Όταν ένας δήμαρχος λέει ότι η Αθήνα πρέπει να αποφασίσει «αν και πόσα ακόμη ξενοδοχεία χρειάζεται και πού», δεν μιλά ως διαχειριστής της πόλης. Μιλά ως κεντρικός σχεδιαστής. Και κάθε κεντρικός σχεδιαστής πέφτει αργά ή γρήγορα πάνω στο ίδιο τείχος που περιέγραψε ο Χάγιεκ: το πρόβλημα της γνώσης. Ο Χάρης Δούκας άνοιξε τη συζήτηση για περιορισμούς στις νέες άδειες ξενοδοχείων, ενώ ήδη ισχύει απαγόρευση νέων αδειών για βραχυχρόνιες μισθώσεις σε τρεις γειτονιές του κέντρου. Το σύνθημα είναι ότι η Αθήνα «δεν πρέπει να γίνει Βαρκελώνη». Ωραίο για μικρόφωνο. Λάθος για πολιτική.
Η αλαζονεία εδώ δεν είναι απλώς πολιτική. Είναι γνωσιολογική. Το δημαρχείο υποθέτει ότι μπορεί να σταθεί πάνω από την κοινωνία και να υπολογίσει τον «σωστό» αριθμό κλινών, τη «σωστή» τουριστική πίεση, τη «σωστή» γεωγραφία της ανάπτυξης. Αλλά η πόλη δεν είναι πίνακας ελέγχου. Είναι αυθόρμητη τάξη. Ζει από χιλιάδες αποκεντρωμένες αποφάσεις, από τιμές, ρίσκο, κέρδος, ζημία και συνεχή δοκιμή. Ένας επιχειρηματίας που θέλει να ανοίξει ξενοδοχείο στην Αθήνα δεν καταθέτει μόνο φάκελο. Καταθέτει μια πρόβλεψη για τη ζήτηση, για την ασφάλεια, για τις μετακινήσεις, για τη γειτονιά, για το τι αναζητά ο επισκέπτης και ο κάτοικος. Αυτή η γνώση δεν βρίσκεται σε κανένα γραφείο αντιδημάρχου.
Αυτό ακριβώς έλεγε ο Χάγιεκ. Η κρίσιμη γνώση είναι διάσπαρτη, τοπική, σιωπηρή και μεταβαλλόμενη. Την κατέχει ο ιδιοκτήτης ενός παλιού κτιρίου στο Μεταξουργείο. Την κατέχει ο ταξιδιώτης που συγκρίνει Αθήνα με Λισαβόνα. Την κατέχει ο μικρός επενδυτής που βλέπει μια γειτονιά πριν τη δει ο πολεοδόμος. Η αγορά συντονίζει αυτά τα θραύσματα πληροφορίας μέσω του συστήματος τιμών. Ο πολιτικός σχεδιασμός τα φιμώνει. Και όταν τα φιμώνει, δεν παράγει τάξη. Παράγει τύφλωση.
Το επιχείρημα του δημάρχου είναι ότι υπάρχουν «κορεσμένες περιοχές» και ότι η πόλη πρέπει να δει πόσο «επιπλέον τουριστικό φορτίο» αντέχει. Αυτή ακριβώς η γλώσσα αποκαλύπτει το πρόβλημα. Οι άνθρωποι γίνονται φορτίο. Οι επενδύσεις γίνονται ποσότητες προς διανομή. Η πόλη γίνεται αντικείμενο διοικητικής μηχανικής. Σαν να μπορεί μια δημοτική αρχή να γνωρίζει εκ των προτέρων ποιες γειτονιές χρειάζονται περισσότερη κατοικία, ποιοτικές ανακαινίσεις, ξενοδοχεία boutique, μεγαλύτερες μονάδες ή τίποτα από όλα αυτά. Στην πραγματικότητα, δεν το γνωρίζει. Και δεν μπορεί να το γνωρίζει.
Τι συμβαίνει όταν η εξουσία αγνοεί αυτό το όριο; Δεν εξαφανίζει τη ζήτηση. Παραμορφώνει την προσφορά. Αν παγώσεις νέες άδειες, δεν προστατεύεις την πόλη. Κατασκευάζεις τεχνητή σπανιότητα. Ευνοείς τους ήδη εγκατεστημένους. Ανεβάζεις τις τιμές. Κλείνεις την πόρτα στους νέους παίκτες. Μετατρέπεις την αγορά φιλοξενίας σε κλειστό κλαμπ με δημοτική σφραγίδα. Ο ανταγωνισμός, που πιέζει για καλύτερες τιμές και καλύτερες υπηρεσίες, αντικαθίσταται από ρυθμιστικό προνόμιο.
Και υπάρχει και η ελληνική ειρωνεία. Η χώρα πλήρωσε ακριβά επί δεκαετίες τη φαντασίωση ότι ο κρατικός νους κατανέμει πόρους καλύτερα από την ελεύθερη κοινωνία. Τώρα επανεμφανίζεται η ίδια νοοτροπία στο επίπεδο της πόλης, ντυμένη με τη λέξη «βιωσιμότητα». Μα η βιωσιμότητα χωρίς ιδιοκτησιακά δικαιώματα, χωρίς ελεύθερες τιμές και χωρίς ανοιχτή είσοδο στην αγορά δεν είναι βιωσιμότητα. Είναι διαχείριση ελλείψεων.
Η Αθήνα δεν χρειάζεται έναν δήμαρχο που θα παίξει τον ρόλο του πολεοδόμου-παντογνώστη. Χρειάζεται κανόνες γενικούς, σταθερούς και ίσους για όλους. Χρειάζεται υποδομές, ασφάλεια, καθαριότητα, γρήγορες αδειοδοτήσεις και σεβασμό στην ιδιοκτησία. Ο δήμαρχος ας φροντίσει να λειτουργεί η πόλη. Η κοινωνία θα αποφασίσει μόνη της πόσα ξενοδοχεία χρειάζεται. Αυτό είναι το μάθημα του Χάγιεκ. Και είναι μάθημα ταπεινότητας. Το ακριβώς αντίθετο από την αλαζονεία του κεντρικού σχεδιασμού.
