Ο πόλεμος για την ψυχή του MAGA συνεχίζεται

Ο Ντόναλντ Τραμπ έσπασε προχθές ένα ταμπού. Με ένα οργισμένο post επιτέθηκε ανοιχτά στους ίδιους ανθρώπους που μέχρι χθες λειτουργούσαν ως ψηφιακή αυλή του, ως ιερατείο του κινήματος MAGA, και ως μηχανισμός πειθαρχίας κάθε εσωτερικής αμφισβήτησης. Ο Tucker Carlson, η Candace Owens, η Megyn Kelly και ο Alex Jones δεν ήταν τυχαίοι επικριτές. Ήταν φωνές του οικοσυστήματος που τον λιβάνιζε επί χρόνια. Και όμως, η διαφωνία τους για τον πόλεμο με το Ιράν αρκούσε για να τους καταγγείλει περίπου ως αποστάτες και να τον καταγγείλουν ως προδότη. Αυτό δεν είναι ένα στιγμιαίο ξέσπασμα. Είναι η καθαρότερη απόδειξη ότι ο εμφύλιος στο MAGA και την ευρύτερη δεξιά των ΗΠΑ βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη.

Η στήλη είχε εγκαίρως διαγνώσει ότι το MAGA δεν υπήρξε ποτέ ενιαίο ιδεολογικό ρεύμα. Ήταν από την αρχή μια πρόχειρη συγκόλληση αντιφάσεων κάτω από την προσωπικότητα του Τραμπ. Για ένα διάστημα αυτή η συγκόλληση άντεξε, επειδή ο Τραμπ μπορούσε να είναι ταυτόχρονα αντισυστημικός λαϊκιστής, εθνικιστής ειρηνοποιός, φίλος του Ισραήλ, εχθρός των «αιώνιων πολέμων» και προστάτης της αμερικανικής ισχύος. Όταν όμως η εξωτερική πολιτική παύει να είναι σύνθημα και γίνεται πραγματικό δίλημμα, οι εσωτερικές αντιφάσεις ζητούν λογαριασμό.

Στη μία πλευρά παγιώνεται μια νέα φράξια που δεν είναι απλώς απομονωτική. Είναι χριστιανοεθνικιστική, αντιφιλελεύθερη και όλο και πιο φιλορωσική στη φαντασίωσή της για τον κόσμο. Δεν ζητά απλώς λιγότερες αμερικανικές παρεμβάσεις. Επιτίθεται στην ίδια τη Δύση ως ιστορικό και πολιτισμικό σχέδιο. Στις συμμαχίες της, στους θεσμούς της, στην ατλαντική της ταυτότητα, στην ιδέα ότι η Αμερική έχει ρόλο πυλώνα της φιλελεύθερης τάξης. Γι’ αυτό και ένα κομμάτι του MAGA κοιτά με συμπάθεια τη Μόσχα, τον Ορμπανισμό και κάθε αυταρχικό καθεστώς που πουλά «παράδοση», ανδροπρέπεια και μίσος προς τη φιλελεύθερη δημοκρατία.

Και εδώ βρίσκεται το αληθινά αποκρουστικό στοιχείο αυτής της ιστορίας. Οι Carlson, Jones και Owens δεν εκπροσωπούν κάποια γενναία νέα δεξιά που τολμά να σπάσει ταμπού. Εκπροσωπούν τη δεξιά του εύκολου εντυπωσιασμού, της αγραμματοσύνης που βαφτίζεται αντισυστημική σοφία και της πολιτικής δειλίας που μασκαρεύεται ως ρεαλισμός. Δεν είναι ρεαλιστές. Είναι έμποροι αγανάκτησης. Δεν είναι αντιπολεμικοί. Είναι επιλεκτικά τυφλοί απέναντι σε κάθε δύναμη που μισεί τη Δύση. Δεν είναι υπερασπιστές των ιουδαιοχριστιανικών αξιών όπως ισχυρίζονται. Είναι οι χρήσιμοι ηλίθιοι κάθε αυταρχικού καθεστώτος που ξέρει να ντύνει την καταπίεση με λίγο λιβάνι, λίγο αίμα και πολλή ρητορική περί παρακμής. Ο Carlson ειδικά έχει εξελιχθεί σε κάτι πολύ πιο επικίνδυνο από έναν απλό τηλεοπτικό δημαγωγό. Είναι ο ιεροκήρυκας μιας δεξιάς που έχει πάψει να πιστεύει στη Δύση και αναζητεί σωτηρία σε κάθε εχθρό της.

