συνέβη με το καλώδιο διασύνδεσης του Great Sea Interconnector, που θα διασυνδέει την Κύπρο με την Κρήτη. Θυμάστε την περίπτωση της Κάσου. Η Τουρκία προσπαθεί με κάθε τρόπο να αγκυρώσει στο πεδίο, δυναμικά, οποιαδήποτε σχετική πρωτοβουλία. Το αν θα της βγει είναι κάτι που μένει να το δούμε. Είναι, όμως, απολύτως αντίθετη και αντιδρά πολύ έντονα σε οτιδήποτε έχει να κάνει με το 3+1.
Παρατηρούμε μια κλιμάκωση της ρητορικής της άγκυρας εις βάρος του Ισραήλ. Πού οφείλεται αυτή η επίθεση στον Νετανιάχου;
Θα το συνοψίσω ως εξής: εντείνεται η ανησυχία της Τουρκίας ότι τα εθνικά της συμφέροντα είναι σε κίνδυνο λόγω της ανάπτυξης του Ισραήλ, των νικών του Ισραήλ επί του «άξονα της αντίστασης», δηλαδή της Χαμάς και της Χεζμπολάχ, και της επιρροής που πλέον το Ισραήλ ασκεί στον Λίβανο. Δεν μιλάω μόνο στρατιωτικά, μιλάω και πολιτικά, καθώς η πλευρά του Προέδρου Αούν δεν έχει ουσιαστικές διαφορές με το Ισραήλ ως προς τον κοινό, εντός εισαγωγικών, αντίπαλό τους, που είναι η Χεζμπολάχ.
Άρα, η μία μεγάλη ανησυχία της Τουρκίας και η ένταση της ρητορικής της είναι αυτή. Η δεύτερη είναι, φυσικά, το γεγονός ότι οι θέσεις του Ισραήλ στη Συρία και για τη Συρία είναι ευθέως αντίθετες με αυτές της Τουρκίας. Αν σε αυτά προσθέσουμε και τη Σομαλιλάνδη, οι θέσεις της Τουρκίας θα βαίνουν επιδεινούμενες. Δεν πρόκειται να δούμε μια βελτίωση σαν αυτή που παρατηρούμε το τελευταίο διάστημα στις σχέσεις Τουρκίας - Αιγύπτου, όπου βλέπουμε μια επαναπροσέγγιση. Το Ισραήλ, για το άμεσο ορατό μέλλον, θα συνεχίσει να αποτελεί τον στρατηγικό αντίπαλο της Τουρκίας στη Μέση Ανατολή.
Υπάρχει ενδεχόμενο θερμού επεισοδίου στο Αιγαίο;
Κατ' αρχάς, θα αποκλείσουμε την περίπτωση να γίνει κάτι μέχρι τις 10 Ιουλίου, όταν τελειώνει η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα. Κανείς δεν θα επιθυμούσε, πόσο μάλλον η Τουρκία, να διαταράξει τα «ήρεμα νερά» αυτή την εποχή.
Εν συνεχεία, η προσωπική μου άποψη είναι ότι δεν θα δούμε κάτι το οποίο να μας δημιουργήσει πρόβλημα, ένα θερμό καλοκαίρι στο Αιγαίο, τουλάχιστον μέχρι την ψήφιση του νομοσχεδίου. Δεν είναι προτεραιότητα της Τουρκίας να δημιουργήσει τέτοιου είδους προβλήματα εδώ, όταν έχει ήδη πολλά προβλήματα στη Συρία, στο Ιράν και στο εσωτερικό της, ώστε να εξαγάγει κρίση προς εμάς.
Τι μπορεί να ανατρέψει αυτή την εκτίμηση; Αν συμβεί κάτι εντυπωσιακό από πλευράς ΗΠΑ στο μέτωπο του Ιράν, συνδεδεμένο με τον Λίβανο, κάτι που θα αναγκάσει την Τουρκία να αντιδράσει διαφορετικά από τη στάση που έχει κρατήσει μέχρι τώρα. Αυτό πράγματι θα μπορούσε να αποτελέσει καταλύτη για διαφορετικά περιστατικά, ακόμη και στο Αιγαίο. Το δεύτερο είναι εάν πιεστεί τόσο πολύ η Τουρκία ώστε να πρέπει υποχρεωτικά, με κάποιον τρόπο, να κάνει, όπως είπα και πριν, εξαγωγή κρίσης προς εμάς. Αλλά το θεωρώ χαμηλής πιθανότητας.
Συνεπώς, για να κλείσω την απάντησή μου, δεν βλέπω ένα θερμό καλοκαίρι για τα ελληνοτουρκικά.
Γιατί η Άγκυρα ενοχλείται από τη γαλλική στρατιωτική παρουσία στην Κύπρο;
Είναι ξεκάθαρο, και το τονίζω αυτό, ότι αυτού του είδους οι δηλώσεις δεν έχουν αποδέκτες εκτός Τουρκίας. Είναι γνωστό ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι χώρα - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η παρουσία γαλλικών δυνάμεων στην Κύπρο, όπως και άλλων δυνάμεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι απολύτως φυσιολογική, δεδομένου μάλιστα ότι υπάρχει στο πλαίσιο της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση το άρθρο 42.7, που αποτελεί τη ρήτρα αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής.
Ο Ερντογάν γνωρίζει πολύ καλά την πραγματικότητα. Αυτό που κάνει είναι να έχει το εσωτερικό του ακροατήριο συσπειρωμένο όσο γίνεται, με τη λογική ότι «θα απαντήσουμε δυναμικά, δεν θα αφήσουμε τα συμφέροντα των Τουρκοκυπρίων αδελφών μας να έχουν συνέπειες από μονομερείς ενέργειες». Αυτό, όμως, δεν πτοεί και δεν εμποδίζει όχι μόνο τη Γαλλία και την Ελλάδα, αλλά και οποιοδήποτε άλλο κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης να έχει παρουσία, να παρέχει συνδρομή και να διεξάγει ασκήσεις.
Θυμίζω ότι όταν έγινε η προσβολή της αγγλικής βάσης στο Ακρωτήρι, έσπευσαν σε βοήθεια, διμερώς, χωρίς να γίνει επίκληση του άρθρου 42.7 από την Κύπρο, και η Ελλάδα και η Γαλλία και η Ιταλία και η Ολλανδία, για να παράσχουν συνδρομή στην Κυπριακή Δημοκρατία. Άρα, καταλαβαίνω απολύτως την ανησυχία και καταλαβαίνω απολύτως και γιατί γίνονται αυτές οι δηλώσεις.
* Ο Στάθης Κυριακίδης είναι Υποναύαρχος (ε.α), Στρατηγικός Αναλυτής και Μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Strategy International.
