Ορισμένες ομιλίες δεν έχουν αξία επειδή συγκινούν. Έχουν αξία επειδή ξεκαθαρίζουν τους όρους του παιχνιδιού. Η ομιλία του Μάρκο Ρούμπιο στο Μόναχο κάνει ακριβώς αυτό. Μπορεί να αποδειχθεί ιστορική, επειδή χαράζει μια νέα τομή στον δυτικό κόσμο και, μαζί, μια νέα γλώσσα για τις σχέσεις ΗΠΑ και Ευρώπης. Η τομή δεν είναι ανάμεσα σε Δεξιά και Αριστερά όπως τις κληρονομήσαμε. Είναι ανάμεσα σε δύο αντιλήψεις για την πολιτική. Η μία βλέπει το έθνος κράτος ως το αναγκαίο δοχείο ελευθερίας, ευθύνης και ισχύος. Η άλλη το αντιμετωπίζει ως αναχρονισμό που πρέπει να διαλυθεί μέσα σε υπερεθνικές διαδικασίες, μεταφορές αρμοδιοτήτων και μια ηθικολογική, μεταπολιτική διαχείριση.
Ο Ρούμπιο ξεκινά από μια αλήθεια που η Δύση απώθησε μετά το 1989. Η ευφορία της νίκης έναντι του ολοκληρωτισμού γέννησε την ψευδαίσθηση ότι μπήκαμε στο τέλος της ιστορίας. Ότι το εμπόριο από μόνο του αρκεί για την ειρήνη. Ότι το εθνικό συμφέρον είναι έννοια αναχρονιστική. Ότι οι υπερεθνικοί κανόνες αρκούν για να εξημερώσουν την ανθρώπινη φύση. Αυτό, λέει, ήταν ανόητο. Και όποιος θυμάται τον Χιουμ και τον Μάντισον ξέρει γιατί. Οι θεσμοί δεν χτίζονται για να στηρίζονται στην αρετή. Χτίζονται για να αντέχουν την ιδιοτέλεια. Όχι, για ανθρώπους όπως θα θέλαμε να είναι, αλλά για ανθρώπους με ελαττώματα.
Από αυτή την αφετηρία θέτει το θεμελιώδες ζήτημα. Τι ακριβώς υπερασπιζόμαστε. Οι στρατοί δεν πολεμούν για αφηρημένες έννοιες. Πολεμούν για πατρίδα, για τρόπο ζωής, για την ίδια την πολιτική κοινότητα. Αυτό δεν είναι ρομαντισμός. Είναι η ψυχρή μηχανική της ελευθερίας. Διότι χωρίς συγκεκριμένο δήμο δεν υπάρχει δημοκρατία. Χωρίς δημοκρατία δεν υπάρχει λογοδοσία. Χωρίς λογοδοσία η εξουσία γίνεται ανεξέλεγκτη, ατιμώρητη και μόνιμη. Και η πιο επικίνδυνη μορφή αυτής της εξουσίας είναι εκείνη που ντύνεται με τη γλώσσα των κανόνων και της τεχνοκρατίας για να μην αναλαμβάνει ποτέ πολιτική ευθύνη.
Γι’ αυτό ο Ρούμπιο μιλά καθαρά για την ανάγκη να προστατευθεί η έννοια του έθνους κράτους από τη διαρκή παραχώρηση αρμοδιοτήτων και εξουσίας σε υπερεθνικούς οργανισμούς. Δεν απορρίπτει τη διεθνή συνεργασία ως ιδέα. Απορρίπτει την αντιστροφή της ιεράρχησης. Όταν η διεθνής αρχιτεκτονική μετατρέπεται σε υπέρτατη αρχή που υπαγορεύει πολιτική προς τα κάτω, τότε η δημοκρατία καταντά διαδικασία χωρίς κυρίαρχο. Πρώτα ο πολίτης, η ασφάλειά και το συμφέρον του. Πρώτα η κυριαρχία που καθιστά δυνατή τη λογοδοσία. Και έπειτα οι διεθνείς θεσμοί ως εργαλεία, όχι ως υποκατάστατα πολιτικής. Αυτό δεν είναι παλινδρόμηση. Είναι επιστροφή στη στοιχειώδη συνταγματική λογική που επέτρεψε στη φιλελεύθερη δημοκρατία να ανθίσει και να παράγει τις μεγαλύτερες επιτυχίες της.