Στην άλλη πλευρά στέκεται η παραδοσιακή αμερικανική δεξιά. Η δεξιά του Ρίγκαν, των συμμαχιών, της ατλαντικής συνέχειας, της φιλοϊσραηλινής γραμμής και της πεποίθησης ότι οι αναθεωρητικές δυνάμεις δεν αναχαιτίζονται με podcasts και tweets. Αυτή η πτέρυγα έχει κάνει σοβαρά λάθη. Εχει πληρώσει το κόστος της αλαζονείας της στο Ιράκ και αλλού. Με τον Τραμπ συντάχθηκε αφού πρώτα απώλεσε κάθε εναλλακτική. Παραμένει όμως τμήμα της ιστορικής Δύσης. Καταλαβαίνει ότι η ισχύς, η αποτροπή και οι συμμαχίες δεν είναι ιδεοληψίες αλλά προϋποθέσεις τάξης.

Ο ίδιος ο Τραμπ είναι στο επίκεντρο αυτής της αντίφασης. Για χρόνια πούλησε και στα δύο στρατόπεδα αυτό που ήθελε να ακούσει το καθένα. Στους μεν έταζε τέλος στους ξένους πολέμους και αποκαθήλωση του νεοσυντηρητισμού. Στους δε υποσχόταν ισχύ, τιμωρία των εχθρών της Αμερικής και πλήρη στήριξη στο Ισραήλ. Όσο ο ίδιος ήταν το μοναδικό κέντρο βάρους του κινήματος, αυτή η ασάφεια λειτουργούσε. Τώρα όμως, με τις ενδιάμεσες εκλογές και το τέλος της θητείας του στον ορίζοντα, αναγκάζεται να επιλέξει. Και κάθε επιλογή γεννά προδομένους.

Αυτό έχει άμεσες συνέπειες για την πολιτική ισορροπία που θα προκύψει μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου. Ο Τραμπ δεν καλείται απλώς να κρατήσει ενωμένη τη βάση του. Καλείται να αποφασίσει ποια δεξιά θέλει να οδηγήσει στις κάλπες. Αν κινηθεί προς την παραδοσιακή φιλοδυτική και φιλοϊσραηλινή γραμμή, κινδυνεύει να χάσει το πιο θορυβώδες και φανατισμένο κομμάτι του MAGA. Αν συνεχίσει να χαϊδεύει τη χριστιανοεθνικιστική και αντιδυτική φράξια, μπορεί να κρατήσει τη βάση σε διαρκή έξαρση, αλλά θα δυσκολευτεί να δώσει στους Ρεπουμπλικανούς μια πειστική πρόταση εξουσίας. Και πίσω από αυτό κρύβεται ήδη το ερώτημα της διαδοχής. Ο διάδοχος του Τραμπ δεν θα επιλεγεί μόνο με όρους προσωπικής πίστης στον πρόεδρο. Θα επιλεγεί από τη δεξιά που εν τέλει θα επικρατήσει μέσα στο κίνημα MAGA.

Αυτός είναι ο πραγματικός πυρήνας της σύγκρουσης. Δεν βλέπουμε μια προσωπική κόντρα ανάμεσα στον Τραμπ και μερικούς δυσαρεστημένους influencers. Βλέπουμε τη μάχη για τη φυσιογνωμία της αμερικανικής δεξιάς. Από τη μία βρίσκεται η δεξιά της Δύσης, έστω τραυματισμένη. Από την άλλη μια δεξιά της μνησικακίας, της συνωμοσίας και της γεωπολιτικής σύγχυσης, που μισεί περισσότερο τη δυτική φιλελεύθερη δημοκρατία απ’ όσο φοβάται τους εχθρούς της. Και γι’ αυτό οι Carlson, Jones και Owens είναι πιο αποκαλυπτικοί από όσο νομίζουν οι ίδιοι. Δεν είναι η αιχμή μιας νέας συντηρητικής αναγέννησης. Είναι τα συμπτώματα μιας δεξιάς που έχει χάσει την αυτοπεποίθησή της, έχει χάσει την πνευματική της σοβαρότητα και ψάχνει παρηγοριά σε μικρόφωνα, συνωμοσίες και αυταρχικά είδωλα.