Στο ίδιο πνεύμα βάζει τους Ευρωπαίους μπροστά στον καθρέφτη της άμυνας. Λέει κάτι που πολλοί ψιθυρίζουν και λίγοι γράφουν. Ένα μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής πορείας των τελευταίων δεκαετιών, συμπεριλαμβανομένης της γιγάντωσης του κράτους πρόνοιας, στηρίχθηκε στο γεγονός ότι υπήρχε αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας. Η Ευρώπη μπορούσε να αγοράζει κοινωνική ειρήνη με δαπάνες, επειδή άλλος πλήρωνε την αποτροπή. Αυτός ο καταμερισμός εργασίας έμοιαζε άνετος όσο ο κόσμος πίστευε στη μεταψυχροπολεμική νιρβάνα. Σήμερα όμως, με αναθεωρητικές δυνάμεις που χτίζουν ισχύ ταχύτατα και χωρίς ενοχές, το μοντέλο γίνεται επικίνδυνο. Γι’ αυτό ο Ρούμπιο ζητά σοβαρότητα και αμοιβαιότητα. Όχι ως τιμωρία. Ως όρο επιβίωσης της συμμαχίας. Συμμαχία χωρίς συμμετρική ανάληψη κόστους καταλήγει σε κυνισμό, εκβιασμούς και τελικά ρήξη.
Στο εμπόριο και στη μετανάστευση κάνει κάτι πιο χρήσιμο από τα κλισέ. Δεν αρνείται τα οφέλη. Δεν μιλά σαν να νοσταλγεί τον μερκαντιλισμό όπως κάνει ο πρόεδρος Τραμπ αρκετά συχνά. Αλλά επιμένει στα κρυφά κόστη. Στην αποβιομηχάνιση που δεν ήταν φυσικό φαινόμενο αλλά πολιτική επιλογή και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Στην παράδοση κρίσιμων αλυσίδων εφοδιασμού σε ανταγωνιστές που δεν παίζουν με τους ίδιους κανόνες. Και στη διάβρωση της κοινωνικής συνοχής που προέκυψε από τη διασταύρωση της ανάγκης εισαγωγής εργατικού δυναμικού και της μεταμοντέρνας ντροπής των Ευρωπαίων για την ταυτότητα και την ιστορία τους. Εδώ η σκέψη του είναι βαθύτερα φιλελεύθερη απ’ όσο αντέχουν πολλοί να παραδεχθούν, γιατί φωτίζει το αθέατο. Τα εύκολα οφέλη είναι ορατά. Τα απρόθετα κόστη κρύβονται, ώσπου να σκάσουν ως πολιτική κρίση. Η κοινωνική συνοχή δεν αποτιμάται εύκολα, αλλά από αυτήν εξαρτάται η εμπιστοσύνη, η αποδοχή των κανόνων, η ειρηνική συνύπαρξη. Όταν αυτή σπάει, το κενό δεν το γεμίζει η αγορά. Το γεμίζει το κράτος με καταστολή, ρυθμίσεις, επιτήρηση και δημαγωγία. Και τότε ο λογαριασμός πληρώνεται σε ελευθερία.
Σε ό,τι αφορά την ενέργεια και το κλίμα, ο Ρούμπιο μιλά για «κλιματική λατρεία» που φτωχαίνει τις κοινωνίες, την ώρα που οι ανταγωνιστές αξιοποιούν ορυκτά καύσιμα ως εργαλείο ισχύος. Η διατύπωση ενοχλεί, αλλά αγγίζει μια πραγματικότητα: όταν μετατρέπεις την ενεργειακή πολιτική σε ηθικό τελετουργικό, οδηγείς σε ακριβή ενέργεια, σε απώλεια βιομηχανίας, σε στρατηγική εξάρτηση. Η ελευθερία χρειάζεται φθηνή, σταθερή ενέργεια. Χωρίς αυτήν, το κράτος γεμίζει την αγορά με επιδοτήσεις, απαγορεύσεις και δελτία «ορθότητας». Αυτό δεν είναι πράσινη μετάβαση. Είναι κεντρικός σχεδιασμός με οικολογικό περιτύλιγμα.
Τέλος, ο Ρούμπιο ξεκαθαρίζει κάτι που οι Ευρωπαίοι συχνά αποφεύγουν να πουν δυνατά. Οι διεθνείς οργανισμοί έχουν αξία όταν παράγουν αποτελέσματα. Όταν δεν μπορούν να αποτρέψουν πολέμους, να περιορίσουν απειλές ή να προστατεύσουν την ασφάλεια των πολιτών, τότε η επίκλησή τους γίνεται άλλοθι αδράνειας. Αυτό δεν είναι κυνισμός. Είναι αποδοχή της πραγματικότητας. Και η ειλικρινείς στάση έναντι της πραγματικότητας είναι η άμυνα της φιλελεύθερης τάξης απέναντι στην ίδια της την αφέλεια.
Αν η ομιλία αυτή μείνει, θα μείνει επειδή είπε το αυτονόητο που η Δύση ντρέπεται να παραδεχθεί. Η ελευθερία χρειάζεται στέγη. Και αυτή η στέγη λέγεται κυρίαρχο έθνος κράτος, ικανό να παράγει, να αμύνεται, να ελέγχει τα σύνορά του και να λογοδοτεί στους πολίτες του. Όποιος βαφτίζει αυτή τη διαπίστωση προδοσία, στην πραγματικότητα προδίδει κάτι βαθύτερο. Την ίδια τη μηχανική που κάνει την ελευθερία δυνατή.
